Morningstar DBRS: Αντέχουν οι ελληνικές τράπεζες στις πιέσεις των ομολόγων;

Morningstar DBRS: Αντέχουν οι ελληνικές τράπεζες στις πιέσεις των ομολόγων;
Photo: Shutterstock
Τα χαρτοφυλάκια κρατικών τίτλων των ευρωπαϊκών τραπεζών έφτασαν τα 4,54 τρισ. ευρώ. Η Morningstar DBRS εκτιμά ότι ο κίνδυνος μετάδοσης μιας κρατικής κρίσης έχει περιοριστεί, αλλά η άνοδος των αποδόσεων δοκιμάζει τις αποτιμήσεις των ομολόγων.
  • Οι ευρωπαϊκές τράπεζες αύξησαν κατά 44% τις τοποθετήσεις τους σε κρατικούς τίτλους από το τέλος του 2022 έως τον Ιούνιο του 2026.
  • Στην Ελλάδα, το 71% των κρατικών ομολόγων που κατέχουν οι τράπεζες έχει λήξη πέραν των πέντε ετών, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζικών συστημάτων που εξετάζει η έκθεση.
  • Η DBRS θεωρεί ότι οι ισχυρότεροι ισολογισμοί και η μικρότερη συγκέντρωση σε εγχώρια ομόλογα καθιστούν τις επιπτώσεις διαχειρίσιμες.

Η άνοδος των αποδόσεων επαναφέρει ένα παλιό ερώτημα για τις ευρωπαϊκές τράπεζες: τι συμβαίνει στους ισολογισμούς τους όταν πιέζονται τα κρατικά ομόλογα; Η απάντηση της Morningstar DBRS έχει δύο σκέλη. Οι τράπεζες κατέχουν περισσότερους κρατικούς τίτλους από ό,τι πριν από λίγα χρόνια, έχουν όμως μειώσει την εξάρτησή τους από το χρέος της χώρας τους και διαθέτουν ισχυρότερα κεφάλαια.

Για την Ελλάδα, η έκθεση στρέφει την προσοχή στη λήξη των ομολόγων. Το 71% των κρατικών τίτλων στα χαρτοφυλάκια των ελληνικών τραπεζών λήγει μετά από περισσότερα από πέντε χρόνια. Οι τίτλοι μεγαλύτερης διάρκειας είναι γενικά πιο ευαίσθητοι στις μεταβολές των επιτοκίων: όταν οι αποδόσεις ανεβαίνουν, η αγοραία αξία τους δέχεται μεγαλύτερη πίεση. Το ποσοστό, ωστόσο, δεν αποτελεί εκτίμηση ζημίας για τις ελληνικές τράπεζες· η επίπτωση εξαρτάται και από τη λογιστική ταξινόμηση κάθε τίτλου.

Χαρτοφυλάκια 4,54 τρισ. ευρώ στην Ευρώπη

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η Morningstar DBRS, οι κρατικοί τίτλοι που κατέχουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες ανήλθαν σε 4,54 τρισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2026, από 3,14 τρισ. ευρώ στο τέλος του 2022. Η αύξηση φτάνει το 44%.

Η συνολική έκθεση αντιστοιχεί πλέον στο 264% των βασικών εποπτικών κεφαλαίων CET1, έναντι 214% στο τέλος του 2022. Ως ποσοστό του ενεργητικού, αυξήθηκε από 11,6% σε 14,7%. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς τρόπους μέτρησης του μεγέθους των χαρτοφυλακίων και όχι για ποσοστά αναμενόμενων απωλειών.

Η DBRS αποδίδει την αύξηση στις ανάγκες των τραπεζών για ρευστά στοιχεία υψηλής ποιότητας, στις υψηλότερες αποδόσεις που προσφέρουν πλέον οι τίτλοι και στην εποπτική μεταχείριση του κρατικού χρέους. Οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς την έκθεση σε σχέση με τα κεφάλαια CET1, αλλά κάτω από την Πορτογαλία, την Ιταλία και την Ισπανία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γιατί έχει αποδυναμωθεί ο «φαύλος κύκλος»

Στην κρίση χρέους, η μεγάλη συγκέντρωση εγχώριων ομολόγων συνέδεε στενά την τύχη των τραπεζών με εκείνη του κράτους τους. Μια πτώση στην αξία των τίτλων μπορούσε να πιέσει τις τράπεζες, οι οποίες με τη σειρά τους ενδέχετο να χρειαστούν κρατική στήριξη. Αυτή είναι η σχέση που περιγράφεται ως «φαύλος κύκλος» κράτους και τραπεζών.

Η σύνδεση αυτή είναι σήμερα ασθενέστερη, σύμφωνα με την DBRS. Στις τράπεζες της ΕΕ και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, το ποσοστό των εγχώριων τίτλων στο συνολικό χαρτοφυλάκιο κρατικών ομολόγων μειώθηκε στο 43% τον Ιούνιο του 2026, από 53% το 2021. Αντίστοιχα, οι τοποθετήσεις σε κρατικά ομόλογα άλλων χωρών της ΕΕ και του ΕΟΧ έφτασαν το 33%.

Και στην Ελλάδα η συγκέντρωση σε εγχώριους τίτλους έχει μειωθεί αισθητά σε σύγκριση με το 2019. Η γεωγραφική διαφοροποίηση περιορίζει την εξάρτηση από μία κρατική αγορά, παρότι δεν απομονώνει τις τράπεζες από μια γενικευμένη άνοδο των ευρωπαϊκών αποδόσεων.

Πού βρίσκεται τώρα ο κίνδυνος

Η DBRS δίνει μεγαλύτερο βάρος στον επιτοκιακό κίνδυνο και στην αποτίμηση των χαρτοφυλακίων. Σε επίπεδο ΕΕ και ΕΟΧ, το 46% των κρατικών τίτλων που κατέχουν οι τράπεζες λήγει μετά την πενταετία, έναντι 42% το 2019. Το ελληνικό 71% εξηγεί γιατί μια νέα άνοδος αποδόσεων έχει ιδιαίτερη σημασία για την παρακολούθηση των εγχώριων χαρτοφυλακίων.

Η λογιστική ταξινόμηση μετριάζει την άμεση επίπτωση στους ισολογισμούς. Περίπου το 59% των κρατικών ομολόγων των ευρωπαϊκών τραπεζών αποτιμάται στο αποσβεσμένο κόστος, οπότε οι καθημερινές μεταβολές της αγοραίας τιμής δεν περνούν αυτομάτως στα αποτελέσματα ή στα ίδια κεφάλαια. Αυτό δεν εξαφανίζει τον οικονομικό κίνδυνο του τίτλου, ενώ το υπόλοιπο χαρτοφυλάκιο επηρεάζεται περισσότερο από τις αποτιμήσεις της αγοράς.

Συνολικά, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι οι υψηλότερες αποδόσεις και η μεγαλύτερη έκθεση σε κρατικά ομόλογα δεν αρκούν, από μόνες τους, για να προκαλέσουν ευρείας κλίμακας υποβαθμίσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών. Η κερδοφορία, τα κεφάλαια και η διαφοροποίηση των χαρτοφυλακίων αποτελούν τα βασικά στηρίγματα αυτής της εκτίμησης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: