Η επένδυση στη φαρμακευτική καινοτομία αποτελεί επένδυση σε ένα υγιές και βιώσιμο μέλλον: για την κοινωνία, τους ασθενείς και την οικονομία
- 20/01/2026, 16:46
- SHARE
Η φαρμακευτική βιομηχανία, ένας από τους σημαντικότερους στρατηγικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής οικονομίας, βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Την ώρα που η παγκόσμια δυναμική στον χώρο της φαρμακευτικής καινοτομίας επιταχύνεται, η Ευρώπη εξακολουθεί να υστερεί σε κίνητρα για Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α), στον αριθμό κλινικών δοκιμών και στους χρόνους έγκρισης νέων, καινοτόμων φαρμάκων.
Ενδεικτικά, μέσα σε 20 χρόνια, το επενδυτικό χάσμα στην Ε&Α μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ εκτοξεύτηκε από 2 δισ. ευρώ σε 25 δισ. ευρώ ετησίως, ενώ το παγκόσμιο μερίδιο των κλινικών μελετών που διεξάγονται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο έχει μειωθεί σημαντικά, τη στιγμή που οι ΗΠΑ και κυρίως η Κίνα καταγράφουν εντυπωσιακή άνοδο1,2.
Είναι σαφές ότι χωρίς άμεσες μεταρρυθμίσεις για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, την απλοποίηση του ρυθμιστικού πλαισίου και τον εξορθολογισμό των μηχανισμών συγκράτησης του κόστους, όπως οι υποχρεωτικές επιστροφές (clawbacks), η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει σημαντικό έδαφος στις βιοεπιστήμες και την καινοτομία, έχοντας ήδη υποχωρήσει στην 3η θέση παγκοσμίως από ηγετική δύναμη το 2000². Η δημιουργία ενός περιβάλλοντος που επιβραβεύει τη βιοφαρμακευτική καινοτομία είναι κρίσιμη, ώστε να μπορέσει η Ευρώπη να παραμείνει ανταγωνιστική αλλά κυρίως να εξασφαλίσει ότι τα νέα φάρμακα φτάνουν στους ασθενείς που τα χρειάζονται.
Η Ελλάδα φυσικά δεν μένει ανεπηρέαστη από αυτή την πραγματικότητα. Παρά τις επιμέρους αυξήσεις στη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη τα τελευταία χρόνια, το εγχώριο σύστημα χρηματοδότησης εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σημαντικές αδυναμίες. Ενδεικτικά, σύμφωνα με σχετική μελέτη, η Ελλάδα, την περίοδο 2020–2022, κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης (+22%) μεταξύ συγκρίσιμων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά ταυτόχρονα τη μικρότερη αύξηση δημόσιας χρηματοδότησης σε κατά κεφαλήν όρους (+5%)3.
Η απόκλιση αυτή καλύπτεται σε μεγάλο βαθμό από τη φαρμακευτική βιομηχανία μέσω των υποχρεωτικών επιστροφών, οι οποίες παραμένουν στα υψηλότερα επίπεδα στην Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει από τις χαμηλότερες τιμές πρωτοτύπων φαρμάκων. Η υφιστάμενη κατάσταση υπονομεύει τη βιωσιμότητα του κλάδου, περιορίζει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και τις επενδύσεις και δυσχεραίνει την πρόσβαση των ασθενών στη φαρμακευτική καινοτομία.
Χαρακτηριστικά, από τα 173 καινοτόμα φάρμακα που εγκρίθηκαν από τον EMA την περίοδο 2020–2023, μόλις 75 είναι διαθέσιμα σε Έλληνες ασθενείς4. Γι’ αυτό, η ουσιαστική επανεξέταση των χρηματοδοτικών εργαλείων και η λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων είναι κρίσιμη, ώστε η δημόσια χρηματοδότηση να αντανακλά το πραγματικό κόστος και να στηρίζει την πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα δυσκολεύεται να προσελκύσει επενδύσεις Έρευνας & Ανάπτυξης. Απορροφά μόλις περίπου 100 εκατ. ευρώ από τα 47 δισ. ευρώ των ευρωπαϊκών επενδύσεων σε κλινικές μελέτες, γεγονός που την κατατάσσει στη 10η θέση στην ΕΕ ως προς τη φαρμακευτική δαπάνη για Ε&Α.
Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ωστόσο ότι η υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας στην Ευρώπη, και κατ’ επέκταση και στην Ελλάδα, δεν αφορά μόνο στις επενδύσεις στην καινοτομία, αλλά και στην αδυναμία αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών και της τεράστιας ποσότητας των δεδομένων υγείας.
Παρότι ζούμε σε μία εποχή, όπου τα δεδομένα υγείας βρίσκονται στον πυρήνα του υγειονομικού οικοσυστήματος, η υγεία υστερεί σε σχέση με άλλους κλάδους στην αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, της ανάλυσης δεδομένων και των ψηφιακών εργαλείων: εκτιμάται ότι περίπου το 97% των διαθέσιμων δεδομένων, παγκοσμίως, παραμένει αναξιοποίητο5.
Η ουσιαστική χρήση αυτών των δεδομένων σε δευτερογενές επίπεδο είναι επιτακτική και μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τομείς κεντρικής σημασίας: να στηρίξει πιο τεκμηριωμένες πολιτικές υγείας, να ενισχύσει την πρόληψη, να βελτιώσει την ποιότητα των υπηρεσιών και ταυτόχρονα να ενδυναμώσει την ανθεκτικότητα του συστήματος, διευκολύνοντας την ορθολογική κατανομή πόρων και την έγκαιρη είσοδο καινοτόμων θεραπειών.
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η ταχύτερη έγκριση νέων φαρμάκων, αλλά η δημιουργία ενός οικοσυστήματος όπου η καινοτομία φτάνει την κατάλληλη στιγμή εκεί όπου έχει τον μεγαλύτερο αντίκτυπο: στον άνθρωπο.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο ρόλος των εταιρειών που επενδύουν συστηματικά στην έρευνα, την καινοτομία και τον ψηφιακό μετασχηματισμό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Στη Novartis, για περισσότερες από τρεις δεκαετίες που δραστηριοποιούμαστε στην Ελλάδα, η αποστολή μας παραμένει σταθερή: να επαναπροσδιορίζουμε την ιατρική πρακτική προκειμένου να βοηθάμε τους ανθρώπους να ζουν περισσότερο και καλύτερα. Επιδιώκουμε να βρισκόμαστε στην αιχμή της καινοτομίας ανακαλύπτοντας και αναπτύσσοντας νέες θεραπείες που βελτιώνουν τη ζωή των ασθενών.
Με αυτό ως πυξίδα, ενσωματώνουμε συστηματικά, στρατηγικές βέλτιστης πρόσβασης σε διεθνές επίπεδο, ώστε να εξασφαλίσουμε την ισότιμη πρόσβαση των ασθενών. Μόνο το 2024, υλοποιήσαμε 56 κλινικές μελέτες και εξασφαλίσαμε πρόσβαση στις θεραπείες μας για περισσότερους από 2,5 εκατομμύρια Έλληνες ασθενείς.
Επιπλέον, επενδύουμε στον ψηφιακό μετασχηματισμό και στηρίζουμε πρωτοβουλίες που εξασφαλίζουν την αξιοποίηση των δεδομένων υγείας, για ανθεκτικότερα και εξυπνότερα συστήματα υγείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρωτοβουλία PAVE. Το έργο είναι μια πρωτοβουλία της Novartis Hellas που υλοποιήθηκε από την εταιρεία HealThink και έγκριτους επιστήμονες, και προτείνει ένα πλαίσιο αξιοποίησης των δεδομένων υγείας στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας έμπρακτα την προσπάθεια για τον ψηφιακό μετασχηματισμό του υγειονομικού τομέα της χώρας. Πρωτοβουλίες όπως αυτή, μπορούν να αποτελέσουν καταλύτη για ένα πιο αποτελεσματικό και βιώσιμο σύστημα υγείας.
Κοιτάζοντας μπροστά, προκειμένου να παραμείνει η Ευρώπη ανταγωνιστική και για να αξιοποιήσει η Ελλάδα τις δυνατότητές της, απαιτείται ένα σταθερό περιβάλλον που να επιβραβεύει την καινοτομία, προσελκύει επενδύσεις στην Έρευνα & Ανάπτυξη και τις κλινικές μελέτες, αξιοποιεί τα δεδομένα υγείας και επιταχύνει τον ψηφιακό μετασχηματισμό.
Η στήριξη και η επένδυση στη φαρμακευτική καινοτομία και στην ψηφιακή υγεία αποτελούν στρατηγική και βιώσιμη επιλογή για το μέλλον της κοινωνίας, τη βελτίωση της υγείας των πολιτών και την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης.
Bιβλιογραφία
1. EFPIA. Factors affecting the location of biopharmaceutical investments and implications for European policy priorities. 2022
2. IQVIA. Global Trends in R&D 2025 – IQVIA 2025
3. Deloitte & SFEE. The Way Forward: A Roadmap for Greece’s Pharmaceutical Policy. 2025
4. IQVIA. EFPIA Patients W.A.I.T. Indicator 2024 Survey. 2025
5. WEF. How to harness the power of health data to improve patient outcomes. 2024