ΑΑΔΕ: Νέοι έλεγχοι σε χιλιάδες φακέλους – Στο στόχαστρο καταθέσεις, ΦΠΑ και ακίνητα
- 03/08/2026, 09:15
- SHARE
Χιλιάδες φορολογικές υποθέσεις μπαίνουν ξανά στο μικροσκόπιο της ΑΑΔΕ, καθώς οι ελεγκτικές υπηρεσίες επιταχύνουν τις διαδικασίες ελέγχου προκειμένου να ολοκληρωθούν οι καταλογισμοί πριν από τη λήξη των προθεσμιών παραγραφής στο τέλος του 2026.
Οι έλεγχοι αφορούν κυρίως τραπεζικές καταθέσεις, δηλώσεις εισοδήματος, υποθέσεις ΦΠΑ και στοιχεία ακίνητης περιουσίας, με την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων να αξιοποιεί τα σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία που έχει στη διάθεσή της.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το Σύστημα Μητρώου Τραπεζικών Λογαριασμών και Πληρωμών, το οποίο δίνει τη δυνατότητα στους ελεγκτές να συγκρίνουν τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών με τα εισοδήματα που έχουν δηλωθεί στην Εφορία.
Η κινητοποίηση της ΑΑΔΕ συνδέεται άμεσα με την παραγραφή χιλιάδων φορολογικών υποθέσεων που πλησιάζει.
Εφόσον ένας έλεγχος δεν ολοκληρωθεί εγκαίρως και δεν εκδοθούν οι πράξεις καταλογισμού, το Δημόσιο χάνει το δικαίωμα να επιβάλει επιπλέον φόρους και πρόστιμα.
Για τον λόγο αυτό οι φορολογικές υπηρεσίες έχουν θέσει σε προτεραιότητα υποθέσεις με υψηλό φορολογικό ενδιαφέρον, δίνοντας έμφαση σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ενδείξεις αναντιστοιχίας μεταξύ δηλωμένων εισοδημάτων και πραγματικής οικονομικής εικόνας.
Οι βασικές κατηγορίες ελέγχων περιλαμβάνουν:
- Τραπεζικές καταθέσεις που δεν δικαιολογούνται από τα δηλωμένα εισοδήματα
- Αποκλίσεις μεταξύ φορολογικών δηλώσεων και περιουσιακών στοιχείων
- Υποθέσεις ΦΠΑ με πιθανές παραβάσεις
- Έλεγχους σε επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες
- Περιπτώσεις χρήσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων
Η ΑΑΔΕ εξετάζει διαφορετικές κατηγορίες υποθέσεων, ανάλογα με τον χρόνο παραγραφής που ισχύει σε κάθε περίπτωση.
Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στις επιχειρήσεις και στους επαγγελματίες που χρησιμοποιούν ηλεκτρονική τιμολόγηση μέσω παρόχου.
Για αυτές τις περιπτώσεις ισχύει τριετής χρόνος παραγραφής, με αποτέλεσμα οι υποθέσεις της χρήσης 2022 να παραμένουν ανοικτές μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Η ψηφιακή καταγραφή των συναλλαγών επιτρέπει στην ΑΑΔΕ να πραγματοποιεί πιο γρήγορους και στοχευμένους ελέγχους.
Παράλληλα συνεχίζονται οι έλεγχοι για τη χρήση του 2020, η οποία παραμένει εντός του γενικού πλαισίου της πενταετούς παραγραφής.
Οι ελεγκτές μπορούν να εξετάσουν:
- τραπεζικές κινήσεις,
- δηλώσεις εισοδήματος,
- στοιχεία ΦΠΑ,
- οικονομικά δεδομένα επιχειρήσεων.
Ανοικτές παραμένουν και ορισμένες παλαιότερες υποθέσεις, όπως αυτές του 2015, όταν προκύπτουν νέα ή συμπληρωματικά στοιχεία.
Σε αυτή την κατηγορία μπορεί να ενταχθούν περιπτώσεις με:
- πλαστά φορολογικά στοιχεία
- εικονικά τιμολόγια
- νέα δεδομένα που δεν ήταν διαθέσιμα στον αρχικό έλεγχο
Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί να εφαρμοστεί η δεκαετής παραγραφή.
Πολύ παλιές υποθέσεις έως και το 2010
Η φορολογική διοίκηση μπορεί ακόμη να εξετάσει υποθέσεις που φτάνουν αρκετά χρόνια πίσω, όταν:
- δεν είχε υποβληθεί φορολογική δήλωση,
- η δήλωση υποβλήθηκε εκπρόθεσμα,
- υπάρχουν ειδικές περιπτώσεις που προβλέπει η νομοθεσία.
Σε αυτές τις περιπτώσεις ο χρόνος ελέγχου μπορεί να επεκταθεί ακόμη και έως τα 15 χρόνια.
Το βασικό όπλο των φορολογικών ελεγκτών είναι η αξιοποίηση των ηλεκτρονικών δεδομένων.
Μέσω του Συστήματος Μητρώου Τραπεζικών Λογαριασμών και Πληρωμών, η ΑΑΔΕ μπορεί να εντοπίσει πιθανές αποκλίσεις ανάμεσα:
- στις τραπεζικές εισροές,
- στα δηλωμένα εισοδήματα,
- στην ακίνητη περιουσία,
- στις φορολογικές υποχρεώσεις.
Όταν εμφανίζονται σημαντικές διαφορές, ο φορολογικός φάκελος επανεξετάζεται και ξεκινά αναλυτικός έλεγχος.
Η νέα επιχείρηση ελέγχων δείχνει ότι η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο εντοπίζονται πιθανές παραβάσεις.
Οι φορολογούμενοι που βρίσκονται σε διαδικασία ελέγχου θα πρέπει να μπορούν να δικαιολογήσουν:
- την προέλευση χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς,
- σημαντικές αυξήσεις περιουσίας,
- μεγάλες συναλλαγές,
- διαφορές ανάμεσα σε δηλωμένα και πραγματικά οικονομικά στοιχεία.
Στόχος της ΑΑΔΕ είναι να ολοκληρώσει όσο το δυνατόν περισσότερους ελέγχους πριν από την εκπνοή των προθεσμιών, ώστε να διασφαλιστούν τα δημόσια έσοδα και να αντιμετωπιστούν περιπτώσεις φοροδιαφυγής.