Η κρυφή οικονομία πίσω από το ελληνικό ρύζι

Η κρυφή οικονομία πίσω από το ελληνικό ρύζι
Μια καλλιέργεια που στηρίζει εξαγωγές, συνεταιριστικές επενδύσεις και εποχικούς υγροτόπους πιέζεται από το κόστος και τις εισαγωγές. Ο «άνισος» ανταγωνισμός, οι κινήσεις της Ευρώπης και η προσπάθεια των παραγωγών να εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητά της και να κρατήσουν την αξία στον τόπο τους.

Στην καρδιά της ορυζοκαλλιέργειας, στη Χαλάστρα Θεσσαλονίκης, μέσα στην ευρύτερη πεδιάδα από την οποία προέρχεται περίπου το 75% του συνολικού ρυζιού στην Ελλάδα, το ρύζι καθορίζει τον ρυθμό ενός ολόκληρου τόπου. Από τα χωράφια που απλώνονται δυτικά της νύμφης του Θερμαϊκού, τις εγκαταστάσεις των συνεταιρισμών, τα φορτηγά που μεταφέρουν τη σοδειά, αλλά και τα σπίτια των παραγωγών, για τους οποίους αποτελεί πηγή εισοδήματος. Στη Χαλάστρα -όπου βρέθηκα στο πλαίσιο εκπαιδευτικού ταξιδιού του EU RICE, επισκεπτόμενη ορυζώνες, συνεταιρισμούς και τους υγροτόπους του Δέλτα Αξιού και του Καλοχωρίου- ένας κόκκος που καταλήγει στο καθημερινό τραπέζι περνά πρώτα από μια αλυσίδα ανθρώπων, υποδομών και εμπορικών αποφάσεων.

Στις εκβολές του Αξιού, η παραγωγή και το νερό έχουν διαμορφώσει από κοινού τον χαρακτήρα της περιοχής. Με διαδοχικές επενδύσεις σε υπερσύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό, καθετοποιημένες μονάδες επεξεργασίας και νέα συσκευαστήρια, η περιοχή έχει μετατραπεί σε κόμβο εξαγωγών. Στο Δέλτα του Αξιού, εκεί όπου η καλλιεργούμενη γη συναντά έναν από τους σημαντικότερους υγροτόπους της χώρας, οι ορυζώνες είναι ταυτόχρονα μέρος αυτής της παραγωγικής δραστηριότητας και μέρος του τοπίου. Όταν πλημμυρίζουν για τις ανάγκες της καλλιέργειας, λειτουργούν εποχικά και ως τεχνητοί υγρότοποι, προσφέροντας χώρο αναζήτησης τροφής σε πουλιά της περιοχής.

Στο ίδιο ευρύτερο τοπίο εργάζονται ψαράδες και μυδοκαλλιεργητές, άνθρωποι με δική τους παραγωγή και δικές τους αγορές, που γνωρίζουν πόσο στενά συνδέεται το εισόδημά τους με την κατάσταση των νερών. Η βιωσιμότητα εδώ αφορά τον τρόπο με τον οποίο συνεχίζει να παράγει ένας τόπος χωρίς να εξαντλεί όσα τον συντηρούν. «Ο τόπος μας σέβεται και εμείς το ανταποδίδουμε», όπως το έθεσαν άνθρωποι του κλάδου που συνάντησα. Φεύγοντας, κατάλαβα ότι για τους κατοίκους της περιοχής, αυτή η σχέση δεν είναι ένα περιβαλλοντικό σύνθημα αλλά είναι τρόπος ζωής.

Η δημοσιογραφική αποστολή πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος ενημέρωσης, EU RICE, που υλοποιείται από την Αγροτική Εταιρική Σύμπραξη Θεσσαλονίκης (ΕΑΣΘ) και το Consejo Regulador de la DOP Arroz de Valencia, τη ρυθμιστική αρχή του ρυζιού ΠΟΠ Βαλένθια. Στόχος του προγράμματος είναι να αναδείξει τη βιώσιμη καλλιέργεια του ρυζιού που παράγεται στην Ευρώπη.

Η αξία που χάνεται ανάμεσα στο χωράφι και την αγορά

Στο χωράφι, η χρονιά αρχίζει πολύ πριν γίνει γνωστή η τιμή του ρυζιού. Ο παραγωγός έχει ήδη πληρώσει για την προετοιμασία της γης, τη σπορά, το νερό, τα καύσιμα και τα λιπάσματα. Στη Χαλάστρα, οι συνομιλίες επέστρεφαν διαρκώς σε αυτή τη χρονική απόσταση: το κόστος αναλαμβάνεται μήνες πριν αποκαλυφθεί το έσοδο.

Ο πρόεδρος της ΕΑΣΘ, Χρήστος Τσιχήτας, έδωσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Λιπάσματα που κόστιζαν 400-600 ευρώ τον τόνο πωλούνται πλέον, σύμφωνα με τις αναφορές του, ακόμη και στα 700-1.000 ευρώ. Η επιστροφή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο αγροτικό πετρέλαιο και οι ενισχύσεις για τα λιπάσματα περιορίζουν μέρος της επιβάρυνσης, χωρίς, όπως υποστηρίζει, να την καλύπτουν.

Στο κόστος προστίθεται η δυσκολία αντιμετώπισης των ανθεκτικών ζιζανίων. Παραγωγοί εκτίμησαν ότι σε χωράφια με έντονο πρόβλημα η απόδοση μπορεί να μειωθεί κατά 15%–20%, ενώ απαιτούνται περισσότερες παρεμβάσεις. Η απώλεια εμφανίζεται έτσι τόσο στη συγκομιδή όσο και στον λογαριασμό της παραγωγής. Πρόκειται για εκτιμήσεις της καλλιεργητικής περιόδου, πριν αποτυπωθεί η συνολική φετινή σοδειά.

Στις συζητήσεις της αποστολής έγινε λόγος για περιπτώσεις στις οποίες η τιμή παραγωγού είχε υποχωρήσει ακόμη και κατά 50% σε σχέση με προηγούμενα επίπεδα. Ο πρόεδρος του Β΄ Συνεταιρισμού Χαλάστρας, Βασίλης Κουκουρίκης, περιέγραψε τιμές που από τα 30-32 λεπτά το κιλό έφτασαν στα 25 λεπτά. Οι δύο αναφορές δεν αφορούν κατ’ ανάγκην την ίδια ποικιλία ή την ίδια χρονική σύγκριση. Δείχνουν, ωστόσο, την πίεση που περιγράφουν οι παραγωγοί.

Η πίεση αρχίζει να αποτυπώνεται και στις εκτάσεις. Κατά την πρώτη ημέρα της επίσκεψης ακούστηκε εκτίμηση για περίπου 280.000 στρέμματα φέτος, έναντι περίπου 310.000 στρεμμάτων. Την επόμενη ημέρα, στην ΕΑΣΘ, παρουσιάστηκε χαμηλότερη προκαταρκτική εκτίμηση, 230.000–240.000 στρέμματα. Ο γενικός διευθυντής της, Κώστας Γιαννόπουλος, διευκρίνισε ότι οι δηλώσεις ΟΣΔΕ δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί. Δεν μπορεί, επομένως, να υπολογιστεί με ασφάλεια τελικό ποσοστό μείωσης. Για κάποιους παραγωγούς η διέξοδος είναι άλλη καλλιέργεια· για άλλους οι επιλογές του εδάφους είναι περιορισμένες. Σύμφωνα με αναφορές από την περιοχή, υπάρχουν και χωράφια που μένουν ακαλλιέργητα.

Την ώρα που οι παραγωγοί μετρούν αν τους συμφέρει να σπείρουν, οι συνεταιρισμοί επενδύουν για να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο μετά τη συγκομιδή. Ο Α΄ Αγροτικός Συνεταιρισμός Ορυζοπαραγωγών Χαλάστρας έχει διαθέσει, σύμφωνα με τον πρόεδρό του Χρήστο Γκατζάρα, περίπου 5 εκατ. ευρώ τα τελευταία χρόνια σε παραγωγικές και αποθηκευτικές υποδομές. Διαθέτει περίπου 500 εγγεγραμμένα μέλη, ενώ ο κύκλος εργασιών του το 2024 έφτασε τα 22 εκατ. ευρώ, μαζί με δραστηριότητες πέρα από το ρύζι.

Στον Β΄ Συνεταιρισμό, ο κ. Κουκουρίκης παρουσίασε πρόσφατη επένδυση περίπου 3,5 εκατ. ευρώ για την ενίσχυση των εγκαταστάσεών του. Ο συνεταιρισμός συγκεντρώνει μεγάλες ποσότητες και επενδύει στην αποθήκευση, χωρίς να τυποποιεί ο ίδιος το τελικό προϊόν. Η δυνατότητα να κρατήσει τη σοδειά τού δίνει χρόνο να αναζητήσει καλύτερους όρους πώλησης. Για να αποδώσουν, όμως, οι υποδομές χρειάζονται σταθερή παραγωγή και αγοραστές.

Η εγχώρια αγορά δεν μπορεί να απορροφήσει μόνη της το προϊόν. Στην ΕΑΣΘ, η ετήσια παραγωγή επεξεργασμένου ρυζιού υπολογίστηκε ενδεικτικά σε περίπου 150.000 τόνους, έναντι κατανάλωσης της τάξης των 50.000 τόνων. Είναι εκτιμήσεις εκπροσώπων του κλάδου και δεν αφορούν τη φετινή συγκομιδή αναποφλοίωτου ρυζιού. Εξηγούν, ωστόσο, γιατί οι εξαγωγές αποτελούν αναγκαία διέξοδο.

Στο εσωτερικό, η θέση στο ράφι αποδεικνύεται εξίσου δύσκολη. Ο κ. Γκατζάρας έθεσε το ζήτημα της πρόσβασης στις μεγάλες αλυσίδες, παρότι ο συνεταιρισμός μπορεί να διαθέσει και προϊόν ιδιωτικής ετικέτας. Ο ίδιος έθεσε και το ζήτημα σαφούς αναγραφής της χώρας παραγωγής στη συσκευασία, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να ξεχωρίζει το ρύζι που καλλιεργήθηκε στην Ελλάδα από το εισαγόμενο. Στην ΕΑΣΘ περιέγραψαν επίσης την προσπάθεια κατοχύρωσης γεωγραφικής ένδειξης για το ρύζι της περιοχής, σε συνεργασία με ακαδημαϊκούς, αναφέροντας ότι σχετικός φάκελος έχει κατατεθεί στο υπουργείο. Η διαδικασία βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Δεν εγγυάται υψηλότερη τιμή, θα μπορούσε όμως να ενισχύσει την αναγνωρίσιμη ταυτότητα του προϊόντος.

Το ελληνικό ρύζι πωλείται ήδη εντός και εκτός συνόρων. Το κρίσιμο ερώτημα για τη Χαλάστρα είναι πόση από την αξία του επιστρέφει σε όσους το παράγουν. Η απάντηση εξαρτάται και από τις ποσότητες που εισέρχονται κάθε χρόνο στην ευρωπαϊκή αγορά.

Η αγορά κινείται ταχύτερα από τη ρήτρα

Οι άνθρωποι του κλάδου θεωρούν ότι το ελληνικό ρύζι ανταγωνίζεται προϊόντα που εισέρχονται στην Ε.Ε. με χαμηλότερο κόστος και, σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς δασμούς. Η δασμολογική απαλλαγή δεν θεσπίστηκε πρόσφατα. Η Ε.Ε. παρέχει εδώ και χρόνια εμπορικές προτιμήσεις σε επιλέξιμες αναπτυσσόμενες χώρες. Μέσω της πρωτοβουλίας «Όλα εκτός από όπλα», οι λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες έχουν πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά χωρίς δασμούς και ποσοτικούς περιορισμούς για σχεδόν όλα τα προϊόντα.

Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται ευρωπαϊκές οργανώσεις του κλάδου, οι συνολικές εισαγωγές ρυζιού στην Ε.Ε. έφτασαν περίπου τους 1,7 εκατ. τόνους την τελευταία εμπορική περίοδο, με περίπου 60% να εισέρχεται χωρίς δασμούς. Μεγάλο μέρος φτάνει, όπως επισημαίνουν, ήδη επεξεργασμένο. Ο ανταγωνισμός αφορά συνεπώς και το στάδιο στο οποίο επενδύουν οι συνεταιρισμοί: τη μεταποίηση και τη διάθεση του προϊόντος.

Ο αναθεωρημένος ευρωπαϊκός κανονισμός προβλέπει ειδικό μηχανισμό διασφάλισης για το ρύζι. Όταν οι εισαγωγές που καλύπτονται από τη σχετική προτιμησιακή ρύθμιση υπερβούν το προβλεπόμενο όριο, η δασμολογική προτίμηση αναστέλλεται. Ο κανονισμός έχει εγκριθεί και θα εφαρμοστεί από την 1η Ιανουαρίου 2027. Η ένσταση των παραγωγών αφορά το πόσο έγκαιρα θα λειτουργήσει η προστασία.

Οι ευρωπαϊκές οργανώσεις ρυζιού είχαν επικρίνει τη συμφωνία του Δεκεμβρίου 2025, θεωρώντας υπερβολικά υψηλό το όριο που συζητούνταν τότε. Ο κανονισμός που εγκρίθηκε στη συνέχεια ορίζει για το 2027 διαφορετικά όρια ανά χώρα: 216.047 τόνους για την Καμπότζη και 171.862 για τη Μιανμάρ. Η ένστασή τους παραμένει ότι μια αυτόματη αντίδραση στις εισαγωγές μπορεί να έρθει αφού οι τιμές έχουν ήδη πιεστεί. Τα όρια αυτά αφορούν εισαγωγές από συγκεκριμένες δικαιούχες χώρες και όχι το σύνολο του ρυζιού που εισάγει η Ε.Ε. Στη Χαλάστρα, η συζήτηση αυτή καταλήγει σε μια απόφαση που πρέπει να ληφθεί πολύ πριν λειτουργήσει οποιαδήποτε ρήτρα: πόσα στρέμματα αξίζει να σπαρθούν.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: