Βίκυ Σάφρα: Η πλουσιότερη Ελληνίδα φέρνει την τραπεζική της αυτοκρατορία στην Αθήνα

Βίκυ Σάφρα: Η πλουσιότερη Ελληνίδα φέρνει την τραπεζική της αυτοκρατορία στην Αθήνα
Με περιουσία που αποτιμάται σε περισσότερα από 25 δισ. δολάρια και έναν οικογενειακό όμιλο με κεφάλαια άνω των 590 δισ. δολαρίων υπό διαχείριση και θεματοφυλακή, η Βίκυ Σάφρα παραμένει μία από τις πιο διακριτικές παρουσίες του διεθνούς επιχειρείν. Η έναρξη λειτουργίας της Banque J. Safra Sarasin στην Αθήνα φέρνει τώρα την τραπεζική αυτοκρατορία της οικογένειας στη χώρα όπου γεννήθηκε.
  • Η Banque J. Safra Sarasin (Luxembourg) SA ξεκίνησε τη λειτουργία νέου υποκαταστήματος στην Αθήνα, στοχεύοντας σε εύπορους ιδιώτες, επιχειρηματικές οικογένειες και θεσμικούς επενδυτές.
  • Στο επίκεντρο της οικογενειακής τραπεζικής αυτοκρατορίας βρίσκεται η ελληνικής καταγωγής Βίκυ Σάφρα, με την περιουσία της ίδιας και της οικογένειάς της να αποτιμάται σε περίπου 25,2 δισ. δολάρια.
  • Η είσοδος στην Ελλάδα εντάσσεται στη διεθνή επέκταση του ομίλου, ο οποίος συνδέεται με περισσότερα από 590 δισ. δολάρια υπό διαχείριση ή θεματοφυλακή και έχει ενισχυθεί περαιτέρω μέσω της Saxo Bank.

Η Βίκυ Σάφρα είναι από εκείνους τους ανθρώπους που, παρότι σπάνια εμφανίζονται δημοσίως, δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις.

Το όνομά της βρίσκεται σταθερά στις λίστες με τις μεγαλύτερες περιουσίες του κόσμου. Η οικογένειά της ελέγχει μία από τις ισχυρότερες ιδιωτικές τραπεζικές αυτοκρατορίες διεθνώς, με δραστηριότητες που εκτείνονται από την Ελβετία, το Λουξεμβούργο και τη Νέα Υόρκη μέχρι τη Βραζιλία και το Λονδίνο. Η ίδια, όμως, έχει παραμείνει σχεδόν πάντοτε μακριά από τη δημοσιότητα.

Γι’ αυτό και η νέα κίνηση του ομίλου έχει ενδιαφέρον που υπερβαίνει τους οικονομικούς δείκτες. Από τις 15 Σεπτεμβρίου 2026, η Banque J. Safra Sarasin (Luxembourg) SA λειτουργεί υποκατάστημα στην Αθήνα, πραγματοποιώντας την απευθείας είσοδό της στην ελληνική αγορά του private banking και του wealth management.

Επιχειρηματικά, πρόκειται για μια προσεκτικά στοχευμένη επέκταση σε μία ακόμη ευρωπαϊκή αγορά. Συμβολικά, ωστόσο, μοιάζει με επιστροφή, καθώς στην κορυφή της οικογενειακής περιουσίας βρίσκεται μια γυναίκα που γεννήθηκε στην Ελλάδα, μεγάλωσε στη Βραζιλία και βρέθηκε στο κέντρο μιας από τις ισχυρότερες τραπεζικές δυναστείες στον κόσμο, χωρίς να δείξει ποτέ ιδιαίτερη ανάγκη να αφηγηθεί δημόσια την ιστορία της.

Η J. Safra Sarasin ανοίγει γραφείο στην Αθήνα

Το νέο υποκατάστημα της Banque J. Safra Sarasin (Luxembourg) SA έχει καταχωρηθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος και θα εξυπηρετεί πελάτες με μόνιμη ή φορολογική κατοικία στην Ελλάδα. Η λειτουργία του εντάσσεται στη στρατηγική της τράπεζας για ενίσχυση της παρουσίας της σε βασικές ευρωπαϊκές αγορές.

Η δραστηριότητά του θα επικεντρώνεται σε ιδιώτες υψηλής καθαρής αξίας, επιχειρηματικές οικογένειες, family offices και θεσμικούς επενδυτές. Οι υπηρεσίες περιλαμβάνουν επενδυτική συμβουλευτική, διαχείριση χαρτοφυλακίου και περιουσίας, καθώς και πρόσβαση στις διεθνείς δυνατότητες της τράπεζας μέσω του booking center της στο Λουξεμβούργο.

Η J. Safra Sarasin δεν εισέρχεται στην ελληνική αγορά ως τράπεζα λιανικής. Δεν στοχεύει στην καθημερινή τραπεζική, στα στεγαστικά δάνεια ή στις μαζικές καταθέσεις, αλλά σε έναν περιορισμένο αριθμό πελατών με σύνθετες επενδυτικές ανάγκες, περιουσιακά στοιχεία σε περισσότερες από μία χώρες και απαίτηση για εξατομικευμένη εξυπηρέτηση.

Επικεφαλής της νέας δραστηριότητας αναλαμβάνει η Λία Πιτταούλη, ως Managing Director της Banque J. Safra Sarasin (Luxembourg) SA – Greek Branch, με γραμμή αναφοράς στον Jules Moor, CEO της τράπεζας στο Λουξεμβούργο. Η επιλογή στελέχους με μακρά εμπειρία στο ελληνικό private banking δίνει στον όμιλο κάτι που δεν μπορεί να προσφέρει από μόνο του ούτε το μέγεθος ούτε η διεθνής αναγνωρισιμότητα: γνώση της τοπικής αγοράς και των οικογενειών που αποτελούν το φυσικό πελατολόγιο της νέας μονάδας.

«Η κίνηση αυτή επιβεβαιώνει τη δέσμευσή μας στην ελληνική αγορά», δήλωσε ο Jules Moor, προσθέτοντας ότι η εμπειρία και η τεχνογνωσία της Λίας Πιτταούλη αποτελούν σημαντικό πλεονέκτημα για την τράπεζα. Όπως σημείωσε, το υποκατάστημα της Αθήνας, σε συνδυασμό με το booking center του Λουξεμβούργου, τοποθετεί την Banque J. Safra Sarasin σε ισχυρή θέση για την εξυπηρέτηση πελατών σε μια «στρατηγικά σημαντική αγορά».

Από την πλευρά της, η Λία Πιτταούλη στάθηκε στην οικογενειακή ιδιοκτησία και στον μακροπρόθεσμο στρατηγικό ορίζοντα της τράπεζας, καθώς και στην παρουσία της στον χώρο των βιώσιμων επενδύσεων για περισσότερα από 35 χρόνια. Η βιωσιμότητα αποτελεί διαχρονικά μέρος της τοποθέτησης της J. Safra Sarasin στο ευρωπαϊκό private banking, με τον όμιλο να διαθέτει ειδικές υπηρεσίες sustainable asset management και πολιτικές ενεργού συμμετοχής στις εταιρείες όπου επενδύει.

Γιατί η Ελλάδα και γιατί τώρα

Η ανακοίνωση του ομίλου δεν δημοσιοποιεί οικονομικό ύψος επένδυσης, στόχο για κεφάλαια υπό διαχείριση ή αριθμό πελατών στην Ελλάδα. Δείχνει, όμως, καθαρά το κοινό στο οποίο απευθύνεται, το οποίο αποτελείται από ιδιώτες υψηλής καθαρής αξίας, οικογένειες και θεσμικούς επενδυτές που αναζητούν διεθνή πρόσβαση και προσωπική σχέση με τον διαχειριστή της περιουσίας τους.

Η χρονική συγκυρία έχει τη σημασία της. Τα τελευταία χρόνια η ελληνική αγορά έχει δημιουργήσει μεγαλύτερη δεξαμενή επιχειρηματικού πλούτου, καθώς συμφωνίες εξαγορών, πωλήσεις συμμετοχών και εταιρικοί μετασχηματισμοί έχουν αυξήσει τη ρευστότητα που βρίσκεται στα χέρια επιχειρηματιών και οικογενειών. Την ίδια στιγμή, η ναυτιλία παραμένει ένας από τους σημαντικότερους πυρήνες ιδιωτικού κεφαλαίου που συνδέονται με την Ελλάδα, ενώ η ανάπτυξη των family offices αυξάνει τη ζήτηση για υπηρεσίες οι οποίες υπερβαίνουν την κλασική τραπεζική σχέση.

Για μια private bank, οι ανάγκες αυτών των πελατών δεν περιορίζονται στην επιλογή επενδυτικών προϊόντων. Περιλαμβάνουν τη γεωγραφική και νομισματική διαφοροποίηση των χαρτοφυλακίων, τη διατήρηση του πλούτου σε βάθος γενεών, τη διαδοχή, την πρόσβαση σε διεθνείς αγορές και τη διαχείριση κινδύνων που συχνά εκτείνονται σε διαφορετικές δικαιοδοσίες.

Η ανάγνωση ότι ο όμιλος επιδιώκει να διεκδικήσει μερίδιο από αυτή τη δεξαμενή αποτελεί εύλογη δημοσιογραφική ερμηνεία της επένδυσης — όχι δημοσιοποιημένο αριθμητικό στόχο της τράπεζας. Το βέβαιο είναι ότι η Αθήνα προστίθεται πλέον στο ευρωπαϊκό δίκτυο ενός ομίλου ο οποίος δίνει έμφαση στην προσωπική τραπεζική σχέση και στη διαχείριση μεγάλων περιουσιών.

A sign of Swiss private bank J. Safra Sarasin is seen on a branch in Zurich on March 23, 2022. (Photo by Fabrice COFFRINI / AFP)
A sign of Swiss private bank J. Safra Sarasin is seen on a branch in Zurich on March 23, 2022. (Photo by Fabrice COFFRINI / AFP)

Μια ελβετική private bank με ιστορία από το 1841

Η ιστορία της σημερινής J. Safra Sarasin αρχίζει στη Βασιλεία το 1841, όταν ο Johannes Riggenbach ίδρυσε τον χρηματοπιστωτικό οίκο που εξελίχθηκε αργότερα στην Bank Sarasin. Η σύγχρονη μορφή του ομίλου δημιουργήθηκε μετά την απόκτηση της Bank Sarasin από τον J. Safra Group και τη συνένωσή της με την Bank Jacob Safra Switzerland. Η επωνυμία J. Safra Sarasin αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη συνάντηση δύο τραπεζικών παραδόσεων.

Σήμερα η τράπεζα δραστηριοποιείται σε περισσότερες από 30 τοποθεσίες στην Ευρώπη, την Ασία, τη Μέση Ανατολή, τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική. Παρέχει wealth management, asset management και επενδυτικές συμβουλές σε ιδιώτες και θεσμικούς πελάτες, διατηρώντας το μοντέλο της ιδιωτικής και οικογενειακά ελεγχόμενης τράπεζας.

Τα τελευταία δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία δείχνουν και το μέγεθός της. Στο τέλος του 2025, τα περιουσιακά στοιχεία υπό διαχείριση ανήλθαν σε 228,5 δισ. ελβετικά φράγκα, αυξημένα κατά 2,1% μέσα σε έναν χρόνο, με την τράπεζα να καταγράφει θετικές καθαρές εισροές νέων κεφαλαίων. Τα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν κατά 3,5%, στα 522,3 εκατ. ελβετικά φράγκα, ενώ τα λειτουργικά έσοδα ενισχύθηκαν κατά 2,4%, στα 1,742 δισ. ελβετικά φράγκα.

Η κεφαλαιακή της θέση παραμένει ισχυρή: στο τέλος του 2025 η J. Safra Sarasin Holding εμφάνιζε ίδια κεφάλαια περίπου 5,52 δισ. ελβετικών φράγκων και δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας CET1 34,5%. Τα στοιχεία αυτά έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα σε έναν κλάδο όπου η οικονομική ανθεκτικότητα και η εμπιστοσύνη αποτελούν βασικό μέρος της ίδιας της υπηρεσίας που αγοράζει ο πελάτης.

Από την Ελλάδα στο Σάο Πάολο

Η ελληνική σύνδεση της νέας επένδυσης αρχίζει πολύ πριν από την άφιξη της τράπεζας στην Αθήνα.

Η Βίκυ Σάφρα, το γένος Σαρφάτη, γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1952 στην Ελλάδα. Το Forbes περιορίζεται στην αναφορά της Ελλάδας ως χώρας γέννησης, ενώ ελληνικές και άλλες βιογραφικές πηγές τοποθετούν τη γέννησή της στη Θεσσαλονίκη και τη συνδέουν με την εβραϊκή κοινότητα της πόλης. Η οικογένειά της μετανάστευσε στη Βραζιλία τη δεκαετία του 1950 και η ίδια μεγάλωσε στο Σάο Πάολο.

Το 1969 παντρεύτηκε τον Joseph Safra. Εκείνος είχε γεννηθεί στον Λίβανο το 1938, με καταγωγή από το Χαλέπι της Συρίας και μακρά παράδοση στη χρηματοδότηση του εμπορίου. Η οικογενειακή τραπεζική ιστορία ανάγεται στον 19ο αιώνα, όταν το Χαλέπι αποτελούσε κομβικό σημείο στις εμπορικές διαδρομές που συνέδεαν την Ανατολή με την Ευρώπη.

Ο Joseph Safra μετανάστευσε στη Βραζιλία τη δεκαετία του 1960 και συνέβαλε στην ανάπτυξη της Banco Safra. Σταδιακά δημιούργησε ένα διεθνές δίκτυο τραπεζών και επενδύσεων και, μέχρι τον θάνατό του, θεωρούνταν ο πλουσιότερος τραπεζίτης στον κόσμο και ο πλουσιότερος άνθρωπος της Βραζιλίας.

Photo: Wikimedia Commons
Photo: Wikimedia Commons

Η Βίκυ και ο Joseph Safra απέκτησαν τέσσερα παιδιά, τον Jacob, την Esther, τον Alberto και τον David, και 14 εγγόνια. Παρέμειναν παντρεμένοι για περισσότερα από 50 χρόνια, μέχρι τον θάνατο του Joseph Safra από φυσικά αίτια, στο Σάο Πάολο, στις 10 Δεκεμβρίου 2020.

Μετά τον θάνατό του, η Βίκυ Σάφρα και τα τέσσερα ενήλικα παιδιά τους κληρονόμησαν την περιουσία που είχε δημιουργήσει. Η εξέλιξη αυτή την τοποθέτησε στην κορυφή μιας οικογένειας με συμφέροντα στην τραπεζική, στη διαχείριση κεφαλαίων, στα ακίνητα και σε άλλους κλάδους — όχι όμως στην καθημερινή εκτελεστική διοίκηση όλων των επιμέρους εταιρειών, η οποία έχει κατανεμηθεί κυρίως στους γιους της Jacob και David και στις διοικητικές ομάδες του ομίλου.

Ένας όμιλος με περισσότερα από 590 δισ. δολάρια υπό διαχείριση και θεματοφυλακή

Ο J. Safra Group δεν είναι μία ενιαία τράπεζα, αλλά ένα διεθνές δίκτυο ιδιωτικών τραπεζών και επενδυτικών συμμετοχών. Στον χρηματοπιστωτικό του πυρήνα βρίσκονται η ελβετική J. Safra Sarasin, η Banco Safra στη Βραζιλία και η Safra National Bank of New York. Η τελευταία, με έδρα την Πέμπτη Λεωφόρο, διέθετε στο τέλος του 2025 45,3 δισ. δολάρια υπό διαχείριση ή θεματοφυλακή και ενοποιημένο ενεργητικό 12,6 δισ. δολαρίων.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ομίλου, οι εταιρείες που συνδέονται με τον J. Safra Group διέθεταν στις 31 Δεκεμβρίου 2025 περισσότερα από 590 δισ. δολάρια σε περιουσιακά στοιχεία υπό διαχείριση ή θεματοφυλακή, παρουσία σε περισσότερες από 230 τοποθεσίες και πάνω από 32.000 εργαζομένους. Περίπου 14.000 από αυτούς απασχολούνται στον χρηματοπιστωτικό τομέα και περισσότεροι από 18.000 σε μη χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες.

Το ποσό των 590 δισ. δολαρίων απαιτεί προσεκτική ανάγνωση. Δεν αποτελεί την αξία του ομίλου ούτε την προσωπική περιουσία της οικογένειας Σάφρα. Αντιπροσωπεύει τα χρήματα και τα περιουσιακά στοιχεία πελατών που οι συνδεδεμένες εταιρείες διαχειρίζονται ή διακρατούν ως θεματοφύλακες.

Πέρα από τις τράπεζες, ο όμιλος διαθέτει σημαντικές τοποθετήσεις σε ακίνητα και άλλες επιχειρήσεις. Στο διεθνές real estate χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνεται το 30 St Mary Axe στο Λονδίνο, ο ουρανοξύστης που είναι γνωστός ως The Gherkin και αποκτήθηκε από τον όμιλο το 2014 για περισσότερες από 700 εκατ. στερλίνες. Το 2025 ο J. Safra Group συμφώνησε νέα μεγάλη μίσθωση τεσσάρων ορόφων του κτιρίου προς την ασφαλιστική και αντασφαλιστική BMS Group, επιβεβαιώνοντας ότι το εμβληματικό ακίνητο παραμένει ενεργό μέρος του χαρτοφυλακίου του.

Στις δραστηριότητες της οικογένειας περιλαμβάνονται επίσης ακίνητα στο Μανχάταν, μεταξύ των οποίων το κτίριο στη 660 Madison Avenue, καθώς και επενδύσεις στον αγροδιατροφικό τομέα. Η οικογένεια συνδέεται, μεταξύ άλλων, με συμμετοχή στη Chiquita Brands International.

Η Saxo Bank και το τεχνολογικό άνοιγμα

Η επέκταση στην Αθήνα ακολουθεί μία από τις σημαντικότερες διεθνείς συμφωνίες στην πρόσφατη ιστορία της J. Safra Sarasin: την απόκτηση της Saxo Bank.

Τον Μάρτιο του 2025, η J. Safra Sarasin συμφώνησε να αγοράσει περίπου το 70% της δανέζικης fintech bank από τη Geely Financials Denmark και τη φινλανδική Mandatum. Η συναλλαγή είχε τίμημα περίπου 1,1 δισ. ευρώ και αποτιμούσε το σύνολο της Saxo Bank κοντά στα 1,6 δισ. ευρώ. Κατά την ανακοίνωση της συμφωνίας, η J. Safra Sarasin διαχειριζόταν κεφάλαια πελατών 224 δισ. ελβετικών φράγκων, ενώ η Saxo είχε περίπου 118 δισ. δολάρια σε client assets.

Η συναλλαγή ολοκληρώθηκε στις 2 Μαρτίου 2026. Ο Daniel Belfer, CEO της J. Safra Sarasin, ανέλαβε παράλληλα καθήκοντα CEO στη Saxo, ενώ ο ιδρυτής της δανέζικης τράπεζας Kim Fournais μετακινήθηκε στη θέση του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου.

Τον Ιούλιο του 2026, η J. Safra Sarasin ανακοίνωσε συμφωνία για την απόκτηση και της εναπομείνασας συμμετοχής που κατείχε εμμέσως ο Fournais. Η Saxo αναφέρει πλέον ότι αποτελεί μέρος του J. Safra Sarasin Group.

Η στρατηγική λογική της συμφωνίας είναι σαφής. Η Saxo διαθέτει τεχνολογικές πλατφόρμες συναλλαγών, ψηφιακή πρόσβαση σε διεθνείς αγορές και υποδομές που εξυπηρετούν ιδιώτες επενδυτές, traders και θεσμικούς συνεργάτες. Η J. Safra Sarasin, από την άλλη πλευρά, φέρνει ισχυρή κεφαλαιακή βάση, διεθνές δίκτυο και παράδοση στην εξατομικευμένη διαχείριση περιουσίας. Ο όμιλος έχει δηλώσει ότι σκοπεύει να αξιοποιήσει την τεχνολογική πλατφόρμα της Saxo στο wealth management, συνδυάζοντας το παραδοσιακό private banking με ψηφιακές επενδυτικές δυνατότητες.

Η οικογενειακή διαδοχή και η δικαστική σύγκρουση

Η μετάβαση μετά τον θάνατο του Joseph Safra δεν υπήρξε απολύτως ομαλή. Το 2023 ο Alberto Safra προσέφυγε δικαστικά εναντίον της μητέρας του, Βίκυς, και των αδελφών του Jacob και David, υποστηρίζοντας ότι είχαν περιορίσει σκόπιμα τη συμμετοχή του σε εταιρεία holding της Safra National Bank, με στόχο την απομάκρυνσή του από την οικογενειακή αυτοκρατορία. Η άλλη πλευρά απέρριψε τις αιτιάσεις.

Η διαμάχη επεκτάθηκε σε διαφορετικές δικαιοδοσίες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ελβετία και η Βραζιλία, και αφορούσε τόσο εταιρικά συμφέροντα όσο και τη διαχείριση της κληρονομιάς του Joseph Safra.

Τον Ιούλιο του 2024 η οικογένεια ανακοίνωσε συμβιβασμό. Βάσει της συμφωνίας, ο Alberto αποεπένδυσε από τα συμφέροντά του στον J. Safra Group και συνέχισε την επιχειρηματική του δραστηριότητα μέσω της ASA. Οι οικονομικοί όροι δεν δημοσιοποιήθηκαν. Στην κοινή ανακοίνωση, ο Alberto δήλωσε ότι, μετά τις διευκρινίσεις που έλαβε, κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν είχε υπάρξει παρατυπία και ότι η περιουσία του πατέρα του είχε διανεμηθεί σύμφωνα με τις επιθυμίες του.

Στις αρχές του 2025 ακολούθησε μια ακόμη αλλαγή. Η Esther Safra Dayan πούλησε τη συμμετοχή της στον οικογενειακό όμιλο στους αδελφούς της Jacob και David, επίσης έναντι μη δημοσιοποιημένου τιμήματος. Οι κινήσεις αυτές ενίσχυσαν τον επιχειρηματικό ρόλο των δύο αδελφών.

Σήμερα, σύμφωνα με το Forbes, ο Jacob Safra έχει την ευθύνη για την J. Safra Sarasin, τη Safra National Bank of New York και τις διεθνείς επενδύσεις της οικογένειας σε ακίνητα. Ο David Safra διαχειρίζεται την Banco Safra και το real estate χαρτοφυλάκιο του ομίλου στη Βραζιλία. Η Βίκυ Σάφρα παραμένει το κεντρικό πρόσωπο της οικογενειακής περιουσίας, χωρίς να προβάλλεται ως η καθημερινή εκτελεστική επικεφαλής των τραπεζικών δραστηριοτήτων.

Η πλουσιότερη Ελληνίδα στον κόσμο

Στην ετήσια λίστα World’s Billionaires του Forbes για το 2026, η καταχώριση «Vicky Safra & family» βρέθηκε στη θέση Νο. 94 παγκοσμίως, με εκτιμώμενη περιουσία 27,1 δισ. δολαρίων. Ήταν η υψηλότερη θέση που κατέλαβε πρόσωπο με χώρα αναφοράς την Ελλάδα στη συγκεκριμένη λίστα.

Οι real-time αποτιμήσεις μεταβάλλονται μαζί με τις αγορές και την αξιολόγηση των περιουσιακών στοιχείων. Στις 16 Σεπτεμβρίου 2026, το Forbes υπολόγιζε την οικογενειακή περιουσία στα 25,2 δισ. δολάρια, κατατάσσοντάς την περίπου στην 102η θέση παγκοσμίως.

Υπάρχει εδώ μια κρίσιμη διευκρίνιση: η εκτίμηση αφορά τη Βίκυ Σάφρα και την οικογένειά της συνολικά, όχι αποκλειστικά την προσωπική της περιουσία. Αντίστοιχα, δεν πρέπει να συγχέεται με τα 590 δισ. δολάρια υπό διαχείριση ή θεματοφυλακή των εταιρειών που συνδέονται με τον όμιλο.

Το Forbes αναφέρει ότι η Βίκυ Σάφρα διατηρεί ελληνική και βραζιλιάνικη υπηκοότητα και κατοικεί κυρίως στο Κραν-Μοντάνα της Ελβετίας. Παρά το ύψος της περιουσίας της, οι δημόσιες εμφανίσεις και παρεμβάσεις της είναι εξαιρετικά περιορισμένες.

Η φιλανθρωπική δραστηριότητα

Η δημόσια παρουσία της Βίκυς Σάφρα συνδέεται περισσότερο με τη φιλανθρωπία παρά με την επιχειρηματική διοίκηση. Η ίδια ηγείται του Vicky and Joseph Safra Philanthropic Foundation, το οποίο έχει συσταθεί στην Ελβετία ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός.

Σύμφωνα με τον καταστατικό του σκοπό, το ίδρυμα μπορεί να υποστηρίζει φιλανθρωπικούς οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στη θρησκευτική, εκπαιδευτική, πολιτιστική και κοινωνική αρωγή, στην υποστήριξη ευάλωτων ανθρώπων, στη μετάδοση της γνώσης, στη διατήρηση πολιτιστικών και θρησκευτικών ριζών και στην προστασία του περιβάλλοντος.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργεί επίσης το Joseph & Vicky Safra Foundation, ιδιωτικό ίδρυμα με έμφαση σε εβραϊκούς οργανισμούς, σχολεία και φορείς υγείας. Τα διαθέσιμα φορολογικά στοιχεία δείχνουν εκατομμύρια δολάρια σε ετήσιες επιχορηγήσεις. Η οικογένεια έχει συνδεθεί διεθνώς με τη στήριξη νοσοκομείων, πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων, συναγωγών και πολιτιστικών οργανισμών.

Στη Βραζιλία, το όνομα Safra έχει συνδεθεί με δύο από τα σημαντικότερα νοσοκομεία της χώρας, το Albert Einstein και το Sírio-Libanês. Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή ώστε οι δωρεές διαφορετικών ιδρυμάτων ή διαφορετικών κλάδων της οικογένειας Safra να μην αποδίδονται αυτομάτως στη Βίκυ Σάφρα προσωπικά.

Για την Ελλάδα, οι δημόσια επαληθεύσιμες πληροφορίες είναι αισθητά λιγότερες. Υπάρχουν αναφορές για στήριξη δράσεων που σχετίζονται με την εβραϊκή κληρονομιά και τη διατήρηση συναγωγών, όχι όμως ένας πλήρης, επίσημος κατάλογος δωρεών προς ελληνικά νοσοκομεία, κοινότητες ή πολιτιστικούς φορείς. Γι’ αυτό και οποιαδήποτε αναφορά σε «αθόρυβες δωρεές» στην Ελλάδα χρειάζεται να διατυπώνεται με επιφύλαξη και χωρίς να αποδίδει στην ίδια συγκεκριμένες παροχές που δεν έχουν δημοσιοποιηθεί.

Μια επιστροφή με επιχειρηματικούς όρους

Η άφιξη της J. Safra Sarasin στην Αθήνα δεν σημαίνει ότι η Βίκυ Σάφρα επιστρέφει προσωπικά στην Ελλάδα ούτε ότι αναλαμβάνει άμεσο ρόλο στη λειτουργία του υποκαταστήματος. Η καθημερινή διοίκηση ανήκει στη Λία Πιτταούλη και η ελληνική δραστηριότητα υπάγεται στην Banque J. Safra Sarasin του Λουξεμβούργου.

Η επένδυση, όμως, φέρνει για πρώτη φορά στην ελληνική αγορά μια τράπεζα που βρίσκεται στον πυρήνα της οικογενειακής περιουσίας με την οποία είναι συνδεδεμένο το όνομά της. Και το κάνει σε μια στιγμή κατά την οποία η Ελλάδα επιδιώκει να επανατοποθετηθεί στον ευρωπαϊκό χάρτη των επενδύσεων, της διαχείρισης πλούτου και των διεθνών κεφαλαίων.

Η διπλή ελληνική παρουσία είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Από τη μία, στην Αθήνα, η ανάπτυξη του υποκαταστήματος ανατίθεται σε μια Ελληνίδα private banker. Από την άλλη, στην κορυφή της οικογενειακής περιουσίας βρίσκεται μια γυναίκα που γεννήθηκε στην Ελλάδα και έχτισε τη ζωή της μακριά από αυτήν.

Για την J. Safra Sarasin, η Αθήνα είναι ακόμη ένας κόμβος στο διεθνές της δίκτυο. Για την ιστορία της Βίκυς Σάφρα, όμως, είναι κάτι περισσότερο: η χώρα από την οποία ξεκίνησε η διαδρομή της αποκτά θέση στον επιχειρηματικό χάρτη μιας αυτοκρατορίας που δημιουργήθηκε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.