«Οικονομικό D-Day»: Η επιλογή ανάμεσα σε περιορισμένο αποτέλεσμα και παγκόσμιο σοκ
- 25/08/2026, 08:16
- SHARE
- Η Κίνα αγοράζει περίπου το 90% του ιρανικού πετρελαίου, καθιστώντας την κεντρικό παράγοντα για την αποτελεσματικότητα των αμερικανικών κυρώσεων.
- Η στοχοποίηση μεγάλων κινεζικών επιχειρήσεων ή τραπεζών θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα από το Πεκίνο και να υπονομεύσει την εμπορική εκεχειρία με τις ΗΠΑ.
- Η εμπειρία της Ρωσίας δείχνει ότι οι κυρώσεις επιβάλλουν σημαντικό κόστος, αλλά δεν αρκούν πάντοτε για να αλλάξουν την πορεία ενός πολέμου.
Το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον δεν είναι να ανακοινώσει περισσότερες κυρώσεις κατά του Ιράν. Είναι να αποφασίσει εάν είναι έτοιμη να τις εφαρμόσει εκεί όπου πραγματικά θα πονέσουν: στις οικονομικές σχέσεις της Τεχεράνης με την Κίνα.
Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ εξήγγειλε μια ευρεία «οικονομική επίθεση» στις χρηματοπιστωτικές διασυνδέσεις του Ιράν, ανακοινώνοντας νέες κυρώσεις σε δεκάδες φυσικά πρόσωπα, εταιρείες και πλοία. Η σημαντικότερη απειλή, ωστόσο, αφορά τις δευτερογενείς κυρώσεις: τον αποκλεισμό από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα όσων συνεχίζουν να συναλλάσσονται με την Τεχεράνη.
Όπως επισημαίνει ανάλυση του Bloomberg, εδώ ακριβώς η αμερικανική στρατηγική συναντά τα όριά της. Μια εκστρατεία που θα εξαιρούσε την Κίνα δύσκολα θα μπορούσε να στραγγαλίσει οικονομικά το Ιράν. Μια εκστρατεία που θα έπληττε πραγματικά την Κίνα, όμως, θα μπορούσε να προκαλέσει ένα νέο παγκόσμιο οικονομικό σοκ.
Η Κίνα είναι ο κρίσιμος κρίκος
Η Κίνα αγοράζει περίπου το 90% του ιρανικού πετρελαίου και αποτελεί τη σημαντικότερη σύνδεση της Τεχεράνης με την παγκόσμια οικονομία. Επομένως, οποιαδήποτε προσπάθεια να περιοριστούν δραστικά τα εναπομείναντα έσοδα του Ιράν προϋποθέτει μέτρα εναντίον των κινεζικών επιχειρήσεων που αγοράζουν, μεταφέρουν, διυλίζουν ή χρηματοδοτούν το ιρανικό αργό.
Το Πεκίνο απορρίπτει σταθερά τις μονομερείς αμερικανικές κυρώσεις ως παράνομες. Οι μεγάλες κρατικές εταιρείες και τράπεζες της Κίνας έχουν κατά κανόνα κινηθεί προσεκτικά, προκειμένου να μη χάσουν την πρόσβασή τους στο δολάριο και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ.
Το μεγαλύτερο μέρος των εισαγωγών ιρανικού πετρελαίου έχει περάσει σε μικρότερα, ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια, γνωστά ως «teapots». Οι εταιρείες αυτές χρησιμοποιούν ενδιάμεσους, εναλλακτικά συστήματα πληρωμών και περίπλοκες μεταφορικές διαδρομές, περιορίζοντας την έκθεσή τους στις ΗΠΑ.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει ήδη προειδοποιήσει ότι μπορεί να επιβάλει δευτερογενείς κυρώσεις σε ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υποστηρίζουν συναλλαγές συνδεδεμένες με τα συγκεκριμένα διυλιστήρια. Μέχρι στιγμής, πάντως, οι κυρώσεις δεν έχουν επεκταθεί στις μεγαλύτερες κινεζικές τράπεζες.
Το ρίσκο της σύγκρουσης με το Πεκίνο
Ο αποκλεισμός μιας μεγάλης κινεζικής τράπεζας από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα θα αποτελούσε πολύ σοβαρότερη κίνηση από την επιβολή περιορισμών σε μικρά διυλιστήρια ή εταιρείες-βιτρίνες.
Το Πεκίνο θα μπορούσε να θεωρήσει ένα τέτοιο μέτρο παραβίαση της εύθραυστης εμπορικής εκεχειρίας με τις ΗΠΑ, λίγες εβδομάδες πριν από την προγραμματισμένη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ.
Οι πιθανές απαντήσεις της Κίνας δεν περιορίζονται σε αντίστοιχες κυρώσεις. Θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν νέους περιορισμούς στις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών, που είναι απαραίτητα για την αμερικανική βιομηχανία, ή μέτρα σε βάρος φαρμακευτικών προϊόντων και πρώτων υλών με προορισμό τις ΗΠΑ.
Ο Μπέσεντ απέφυγε να διευκρινίσει ποιες κινεζικές εταιρείες μπορεί να βρεθούν στο στόχαστρο. Δήλωσε ότι «κανείς δεν βρίσκεται πέρα από την εμβέλεια των αμερικανικών κυρώσεων», προσθέτοντας όμως ότι προτιμά την «ήσυχη διπλωματία».
Η στάση αυτή αποκαλύπτει τη βασική αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής: η Ουάσιγκτον θέλει οι απειλές της να φαίνονται αξιόπιστες, χωρίς να αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει αμέσως τα εργαλεία που θα προκαλούσαν τη μεγαλύτερη αναταραχή.
Προειδοποίηση πριν από την επίθεση
Παρά τη ρητορική περί «οικονομικού D-Day», οι ΗΠΑ δεν επέβαλαν άμεσα τις αυστηρότερες δευτερογενείς κυρώσεις. Αντίθετα, έδωσαν σε επιχειρήσεις και κυβερνήσεις χρόνο για να περιορίσουν τις σχέσεις τους με το Ιράν.
«Γιατί να θέλω να ανατινάξω το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα;» διερωτήθηκε ο Μπέσεντ, εξηγώντας ότι η κυβέρνηση επιδιώκει πρώτα να στείλει μια σαφή προειδοποίηση. Οι νέες αμερικανικές κυρώσεις αφορούν 60 πρόσωπα και οντότητες, χωρίς να περιλαμβάνουν μεγάλα κινεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Η σταδιακή εφαρμογή επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να ασκήσει πίεση χωρίς να προκαλέσει απότομη διακοπή των εμπορικών και χρηματοπιστωτικών ροών. Δημιουργεί, όμως, και αμφιβολίες για το κατά πόσο είναι πράγματι διατεθειμένη να επιβάλει υψηλό κόστος σε μεγάλους κινεζικούς ομίλους.
Το μάθημα των κυρώσεων κατά της Ρωσίας
Το προηγούμενο της Ρωσίας δείχνει τόσο τη δύναμη όσο και τα όρια των οικονομικών κυρώσεων. Μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022, οι δυτικές χώρες πάγωσαν περιουσιακά στοιχεία, απέκλεισαν ρωσικές τράπεζες και περιόρισαν την πρόσβαση της Μόσχας σε τεχνολογία.
Τα μέτρα αύξησαν το κόστος για τη ρωσική οικονομία, αλλά δεν την παρέλυσαν. Η Ρωσία ανακατεύθυνε μεγάλο μέρος του εμπορίου της προς την Κίνα και την Ινδία, ενώ οι ανατιμήσεις στην ενέργεια και στα τρόφιμα προκάλεσαν παράπλευρες απώλειες σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.
Ανάλογος είναι και ο κίνδυνος στην περίπτωση του Ιράν. Οι δευτερογενείς κυρώσεις μπορούν να δυσκολέψουν τη χρηματοδότηση και τις εξαγωγές της Τεχεράνης, αλλά συγχρόνως ενδέχεται να αυξήσουν τις τιμές της ενέργειας, των μεταφορών και των ασφαλίστρων, επιβαρύνοντας καταναλωτές και επιχειρήσεις πολύ μακριά από τη Μέση Ανατολή.