Τραμπ: Πώς η «οικονομική D-Day» μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ

Τραμπ: Πώς η «οικονομική D-Day» μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ
US President Donald Trump waves as he walks to his motorcade after exiting Marine One on the Ellipse near the White House on August 16, 2026. President Trump is returning to the White House after spending the weekend at his golf club in New Jersey. (Photo by Mandel NGAN / AFP) Photo: AFP
Ο Αμερικανός πρόεδρος εγκαταλείπει προς το παρόν τη διπλωματία και επενδύει σε έναν πόλεμο οικονομικής εξάντλησης κατά της Τεχεράνης.
  • Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να αποκόψει το Ιράν από τις εξαγωγές πετρελαίου, τη χρηματοδότηση και τα δίκτυα παράκαμψης των κυρώσεων.
  • Μια αποτελεσματική απομόνωση απαιτεί συνεργασία συμμάχων και πίεση σε κινεζικές τράπεζες, με υψηλό διπλωματικό και οικονομικό κόστος.
  • Η Τεχεράνη μπορεί να απαντήσει μέσω των Στενών του Ορμούζ, μεταφέροντας την πίεση στις τιμές καυσίμων και στους Αμερικανούς ψηφοφόρους πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει παρουσιάσει πολλές φορές την πολιτική του απέναντι στο Ιράν μέσα από εντυπωσιακές διακηρύξεις. Αυτή τη φορά υπόσχεται την «πιο συντριπτική οικονομική επιχείρηση» που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ εναντίον μιας χώρας, προαναγγέλλοντας μια νέα φάση ασφυκτικής πίεσης προς την Τεχεράνη.

Πίσω από τη ρητορική της «οικονομικής D-Day», ωστόσο, βρίσκεται ένα εξαιρετικά δύσκολο στοίχημα. Η καταστροφή ή έστω η ουσιαστική αποδυνάμωση της ιρανικής οικονομίας δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες. Απαιτεί παρατεταμένη εφαρμογή κυρώσεων, διεθνή συντονισμό και πολιτική αντοχή απέναντι στις επιπτώσεις που θα προκαλέσει στις ενεργειακές αγορές.

Το κεντρικό ερώτημα δεν είναι μόνο εάν το Ιράν μπορεί να αντέξει. Είναι και εάν ο ίδιος ο Τραμπ θα παραμείνει προσηλωμένος στη στρατηγική του όταν το κόστος αρχίσει να γίνεται αισθητό στις Ηνωμένες Πολιτείες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Από τους βομβαρδισμούς στον οικονομικό στραγγαλισμό

Η νέα προσέγγιση ακολουθεί την αποτυχία τόσο των στρατιωτικών επιχειρήσεων να οδηγήσουν την Ισλαμική Δημοκρατία σε παράδοση όσο και των διπλωματικών προσπαθειών να την επαναφέρουν σε συνομιλίες για το πυρηνικό της πρόγραμμα.

Σύμφωνα με το CNN, ο Λευκός Οίκος έχει ενημερώσει πολιτικούς συμμάχους του προέδρου ότι προετοιμάζεται για έναν πόλεμο οικονομικής εξάντλησης. Η επιδίωξη είναι να περιοριστούν τόσο δραστικά τα έσοδα και η πρόσβαση της Τεχεράνης στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, ώστε η ιρανική ηγεσία να αναγκαστεί τελικά να υποχωρήσει.

Ο Τραμπ έχει διακόψει τον διάλογο με το Ιράν και προειδοποιεί πλέον ότι οι κυρώσεις δεν θα περιοριστούν στη χώρα. Κράτη που επιτρέπουν σε τράπεζες, επιχειρήσεις, αεροδρόμια ή δημόσιους φορείς να στηρίζουν άμεσα ή έμμεσα την Τεχεράνη κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες.

Στο στόχαστρο βρίσκονται το λαθρεμπόριο πετρελαίου, οι μεταφορές μετρητών, οι συναλλαγματικές διευκολύνσεις, τα νηολόγια και οι εταιρείες-βιτρίνες που χρησιμοποιούνται για την παράκαμψη των περιορισμών.

Γιατί το Ιράν μπορεί να αντέξει

Η Τεχεράνη δεν είναι άπειρη στην οικονομική απομόνωση. Το ιρανικό καθεστώς έχει επιβιώσει επί δεκαετίες υπό καθεστώς σκληρών κυρώσεων, αναπτύσσοντας παράλληλα δίκτυα για τη μεταφορά πετρελαίου, κεφαλαίων και εμπορευμάτων έξω από τους επίσημους διαύλους.

Αναλυτές αμφισβητούν, επομένως, ότι η περαιτέρω επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών θα είναι αρκετή για να αλλάξει τη στρατηγική της ιρανικής ηγεσίας.

Ο Ντάνιελ Σιτρινόβιτς, πρώην επικεφαλής του τμήματος για το Ιράν στην Υπηρεσία Αμυντικών Πληροφοριών του Ισραήλ, εκτίμησε ότι η οικονομική πίεση μπορεί να επιβάλει σοβαρό κόστος, χωρίς όμως να μεταβάλει απαραίτητα τους υπολογισμούς της Τεχεράνης.

Η ιρανική ηγεσία έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να μεταφέρει μεγάλο μέρος του κόστους στον πληθυσμό, προκειμένου να προστατεύσει την παραμονή της στην εξουσία και τους στρατηγικούς της στόχους.

Η μεγάλη αδυναμία του σχεδίου: Ο χρόνος

Ακόμη και αν οι αμερικανικές κυρώσεις αποδειχθούν αποτελεσματικές, τα αποτελέσματά τους είναι πιθανό να απαιτήσουν μήνες ή ακόμη και χρόνια. Πρόκειται για μια στρατηγική που προϋποθέτει πειθαρχία, συνέπεια και αντοχή απέναντι στις πιέσεις των αγορών και της εσωτερικής πολιτικής.

Ακριβώς εκεί εντοπίζεται μία από τις βασικές αδυναμίες του σχεδίου. Ο Τραμπ έχει συχνά αλλάξει τακτική όταν μια πολιτική δεν αποδίδει γρήγορα ή όταν το πολιτικό κόστος αυξάνεται. Η Τεχεράνη μπορεί, συνεπώς, να ποντάρει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα εγκαταλείψει ή θα τροποποιήσει την εκστρατεία πριν αυτή αποφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Η προσέγγιση αυτή γίνεται ακόμη πιο ευάλωτη καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Μια νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας ή μια διεύρυνση της πολεμικής εμπλοκής θα μπορούσε να μετατραπεί γρήγορα σε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Χωρίς συμμάχους δεν επιβάλλεται πραγματικός αποκλεισμός

Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία μπορεί να περιορίσει τις κινήσεις πλοίων και να πιέσει τα ιρανικά λιμάνια. Δεν αρκεί, όμως, για να απομονώσει πλήρως μια οικονομία που έχει δημιουργήσει σύνθετα δίκτυα εμπορίου και χρηματοδότησης σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και την Ασία.

Μια αποτελεσματική εκστρατεία θα απαιτούσε στενή συνεργασία με τις χώρες του Περσικού Κόλπου, τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και σημαντικές ασιατικές οικονομίες. Θα χρειαζόταν επίσης συντονισμένη προσπάθεια για τον εντοπισμό και τη διάλυση των δικτύων μέσω των οποίων η Τεχεράνη εξάγει πετρέλαιο και αποκτά πρόσβαση σε συνάλλαγμα.

Ο Λούντοβιτς Χουντ του Hudson Institute έχει προτείνει την ενίσχυση της πίεσης στα έσοδα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, την αποδυνάμωση των οργανώσεων που συνδέονται με την Τεχεράνη και τη στενότερη συνεργασία της Ουάσιγκτον με τις κυβερνήσεις της Βαγδάτης και της Βηρυτού.

Το πρόβλημα είναι ότι οι σχέσεις του Τραμπ με αρκετούς από τους συμμάχους που θα χρειαζόταν έχουν ήδη επιβαρυνθεί. Πολλές κυβερνήσεις θεωρούν ότι η Ουάσιγκτον ξεκίνησε έναν πόλεμο που απειλεί τα δικά τους οικονομικά και εθνικά συμφέροντα, χωρίς να έχει εξασφαλίσει προηγουμένως τη στήριξή τους.

Ο κινεζικός γρίφος

Η πλέον αποφασιστική κίνηση θα ήταν η επιβολή δευτερογενών κυρώσεων σε κινεζικές τράπεζες και επιχειρήσεις που συμμετέχουν στη διακίνηση ιρανικού πετρελαίου. Η Κίνα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους αγοραστές του ιρανικού αργού και βασικό κρίκο στα εμπορικά δίκτυα της Τεχεράνης.

Μια σύγκρουση με το Πεκίνο, όμως, θα μπορούσε να προκαλέσει πολύ ευρύτερες αναταράξεις. Ο Τραμπ αναμένεται να υποδεχθεί τον Σι Τζινπίνγκ σε επίσημη επίσκεψη τον Σεπτέμβριο, σε μια περίοδο κατά την οποία οι δύο πλευρές επιχειρούν να διαχειριστούν τις εμπορικές και γεωπολιτικές τους διαφορές.

Η επιβολή σκληρών κυρώσεων σε κινεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα λίγο πριν από τη συνάντηση θα μπορούσε να τινάξει στον αέρα την προσπάθεια προσέγγισης. Εάν, από την άλλη πλευρά, η Ουάσιγκτον εξαιρέσει στην πράξη την Κίνα, η υπόσχεση για πλήρη οικονομική απομόνωση του Ιράν θα χάσει σημαντικό μέρος της αξιοπιστίας της.

Η απάντηση της Τεχεράνης μπορεί να έρθει στο Ορμούζ

Το Ιράν δεν χρειάζεται να περιμένει παθητικά μέχρι να αποδώσουν οι κυρώσεις. Διατηρεί τη δυνατότητα να αυξήσει το κόστος για τις ΗΠΑ μέσω νέων επιθέσεων στη ναυσιπλοΐα και περαιτέρω διαταραχών στα Στενά του Ορμούζ.

Μια νέα έξαρση επιθέσεων με drones ή πυραύλους θα μπορούσε να περιορίσει τις ενεργειακές ροές, να αυξήσει τις τιμές του πετρελαίου και να μεταφέρει τον οικονομικό αντίκτυπο στα πρατήρια καυσίμων και στα ράφια των αμερικανικών καταστημάτων.

Έτσι, ο Τραμπ κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπος με ένα δύσκολο δίλημμα. Εάν απαντήσει στρατιωτικά, μπορεί να διευρύνει έναν πόλεμο που υποσχέθηκε ότι θα κερδίσει γρήγορα. Εάν δεν αντιδράσει, η Τεχεράνη θα επιχειρήσει να παρουσιάσει την αυτοσυγκράτησή του ως αδυναμία.

Οι Δημοκρατικοί ήδη εστιάζουν στο κόστος της σύγκρουσης για τους Αμερικανούς πολίτες. Όπως δήλωσε ο βουλευτής Τζέιμς Γουόκινσοου στο CNN, ένας πόλεμος οικονομικής εξάντλησης στον οποίο οι Αμερικανοί πληρώνουν το τίμημα στα βενζινάδικα και στα σούπερ μάρκετ δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: