DBRS: Πώς η Ελλάδα δεν θα μείνει πίσω στη μάχη της οικονομικής σύγκλισης

DBRS: Πώς η Ελλάδα δεν θα μείνει πίσω στη μάχη της οικονομικής σύγκλισης
Toronto, Canada - May 6, 2019: DBRS sign on the headquarters building in Toronto, Canada. DBRS is an independent, privately held, globally recognized credit ratings agency. Photo: Shutterstock
Η ανάπτυξη της Νότιας Ευρώπης παραμένει θετική, όμως δεν αρκεί για γρήγορη κάλυψη της εισοδηματικής απόστασης από την ΕΕ. Παραγωγικότητα, δημογραφικό και ποιότητα επενδύσεων θα καθορίσουν αν η Ελλάδα μπορεί να επιταχύνει μετά το 2030.
  • Η Ελλάδα εντάσσεται από τη Morningstar DBRS στην ομάδα της Νότιας Ευρώπης μαζί με Κύπρο, Ισπανία και Πορτογαλία.
  • Το σχετικό εισόδημα της περιοχής υποχώρησε από το 86% του μέσου όρου της ΕΕ το 2000 στο 71% το 2026.
  • Αντίθετα, η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη ανέβηκε από το 29% στο 61% κατά την ίδια περίοδο.
  • Η κατά κεφαλήν ανάπτυξη στη Νότια Ευρώπη εκτιμάται ότι θα επιβραδυνθεί από περίπου 1,6% σε 1,2% την περίοδο 2030–2040.

Η Ελλάδα συνεχίζει να καλύπτει μέρος της οικονομικής απόστασης που τη χωρίζει από την υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά η σύγκλιση δεν είναι ούτε γρήγορη ούτε δεδομένη. Αυτό είναι το βασικό μήνυμα νέας ανάλυσης της Morningstar DBRS, η οποία προβλέπει διαφορετικές ταχύτητες ανάπτυξης μεταξύ Νότιας, Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης έως το 2040.

Η έκθεση τοποθετεί την Ελλάδα στην ομάδα της Νότιας Ευρώπης μαζί με την Κύπρο, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Οι τέσσερις οικονομίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 12% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έναντι 13% για τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Παρότι και οι δύο περιοχές παραμένουν σε πορεία σύγκλισης, η αφετηρία, η παραγωγική τους δομή και οι επιπτώσεις των διαδοχικών κρίσεων έχουν δημιουργήσει πολύ διαφορετικές τροχιές.

Η άνοδος της Ανατολικής Ευρώπης

Οι οικονομίες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης κάλυψαν εντυπωσιακό μέρος της απόστασης από τις πλουσιότερες χώρες της ΕΕ κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Το κατά κεφαλήν εισόδημά τους, σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αυξήθηκε από περίπου 29% το 2000 σε 61% το 2026. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν η ένταξη πολλών από αυτές τις χώρες στην ΕΕ, οι υψηλές επενδύσεις, οι άμεσες ξένες επενδύσεις και η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων.

Οι εισροές κεφαλαίων επέτρεψαν τον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής βάσης και τη σταδιακή αύξηση της παραγωγικότητας. Η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η κατά κεφαλήν ανάπτυξη στην περιοχή μπορεί να διαμορφωθεί περίπου στο 2,1% ετησίως έως το 2040, έναντι 1,2% για την ΕΕ συνολικά.

Εάν η πρόβλεψη επιβεβαιωθεί, η εισοδηματική απόσταση θα συνεχίσει να μειώνεται με σχετικά ισχυρό ρυθμό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το χαμένο έδαφος της Νότιας Ευρώπης

Η Νότια Ευρώπη ξεκίνησε από πολύ υψηλότερη εισοδηματική βάση, αλλά επλήγη εντονότερα από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση χρέους της Ευρωζώνης.

Ως αποτέλεσμα, το σχετικό κατά κεφαλήν εισόδημα της ομάδας υποχώρησε από το 86% του μέσου όρου της ΕΕ το 2000 στο 71% το 2026. Τα ποσοστά αφορούν συνολικά την ομάδα Ελλάδας, Κύπρου, Ισπανίας και Πορτογαλίας και όχι αποκλειστικά την ελληνική οικονομία.

Οι μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν βελτίωσαν την ανθεκτικότητα των χωρών και συνέβαλαν στην επιστροφή της ανάπτυξης. Ωστόσο, η ανάκαμψη από μόνη της δεν αρκεί για να εξασφαλίσει ταχεία σύγκλιση σε βάθος χρόνου.

Σύμφωνα με την DBRS, η κατά κεφαλήν ανάπτυξη στη Νότια Ευρώπη μπορεί να κινηθεί περίπου στο 1,6% ετησίως τα επόμενα χρόνια, προτού επιβραδυνθεί κοντά στο 1,2% την περίοδο 2030–2040. Καθώς ο τελευταίος ρυθμός συμπίπτει περίπου με την πρόβλεψη για το σύνολο της ΕΕ, η διαδικασία σύγκλισης κινδυνεύει ουσιαστικά να χάσει τη δυναμική της.

Γιατί η Ελλάδα χρειάζεται διαφορετική ανάπτυξη

Για την Ελλάδα, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο η αύξηση των επενδύσεων, αλλά το είδος και η απόδοσή τους.

Η συσσώρευση περισσότερου κεφαλαίου εξακολουθεί να έχει σημασία, όμως η Νότια Ευρώπη βρίσκεται ήδη πιο κοντά στις ανεπτυγμένες οικονομίες ως προς την κεφαλαιακή ένταση. Συνεπώς, η επόμενη φάση σύγκλισης πρέπει να στηριχθεί περισσότερο στην παραγωγικότητα, στην τεχνολογία, στην καινοτομία και στην αποτελεσματικότερη λειτουργία των θεσμών.

Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί να αυξάνεται το συνολικό ύψος των επενδύσεων. Χρειάζονται έργα και επιχειρηματικές δαπάνες που αναβαθμίζουν την παραγωγική βάση, ενισχύουν τις εξαγωγές και δημιουργούν μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία.

Παράλληλα, το δημογραφικό λειτουργεί ως διαρκής περιορισμός. Η συρρίκνωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας απειλεί να αποδυναμώσει την αναπτυξιακή δυναμική, καθιστώντας αναγκαία την αύξηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας και της παραγωγής ανά εργαζόμενο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: