Xρήστος Αντωναρόπουλος: Μισός αιώνας ζωγραφικής & εικαστικής αναζήτησης

Xρήστος Αντωναρόπουλος: Μισός αιώνας ζωγραφικής & εικαστικής αναζήτησης
Η ζωγραφική ως μνήμη, παράδοση, σύμβολα, φως και ιστορία. Αναζητώντας τον Σύγχρονο Ελληνικό Εικαστικό Πατριωτισμό.

Από τη δεκαετία του ’70 ο Χρήστος Αντωναρόπουλος ζωγράφιζε. Όμως, όπως ο ίδιος εξηγεί, ήταν ένα πρώιμο ταξίδι. Ήξερε από 3 ετών ότι είναι ζωγράφος· το δήλωνε σε όλους, παντού και πάντα. Το ένιωθε, το πίστευε και το πραγμάτωσε. 65 χρόνια μετά αισθάνεται το ίδιο.

Από τα πρώτα εξπρεσιονιστικά του τελάρα της δεκαετίας του ’80 μέχρι τις πρόσφατες, βαθιά ελληνικές εικαστικές του αφηγήσεις, ο Χρήστος Αντωναρόπουλος ακολουθεί μια πορεία πέντε δεκαετιών που συνομιλεί με την ιστορία της τέχνης, τη μνήμη των εικόνων και τη σύγχρονη ελληνική συνείδηση.

Ζωγράφος του φωτός αλλά και της σκιάς της Ιστορίας, έχει δημιουργήσει ένα προσωπικό «φανταστικό μουσείο», όπου συνυπάρχουν οι μεγάλοι δάσκαλοι της δυτικής ζωγραφικής, οι μύθοι της Ελλάδας και τα σύμβολα ενός κόσμου που αλλάζει.

Με αφορμή την ατομική του έκθεση «Ενοχικός Πατριωτισμός – Made in Greece», που φιλοξενείται στην Kapopoulos Fine Arts στο Κολωνάκι (10.3–26.3.2026), συζητάμε μαζί του στο σπίτι του στον Άλιμο για τη διαδρομή από τα παιδικά του χρόνια στα Φιλιατρά μέχρι σήμερα, για τα ερεθίσματα και τις επιρροές του, αλλά και για το πώς μπορεί η ζωγραφική να μιλήσει ακόμη για την πατρίδα, την Ιστορία και το φως με έναν τρόπο διαφορετικό, που συχνά οι λέξεις και τα γράμματα δεν μπορούν να νοηματοδοτήσουν εξίσου δυνατά.

«Χιλιάδες εικόνες ηλιόλουστων ή συννεφιασμένων ουρανών έχουμε δει, αλλά αυτές που μένουν χαραγμένες στη συνείδησή μας είναι του Turner και του Van Gogh. Ή αλλιώς, σκέψου τα πορτραίτα. Τώρα κλείσε τα μάτια σου. Ε, θα δεις την Joconda. Χρειάζεται να πούμε κάτι άλλο;»

Γεννηθήκατε στα Φιλιατρά Μεσσηνίας. Ποιες είναι οι πρώτες εικόνες που θυμάστε να σας διαμορφώνουν ως καλλιτέχνη; Το φως της Μεσσηνίας, τα τοπία, οι άνθρωποι;

Προέρχομαι από μια πολύ φτωχή οικογένεια αγροτών, καλλιεργητών της γης. Ο πατέρας μου ήταν πολύ μεγάλος όταν γεννήθηκα. Έζησε μια αντιφατική και άνετη ζωή στην Αθήνα, ώσπου κατέληξε στα Φιλιατρά φτωχός αγρότης. Ήταν κληρονόμος περιουσίας, αλλά από λάθος επιλογές έμεινε κυριολεκτικά απένταρος. Ξεκίνησε, μαζί με τη μητέρα μου, να δουλεύει τη γη, πριν ανοίξει ένα καφενείο, στο οποίο δούλευε μέχρι τα 80. Αγωνίστηκαν και οι δύο γονείς μου να μεγαλώσουν εμένα, τον αδελφό μου και την αδελφή μου.

Ως μαθητής ήμουν μέτριος και ανήσυχος, με προβληματική συμπεριφορά. Αποκορύφωμα ήταν όταν ο φασιστικών καταβολών γυμνασιάρχης προσέβαλε τη μητέρα μου και τον χαστούκισα, γεγονός που με οδήγησε να συνεχίσω το σχολείο μου στους Γαργαλιάνους, αλλά και σε πολλές άλλες περιπέτειες ενός ατίθασου εφήβου. Ήμουν ήρεμος και καλός, αλλά ήμουν και ασυμβίβαστος.

Το πρώτο που με επηρέασε, λοιπόν, δεν ήταν τα εξωτερικά ερεθίσματα, ήλιος, φως, φύση, άνθρωποι, αλλά ένα και μοναδικό πράγμα: η βαθιά μου πεποίθηση, ενός μωρού τότε, ότι είμαι ζωγράφος. Από 3 και 4 ετών επέμενα σε αυτό. 64 χρόνια μετά λέω το ίδιο πράγμα. Πιστεύω το ίδιο πράγμα και ζω για αυτό το πράγμα. Και το λέω χωρίς έπαρση. Είμαι υπηρέτης της τέχνης. Καλός, κακός, μέτριος, αυτό είμαι.

Γεννήθηκα λοιπόν ζωγράφος και, με αυτό ως βάση, άρχισα να συλλέγω ερεθίσματα. Από νήπιο με αποκαλούσαν τον ζωγράφο της τάξης. Και έτσι ένιωθα. Από τότε που μας έδιναν να παίξουμε με τα χρώματα και τις μπογιές στο νηπιαγωγείο, εγώ προσπαθούσα να φτιάξω αναγεννησιακές μορφές, να δώσω βάθος, να δημιουργήσω προοπτική, χωρίς φυσικά να ξέρω τότε τι σημαίνουν αυτές οι έννοιες.

Όσον αφορά τα τοπία και τον γύρω κόσμο, είμαι ένας εικαστικός που κοίταζε πάντα μέσα του. Ποτέ δεν πήρα ερεθίσματα από τον εξωτερικό κόσμο. Ζωγράφιζα τα αισθήματά μου, τις μνήμες μου, τις εντυπώσεις μου, και ερμήνευα, αποτύπωνα τον κόσμο όπως εγώ τον εισέπραττα και τον ένιωθα.

Η ουσία λοιπόν είναι πως, παρότι προέρχομαι από πολύ φτωχή οικογένεια, και πολλές φορές αψηφώντας ή αγνοώντας τον αγώνα της επιβίωσης, εγώ επέλεξα και αφιερώθηκα σε αυτό το κάλεσμα, στην κλίση μου να γίνω ζωγράφος.

Πότε συνειδητοποιήσατε για πρώτη φορά ότι η ζωγραφική δεν θα ήταν απλώς ένα ενδιαφέρον αλλά η δουλειά και το έργο σας;

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Η λέξη «δουλειά» δεν με εκφράζει, καθώς εμπεριέχει την έννοια της δουλείας. Για εμένα η ζωγραφική είναι δημιουργία και ζωή. Απαραίτητο συστατικό της ζωής μου. Δεν μπορώ χωρίς αυτό.

Υπάρχει κάποιο παιδικό ή εφηβικό βίωμα που πιστεύετε ότι επανέρχεται ασυνείδητα μέσα στα έργα σας;

Από πολύ μικρός προβληματίζομαι, με άγχωνε, αν θες, η ευθραυστότητα του ανθρώπου, η ιδέα και η έννοια της απώλειας και της θνητότητας. Ίσως επειδή ο πατέρας μου ήταν πολύ μεγάλης ηλικίας. Δηλαδή, όταν εγώ ήμουν 10 ετών, εκείνος ήταν 62 χρονών. Το 1968, στα 60 θεωρούμασταν μεγάλοι άνθρωποι, γέρος τον θεωρούσαν. Οι άλλοι εξηντάρηδες είχαν εγγόνια. Κάτι που, υποσυνείδητα, μάλλον με απασχολούσε.

Σπουδές και καλλιτεχνική διαμόρφωση

Σπουδάσατε ζωγραφική και σκηνογραφία στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Πώς επηρέασε η σκηνογραφία τον τρόπο που οργανώνετε τον χώρο και το φως στα έργα σας;

Η μελέτη του σκηνικού χώρου με επηρέασε ώστε να μην ορίζω τον χώρο στη ζωγραφική μου ως γεωμετρικό γεγονός, αλλά ως χρωματική σύνθεση. Στο σύμπαν, το άδειο και το γεμάτο είναι ταυτόσημα.

Ποιοι καθηγητές ή καλλιτεχνικές προσωπικότητες εκείνης της περιόδου άσκησαν, θεωρείτε, τη μεγαλύτερη επιρροή πάνω σας;

Δημητρέας, Μυταράς, Κεσσανλής, Κοκκινίδης και πολλοί άλλοι καθηγητές μας, σαφώς μου έδωσαν πολλά.

Ως ουσιαστικούς δασκάλους μου, όμως, αναγνωρίζω τους συμφοιτητές μου.

Αν κοιτάξετε πίσω στην περίοδο της ΑΣΚΤ, τι θεωρείτε ότι πήρατε περισσότερο: τεχνική γνώση ή έναν τρόπο να σκέφτεστε την εικόνα;

Τεχνικές γνώσεις και εργαλεία. Από τον Κεσσανλή, για παράδειγμα, διδάχτηκα τη χρήση των εξωζωγραφικών μέσων και πώς εφαρμόζονται στη ζωγραφική. Κατά τα άλλα, ο τρόπος σκέψης οφείλει να είναι προσωπική διαδικασία του καθενός από εμάς.

Η πρώτη έκθεση – ο εξπρεσιονισμός

Τα πρώτα σας έργα χαρακτηρίστηκαν από μια έντονη εξπρεσιονιστική γραφή. Τι ήταν αυτό που θέλατε να εκφράσετε τότε;

Ο Κοκκινίδης με πήρε από το χέρι, κυριολεκτικά, το 1985, μαζί με αυτή την πρώτη σειρά έργων, που ήταν η πτυχιακή μου εργασία, και με πήγε στον Νίκο Πετσάλη, που είχε τη γκαλερί Το Τρίτο Μάτι. Έτσι προέκυψε η έκθεση.

Ήταν μια έκθεση που διαπραγματευόταν με έντονο τρόπο τις οικολογικές μου ανησυχίες, την αγάπη αλλά και τον φόβο για το περιβάλλον. Μια σειρά από ζωόμορφες ερωτικές περιπτύξεις, δηλαδή συνευρέσεις ζώων και ανθρώπων, που συμβόλιζαν τον βιασμό της φύσης από τον άνθρωπο και την αντίδραση της φύσης.

Πώς βλέπετε σήμερα εκείνα τα πρώτα μεγάλα τελάρα; Σαν μια έκρηξη ενέργειας ή σαν την αρχή μιας μακράς αναζήτησης;

Τα βλέπω σαν την αρχή μιας έντιμης και φιλόδοξης, ίσως, πορείας, που είχε μέσα της όλη την ορμή, τον θυμό και τις εκρήξεις ενός νέου ανθρώπου. Συγκινούμαι αφάνταστα όταν τύχει να δω ορισμένα από εκείνα τα έργα. Μακάρι να τα ξανασυναντήσω.

Η ιστορία της τέχνης ως «φανταστικό μουσείο»

Σε πολλές δουλειές σας συνομιλείτε με μεγάλους δασκάλους: από τον Botticelli και τον Rembrandt μέχρι τον Picasso και τον Warhol. Πώς γεννήθηκε αυτή η ανάγκη διαλόγου με την ιστορία της τέχνης;

Όπως προαναφέραμε, ανήκω στους ζωγράφους που δεν κοιτούν γύρω τους, αλλά μέσα τους. Ως εκ τούτου, μέσα μου υπάρχουν όλοι αυτοί που προανέφερες, που με δίδαξαν, με διδάσκουν και θα συντροφεύουν το έργο μου σε όλη μου τη ζωή.

Είμαι σε έναν διαρκή εσωτερικό διάλογο με την ιστορία της τέχνης, από τις προϊστορικές βραχογραφίες έως τα σύγχρονα graffiti, και όλα τα ενδιάμεσα: από την αρχαία ελληνική, τη γοτθική, τη βυζαντινή, την αναγεννησιακή, το μπαρόκ, το ροκοκό, ό,τι θες είναι πάντα εκεί. Όλα και τίποτε.

Θέλω στο τέλος να σου μένει ο Χρήστος. Το πώς, δηλαδή, έχω μεταβολίσει όλα αυτά τον μισό και πλέον αιώνα που συνειδητά ζωγραφίζω.

Άρα και τα έργα της πρόσφατης έκθεσής σας για τον «Ενοχικό Πατριωτισμό – Made in Greece», που είχαν αναφορές στον Τσαρούχη, τον αυστηρό Φειδία και τον ερωτικό Πραξιτέλη, εντάσσονται στην ίδια λογική;

Πράγματι, αλλά δεν περιορίζεται εκεί.

Σε αρκετά έργα πειραματίζεστε και με το φως τύπου “neon”. Πώς προέκυψε και τι σημαίνει — τι συμβολίζει;

Αυτό το φως είναι αποτέλεσμα της φιλόδοξης επιδίωξής μου να προσθέσω καινούργια εικαστικά στοιχεία σε ένα έργο, πέρα από τα κλασικά: σχέδιο, χρώμα, σύνθεση.

Και εξηγούμαι: στην προσπάθειά μου να προσθέσω καινούργια στοιχεία της σημερινής τεχνολογίας στα έργα μου, άρχισα να πειραματίζομαι με τον χώρο, τις διαφάνειες και τους νέον φωτισμούς. Τα χαρακτηριστικά τους, τις δυνατότητές τους να επέμβουν, να συμβάλουν και να σχολιάσουν ένα σύγχρονο έργο τέχνης που συνομιλεί με το παρελθόν.

Πολλοί τεχνοκριτικοί έχουν γράψει ότι το βασικό θέμα του έργου σας είναι το φως. Για εσάς τι είναι το φως στη ζωγραφική; Φυσικό φαινόμενο, μεταφορά ή κάτι βαθύτερο;

Για εμένα το φως είναι έννοια και μεταφορική και ουσιαστική. Διότι, αν αφαιρέσουμε το φως, γενικά δεν υπάρχει τίποτε.

«Το νήμα που συνδέει τα πάντα [στην τέχνη μου] είναι η έντονη και συνεχής άρνηση του εφησυχασμού.»

Η ελληνική διάσταση

Στην τελευταία σας έκθεση στρέφεστε πιο έντονα προς την ελληνική ιστορία και τα εθνικά σύμβολα. Γιατί όμως “Ενοχικός Πατριωτισμός”;

Σου παραθέτω αυτούσιο ένα απόσπασμα από το βιβλίο μου με τις εκδόσεις Νίκας, «Χρήστος Αντωναρόπουλος: Έργα 1980–2026»:

«Είναι πολύ αμήχανο και δύσκολο να εκφραστείς για την πατρίδα που αγαπάς, όταν οι διαχειριστές της την απαξιώνουν και τη στρέφουν εναντίον σου. Όταν διάφορες ομάδες, με την ανοχή των υπολοίπων, τη σφετερίζονται, ενώ άλλοι, στο όνομα της παγκοσμιοποίησης και του διεθνισμού, την υπονομεύουν. Πώς να υπερασπιστείς την αξιοπρέπειά της και τη δική σου;»

Με άλλα λόγια, και ο πατριωτισμός και η τύχη του τόπου μας είναι στα χέρια μας.

Στα έργα των «Σημαιοφόρων» ή σε άλλες πρόσφατες ενότητες υπάρχει μια έντονη αίσθηση ιστορικού βάρους. Νιώθετε ότι η ζωγραφική μπορεί να σχολιάζει κοινωνικά γεγονότα;

Η ζωγραφική δεν είναι μόνο διακόσμηση τοίχου. Και οι καλλιτέχνες δεν είναι απλοί μάστορες. Είναι, ή έστω οφείλουν να είναι, ενεργά μέρη της κοινωνίας μας. Συνήθως προοδευτικής κατεύθυνσης, με ευαισθησίες, που τις μετατρέπουν σε τέχνη.

Ως εκ τούτου οφείλουν να σχολιάζουν τα κοινωνικά δρώμενα, να παίρνουν θέση, και μάλιστα πολύ ενεργητική.

Η σχέση με το παρόν

Ζούμε σε μια εποχή όπου οι εικόνες παράγονται και καταναλώνονται με απίστευτη ταχύτητα. Ποιος είναι ο ρόλος της ζωγραφικής σε έναν τέτοιο κόσμο;

Είναι ακριβώς όπως το λες. Και η καλή ζωγραφική έρχεται να μας δώσει εικόνες φορτισμένες με συναισθήματα και με αντοχή στον χρόνο.

Χιλιάδες ή εκατομμύρια εικόνες ηλιόλουστων ή συννεφιασμένων ουρανών έχουμε δει. Αλλά αυτές που μένουν χαραγμένες στη συνείδησή μας είναι του William Turner και του Vincent Van Gogh. Ή αλλιώς, σκέψου τα πορτρέτα. Τώρα κλείσε τα μάτια σου. Ε, θα δεις τη Joconda. Χρειάζεται να πούμε κάτι άλλο;

Πιστεύετε ότι η ζωγραφική σήμερα πρέπει να αντιστέκεται στην ταχύτητα της εικόνας ή να συνομιλεί μαζί της;

Να αντιστέκεται μεν στην ταχύτητα, αλλά παράλληλα να συνομιλεί μαζί της, καθώς η τέχνη οφείλει πάντα να βρίσκεται σε διάλογο με την εποχή της.

“Η Τέχνη Δεν Έχει Αντίτιμο Αλλά Έχει Αξία”

Η έκθεση του 2026 – Kapopoulos Fine Arts, Μάρτιος 2026

Η νέα σας έκθεση στην Kapopoulos Fine Arts έχει τον τίτλο «Ενοχικός Πατριωτισμός – Made in Greece». Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα;

Είναι η αμηχανία ενός ανήσυχου πατριώτη, που δεν είναι ούτε εθνικιστής ούτε πατριδοκάπηλος.

Μετά από πέντε δεκαετίες συνειδητής δημιουργίας, τι αισθάνεστε ότι αναζητάτε ακόμη στη ζωγραφική;

Πάθος. Βαθύ, δυνατό και συνεχώς ανανεούμενο.

Αν ένας νέος ζωγράφος σας ρωτούσε σήμερα ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση της τέχνης, τι θα του απαντούσατε;

Η μεγαλύτερη πρόκληση της τέχνης είναι η τέχνη αυτή καθεαυτή. Αυτό ψάχνω και εγώ.

Και τέλος, αν κοιτάξετε όλη τη διαδρομή σας από τα Φιλιατρά μέχρι την έκθεση στο Κολωνάκι το 2026, ποιο είναι το νήμα που ενώνει όλα τα έργα σας;

Το νήμα που συνδέει τα πάντα είναι η έντονη και συνεχής άρνηση του εφησυχασμού. Και η διαρκής αμφισβήτηση των κεκτημένων μου.

Κάθε φορά που ολοκληρώνω μία σειρά έργων και μία άποψη, αρχίζω μια φρέσκια αναζήτηση. Μια καινούργια ανησυχία γεννιέται μέσα μου, την οποία αρχίζω να ψάχνω με πάθος, αναζητώντας μια άλλη οπτική, που άλλοτε δικαιώνεται, άλλοτε όχι.

Πάντα όμως με κρατάει σε εγρήγορση, σε μια σχέση σχεδόν ερωτική με την τέχνη.