Απειλή ή ευκαιρία για τις τράπεζες τα e-περιουσιακά στοιχεία

Απειλή ή ευκαιρία για τις τράπεζες τα e-περιουσιακά στοιχεία
Photo: Shutterstock
Τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία και οι νέες υποδομές διακανονισμού δημιουργούν νέες πηγές εσόδων αλλά και κινδύνους απώλειας μεριδίων αγοράς για τις τράπεζες που δεν θα προσαρμοστούν έγκαιρα.  

Η αυξανόμενη υιοθέτηση των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων αναμένεται να επηρεάσει βαθιά τα οικονομικά μεγέθη της αγοράς τα επόμενα χρόνια, δημιουργώντας ένα ευρύ φάσμα πιθανών εξελίξεων που θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο οι τράπεζες θα ανταποκριθούν στη μετάβαση. Παρότι οι συναλλαγές σε κρυπτονομίσματα δεν φαίνεται να απειλούν άμεσα το παραδοσιακό τραπεζικό μοντέλο, οι υποδομές που βασίζονται σε ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία αναμένεται να αναδιαμορφώσουν σταδιακά τον μηχανισμό λειτουργίας των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών αγορών. Οι επιπτώσεις ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα αισθητές σε βασικούς τομείς δραστηριότητας των τραπεζών, όπως οι αγορές συναλλάγματος, οι διασυνοριακές πληρωμές, η διαχείριση ρευστότητας και οι υπηρεσίες θεματοφυλακής και διακανονισμού τίτλων.

Σύμφωνα με στοιχεία της Morgan Stanley, οι τράπεζες που εξυπηρετούν επιχειρήσεις, κυβερνήσεις και θεσμικούς πελάτες κατέγραψαν το 2025 έσοδα-ρεκόρ ύψους 660 δισ. δολ. Η βασική εκτίμηση του οίκου προβλέπει ετήσια ανάπτυξη της τάξης του 3%, οδηγώντας τα συνολικά έσοδα στα 770 δισ. δολάρια έως το 2030.

Ωστόσο, πέρα από αυτό το σενάριο σταθερής ανάπτυξης, η αυξανόμενη ζήτηση για ψηφιακά assets δημιουργεί νέες ευκαιρίες αλλά και σημαντικούς κινδύνους.

«Η σχετική απόδοση των τραπεζών θα εξαρτηθεί εν μέρει από το πόσο αποτελεσματικά θα ανταποκριθούν στις απαιτήσεις επενδυτών και επιχειρήσεων για tokenized υπηρεσίες», σημειώνει η επικεφαλής έρευνας για τον τραπεζικό κλάδο και τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες της Morgan Stanley, Betsy Graseck. Όπως επισημαίνει, η αγορά ενδέχεται να βρίσκεται στην αρχή μιας βαθιάς διαρθρωτικής αλλαγής στις υποδομές που στηρίζουν τη χονδρική τραπεζική.

Κοινή μελέτη της Morgan Stanley και της Oliver Wyman εξετάζει πώς τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία θα μπορούσαν να μετασχηματίσουν τον κλάδο μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Η ανάλυση εκτιμά ότι, καθώς αυξάνεται η ζήτηση από ιδιώτες και θεσμικούς επενδυτές, οι τράπεζες θα επιδιώξουν να αποκτήσουν μεγαλύτερη έκθεση στην αγορά κρυπτονομισμάτων, η οποία σήμερα αποτιμάται περίπου στα 3 τρισ. δολ. Υπό την προϋπόθεση ότι το κανονιστικό πλαίσιο θα επιτρέψει ευρύτερη δραστηριοποίηση, τα έσοδα που σχετίζονται με την αγορά αυτή θα μπορούσαν να φθάσουν τα 7 δισ. δολ. έως το 2030.

Η μεγαλύτερη μεταβολή, ωστόσο, ενδέχεται να προκύψει όχι από την άμεση ανάπτυξη της αγοράς crypto, αλλά από τη σταδιακή μεταφορά δραστηριοτήτων από τις παραδοσιακές χρηματοπιστωτικές υποδομές προς ψηφιακά δίκτυα διακανονισμού. Εφόσον θεσμικοί και εταιρικοί πελάτες στραφούν σε συστήματα που επιτρέπουν ταχύτερη ή ακόμη και άμεση εκκαθάριση συναλλαγών, οι τράπεζες θα χρειαστεί να προσαρμόσουν εγκαίρως τα επιχειρηματικά τους μοντέλα ώστε να διατηρήσουν ή και να ενισχύσουν τα μερίδια αγοράς τους.

Η ζήτηση για ταχύτερους διασυνοριακούς διακανονισμούς είναι ήδη ορατή, επηρεάζοντας δραστηριότητες όπως οι υπηρεσίες συναλλάγματος, η διαχείριση ταμειακών διαθεσίμων, η διαχείριση εξασφαλίσεων και οι υπηρεσίες τίτλων.

Ο εκσυγχρονισμός των χρηματοπιστωτικών υποδομών

Παρά τη ραγδαία τεχνολογική πρόοδο, σημαντικό μέρος του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος εξακολουθεί να λειτουργεί πάνω σε υποδομές που σχεδιάστηκαν δεκαετίες πριν. Η εμφάνιση νέων μορφών ψηφιακού χρήματος όπως τα stablecoins, οι tokenized καταθέσεις και τα ψηφιακά νομίσματα κεντρικών τραπεζών (CBDCs) δημιουργεί την ανάγκη για συστήματα που μπορούν να λειτουργούν αδιάλειπτα, σε πραγματικό χρόνο και σε πολλαπλές δικαιοδοσίες.

Η μελέτη υποστηρίζει ότι οι τράπεζες μπορούν να προστατεύσουν αλλά και να διευρύνουν τη θέση τους στην αγορά επενδύοντας σε αξιόπιστες πύλες εξυπηρέτησης πελατών, σε tokenized υποδομές και σε οικοσυστήματα που θα υποστηρίζουν την επόμενη γενιά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

Παράλληλα, όμως, οι κίνδυνοι είναι σημαντικοί για όσους καθυστερήσουν να προσαρμοστούν. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι έσοδα ύψους 21 έως 82 δισ. δολ., δηλαδή το 3% έως 11% των συνολικών εσόδων του κλάδου, ενδέχεται να μετακινηθούν από τα παραδοσιακά κανάλια προς ψηφιακές υποδομές.

Η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή, καθώς η τελική έκβαση θα εξαρτηθεί από την πορεία της αγοράς κρυπτονομισμάτων, τις κανονιστικές εξελίξεις και την ταχύτητα με την οποία οι πελάτες θα υιοθετήσουν τις νέες τεχνολογίες.

Η ζήτηση για ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω από τις νομοθετικές πρωτοβουλίες που βρίσκονται σε εξέλιξη στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες μεγάλες αγορές.

Στις ΗΠΑ, η ψήφιση του νόμου GENIUS δημιούργησε το πρώτο ολοκληρωμένο πλαίσιο για την αγορά των stablecoins, ενώ η αναμενόμενη έγκριση του Clarity Act θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη κανονιστική σαφήνεια, καθορίζοντας ποια ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία θα υπάγονται στην εποπτεία της SEC και ποια στην CFTC.

Την ίδια στιγμή, οι εταιρείες χρηματοοικονομικής τεχνολογίας (fintech) ενισχύουν τη θέση τους, καθώς αυξάνεται η διαθεσιμότητα κεφαλαίων και η επενδυτική στήριξη προς την καινοτομία στον χώρο των digital assets.

Επιπλέον, η απόφαση των χρηματιστηρίων Nasdaq και NYSE να επεκτείνουν τις ώρες λειτουργίας τους σε καθεστώς 23 ωρών ημερησίως, πέντε ημέρες την εβδομάδα, από τον Δεκέμβριο, θεωρείται από πολλούς ως ένα ακόμη βήμα προς την κατεύθυνση αγορών που θα λειτουργούν τελικά σε βάση 24/7. Παράλληλα, η Depository Trust & Clearing Corporation (DTCC), βασικός πυλώνας της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής υποδομής, σχεδιάζει να υποστηρίξει ευρύτερο φάσμα tokenized προϊόντων από τον Οκτώβριο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: