Γιατί η συμφωνία Τραμπ – Πούτιν για το ντίζελ δεν φτάνει για να ρίξει τις τιμές
- 14/10/2026, 11:30
- SHARE
- Πολύ μικρός όγκος: Η αρχική ποσότητα των 2,24 εκατ. βαρελιών αντιστοιχεί μόλις στο 2% της ημερήσιας ζήτησης των ΗΠΑ και κάτω από το 1% της παγκόσμιας.
- Περιορισμένη επίπτωση: Η Goldman Sachs εκτιμά ότι οι τιμές χονδρικής θα υποχωρήσουν μόλις κατά 1 έως 2 δολάρια το βαρέλι σε ΗΠΑ και Ευρώπη.
- Πολιτικές πιέσεις: Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να συγκρατήσει τον πληθωρισμό ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, αλλά οι αγορές αντιμετωπίζουν τη συμφωνία ως λεκτική παρέμβαση.
- Γεωπολιτική αβεβαιότητα: Τα ουκρανικά πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια και οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή συνεχίζουν να πιέζουν την παγκόσμια προσφορά καυσίμων.
Η συμφωνία για το ντιζέλ μεταξύ του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και του Ρώσου ομολόγου του Βλαντίμιρ Πούτιν είναι αμφίβολο αν θα καταφέρει να μειώσει το κόστος καυσίμων για τους επαγγελματίες των μεταφορών και τους αγρότες, καθώς οι ποσότητες ρωσικού ντιζέλ που αναμένεται να διοχετευτούν στην αγορά κρίνονται ιδιαίτερα περιορισμένες σε σύγκριση με τις τεράστιες ανάγκες των Ηνωμένων Πολιτειών και της παγκόσμιας οικονομίας.
Δεδομένου ότι το ντιζέλ αποτελεί τον βασικό μοχλό για τη μεταφορά εμπορευμάτων και τη συγκομιδή της αγροτικής παραγωγής, η αύξηση της τιμής του διαχέεται άμεσα σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.
Ενόψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ, ο Αμερικανός Πρόεδρος δέχεται έντονες πιέσεις για την αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής.
Η αρχική φάση της συμφωνίας προβλέπει την άμεση διάθεση 300.000 μετρικών τόνων ντιζέλ στην παγκόσμια αγορά. Με βάση τους υπολογισμούς της S&P Global Platts, η ποσότητα αυτή μεταφράζεται σε περίπου 2,24 εκατομμύρια βαρέλια, δηλαδή 74.500 βαρέλια ημερησίως αν κατανεμηθούν σε βάθος ενός μηνός.
Το μέγεθος αυτό αντιστοιχεί μόλις στο 2% της συνολικής αμερικανικής ζήτησης, η οποία διαμορφώθηκε στα 3,65 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως στις αρχές Οκτωβρίου σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ποσότητα αυτή αντιπροσωπεύει πολύ λιγότερο από το 1% της συνολικής κατανάλωσης, γεγονός που οδήγησε αναλυτές της πετρελαϊκής αγοράς να χαρακτηρίσουν την παρέμβαση ως σταγόνα στον ωκεανό.
Στη συνέχεια, το Κρεμλίνο αναμένεται να διοχετεύσει επιπλέον 500.000 τόνους καυσίμου τον Νοέμβριο, ακολουθούμενους από 1 εκατομμύριο τόνους, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο σχεδιάζεται η διάθεση ακόμη 3 εκατομμυρίων τόνων, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα ρωσικά διυλιστήρια. Συνολικά, η συμφωνία προβλέπει τη διοχέτευση 4,8 εκατομμυρίων μετρικών τόνων ή 35,76 εκατομμυρίων βαρελιών.
Παρά τους εντυπωσιακούς αριθμούς, η συνολική αυτή ποσότητα ισοδυναμεί με μόλις 10 ημέρες εγχώριας κατανάλωσης των ΗΠΑ ή λίγο περισσότερο από μία ημέρα παγκόσμιας ζήτησης.
Η επίδραση στις τιμές χονδρικής ντιζέλ αναμένεται να είναι ελάχιστη. Οίκοι όπως η Goldman Sachs εκτιμούν ότι η διοχέτευση των ρωσικών όγκων θα μειώσει τις τιμές μόλις κατά 1 έως 2 δολάρια το βαρέλι στις αγορές των ΗΠΑ και της Ευρώπης.
Επιπλέον, επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι καθαρός εξαγωγέας ντιζέλ, δεν έχουν άμεση ανάγκη από ρωσικές εισαγωγές. Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί αυστηρό εμπάργκο στα ρωσικά διυλισμένα προϊόντα. Κατά συνέπεια, τα ρωσικά φορτία αναμένεται απλώς να ελαφρύνουν τον ανταγωνισμό σε αγορές όπως η Βραζιλία και η Τουρκία.
Η αντίδραση των αγορών υπήρξε ιδιαίτερα συγκρατημένη, καθώς τα προθεσμιακά συμβόλαια ντιζέλ παρέμειναν σχεδόν σταθερά μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας. Οι επενδυτές αντιμετωπίζουν την κίνηση αυτή περισσότερο ως πολιτική παρέμβαση εντυπωσιασμού παρά ως ουσιαστική λύση στο πρόβλημα της προσφοράς. Με τη μέση τιμή του ντιζέλ στις ΗΠΑ να καταγράφει τεράστια αύξηση σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, τα περιθώρια χειρισμών του Αμερικανού Προέδρου παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένα.
Η παγκόσμια ενεργειακή κρίση επιδεινώνεται περαιτέρω από τις συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις. Τα ουκρανικά πλήγματα σε ρωσικές πετρελαϊκές υποδομές, σε συνδυασμό με τις επιθέσεις σε διυλιστήρια της Μέσης Ανατολής και τις διαταραχές στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, έχουν συρρικνώσει δραματικά τα παγκόσμια αποθέματα.
Παράλληλα, παραμένουν ερωτήματα για τη δυνατότητα της Ρωσίας να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις της, δεδομένου ότι η παραγωγική δυναμικότητα των διυλιστηρίων της έχει πληγεί καίρια. Χωρίς την ουσιαστική αποκατάσταση της παγκόσμιας διυλιστικής ικανότητας, οι τιμές των καυσίμων θα συνεχίσουν να επιβαρύνουν καταναλωτές και επιχειρήσεις.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- Ο… λογαριασμός του χρέους μεγαλώνει: Γιατί το ΔΝΤ ζητά δράση τώρα
- Goldman Sachs: Η τεχνητή νοημοσύνη χωρίζει τις αγορές σε δύο κόσμους
- Μπιλ Γκέιτς: «Δεν κάνουμε αρκετά» για τους κινδύνους της AI – Προειδοποιεί για κύμα κυβερνοεπιθέσεων
- Politico: Το δίλημμα Ζελένσκι – Πόσο κοστίζει η σύγκρουση με τον Τραμπ
Πηγή: CNBC