Αγωγή 17,5 εκατ. στον ιδρυτή της Revolut από κορυφαίο broker για superyacht αξίας 350 εκατ. ευρώ
- 04/08/2026, 11:38
- SHARE
Νομική διαμάχη ύψους 17,5 εκατ. ευρώ βρίσκεται σε εξέλιξη στο Λονδίνο μεταξύ του δισεκατομμυριούχου ιδρυτή της Revolut, Νικ Στορόνσκι, και της κορυφαίας εταιρείας διαμεσολάβησης πολυτελών σκαφών Cecil Wright & Partners.
Η εταιρεία έχει καταθέσει αγωγή στο Ανώτατο Δικαστήριο του Λονδίνου, υποστηρίζοντας ότι ο Στορόνσκι απέφυγε να καταβάλει την προμήθεια που δικαιούτo για την αγορά ενός superyacht αξίας περίπου 350 εκατ. ευρώ.
Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα, η Cecil Wright & Partners ισχυρίζεται ότι διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην εξεύρεση του σκάφους και ότι, βάσει της συμφωνίας με τον επιχειρηματία, δικαιούται προμήθεια 5% επί της συναλλαγής.
Η υπόθεση ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2024, όταν σύμβουλος του family office του Νικ Στορόνσκι προσέγγισε τη Cecil Wright & Partners προκειμένου να βοηθήσει στην κατασκευή ενός νέου yacht.
Το 2025, σύμφωνα με την αγωγή, ζητήθηκε από τον broker να εντοπίσει ένα διαθέσιμο σκάφος που θα μπορούσε να αποκτήσει ο ιδρυτής της Revolut στο ενδιάμεσο διάστημα.
Η Cecil Wright υποστηρίζει ότι πρότεινε στον Στορόνσκι ένα εντυπωσιακό yacht μήκους 102 μέτρων, το οποίο κατασκευαζόταν από τη γερμανική εταιρεία Lürssen, έναν από τους κορυφαίους ναυπηγούς superyachts παγκοσμίως.
Το σκάφος διαθέτει μεταξύ άλλων γυάλινη πισίνα υπερχείλισης μήκους 25 ποδιών, beach club, καθώς και γυμναστήριο εξοπλισμένο με θάλαμο κρυοθεραπείας.
Η Cecil Wright αναφέρει ότι τον Ιανουάριο του 2026 ενημερώθηκε πως ο Νικ Στορόνσκι είχε τελικά αγοράσει το yacht απευθείας από τον πωλητή, τον Καναδό επιχειρηματία και πρώην παίκτη χόκεϊ επί πάγου Πάτρικ Ντόβιγκι.
Η εταιρεία υποστηρίζει ότι, παρά το γεγονός πως δεν συμμετείχε στην τελική συμφωνία, παραμένει «η αποτελεσματική αιτία» της πώλησης και επομένως δικαιούται την προβλεπόμενη προμήθεια.
Η αγωγή αφορά ποσό περίπου 17,5 εκατ. ευρώ, που αντιστοιχεί στην προμήθεια 5% επί της αξίας της συναλλαγής.
Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του family office του Νικ Στορόνσκι χαρακτήρισε την αγωγή «αβάσιμη» και δήλωσε ότι θα υπάρξει υπεράσπιση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου.
Το συγκεκριμένο superyacht είχε μια ιδιαίτερα περίπλοκη πορεία ιδιοκτησίας πριν καταλήξει στον ιδρυτή της Revolut.
Αρχικά είχε παραγγελθεί από τον Πάτρικ Ντόβιγκι, πριν μεταβιβαστεί σε έναν ανώνυμο Βραζιλιάνο ιδιοκτήτη. Ο τελευταίος φέρεται να συνδέθηκε με έρευνα για υπόθεση απάτης στη Βραζιλία.
Τον Νοέμβριο του 2025 συνελήφθη ο τραπεζίτης Ντάνιελ Βόρκαρο στο πλαίσιο έρευνας για υποτιθέμενη απάτη ύψους 12,2 δισ. ρεάλ (περίπου 2,3 δισ. δολάρια) που σχετιζόταν με την Banco Master. Ο ίδιος έχει αρνηθεί οποιαδήποτε εμπλοκή και συνεργάζεται με τις αρχές, σύμφωνα με τους δικηγόρους του.
Μετά τη σύλληψη, ο Ντόβιγκι φέρεται να απέκτησε ξανά το yacht, πριν το πουλήσει στον Νικ Στορόνσκι.
Η αγορά των superyachts και οι συμφωνίες δισεκατομμυρίων
Η Cecil Wright & Partners θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους brokers στον χώρο των υπερπολυτελών σκαφών και έχει συμμετάσχει σε ορισμένες από τις μεγαλύτερες συμφωνίες της αγοράς.
Μεταξύ των projects στα οποία έχει εμπλακεί περιλαμβάνονται το 99 μέτρων yacht Madame Gu, που συνδέθηκε με τον Ρώσο δισεκατομμυριούχο Αντρέι Σκοτς, καθώς και το Tango, το οποίο κατασχέθηκε από τις ισπανικές αρχές λόγω σύνδεσης με τον υπό κυρώσεις Ρώσο-Ισραηλινό ολιγάρχη Βίκτορ Βέξελμπεργκ.
Ο ιδρυτής της εταιρείας, Κρις Σέσιλ-Ράιτ, δήλωσε στους Financial Times ότι τέτοιες περιπτώσεις είναι εξαιρετικά σπάνιες για brokers του κλάδου.
«Είναι πολύ ασυνήθιστο για έναν broker να βρεθεί σε αυτή τη θέση και είναι η πρώτη φορά που μου συμβαίνει, όμως αισθάνομαι έντονα για την υπόθεση και γι’ αυτό προχωρώ σε νομικές ενέργειες», ανέφερε.
Ο Νικ Στορόνσκι, συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Revolut, συγκαταλέγεται στους νεότερους δισεκατομμυριούχους της Ευρώπης. Η ψηφιακή τράπεζα που ίδρυσε έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους παίκτες στον χώρο των fintech, με εκατομμύρια πελάτες διεθνώς.
Η υπόθεση του superyacht αναδεικνύει, για ακόμη μία φορά, τη σύνθετη φύση των συναλλαγών στην αγορά των ultra-luxury assets, όπου οι προμήθειες, οι μεσολαβητές και οι συμφωνίες εμπιστευτικότητας μπορούν να οδηγήσουν σε πολυετείς νομικές διαμάχες.