Ο χειμώνας βρίσκει το ντίζελ με λιγότερα αποθέματα – Στο επίκεντρο η Ευρώπη

Ο χειμώνας βρίσκει το ντίζελ με λιγότερα αποθέματα – Στο επίκεντρο η Ευρώπη
Στιγμιότυπα από πρατήρια καυσίμων στην Αθήνα, τιμές σε αμόλυβδη βενζίνη και diesel πετρέλαιου κίνησης, Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026 (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI) Photo: Eurokinissi
Παρατεταμένη πίεση στην αγορά ντίζελ προβλέπει ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, καθώς οι απώλειες προσφοράς και τα μειωμένα αποθέματα δυσκολεύουν την κάλυψη της χειμερινής ζήτησης.

Με περιορισμένα αποθέματα και επίμονες διαταραχές στην προσφορά εισέρχεται στον χειμώνα η παγκόσμια αγορά ντίζελ. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) προειδοποιεί ότι η στενότητα θα συνεχιστεί μέσα στο 2027, διατηρώντας την πίεση σε μεταφορές, επιχειρήσεις και καταναλωτές.

Στη μηνιαία έκθεσή του, που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη, ο Οργανισμός εκτιμά ότι ακόμη και η ανάκαμψη της λειτουργίας των διυλιστηρίων προς το τέλος του έτους δεν θα επαρκέσει για την κάλυψη της ζήτησης στο τέταρτο τρίμηνο.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι η αποκατάσταση των αποθεμάτων που χάθηκαν στη διάρκεια της κρίσης. Η αναπλήρωσή τους, πέρα από τις συνηθισμένες εποχικές μεταβολές, θεωρείται απίθανη πριν από το δεύτερο εξάμηνο του 2027.

Λιγότερα φορτία πριν από τη χειμερινή αιχμή

Η αγορά ντίζελ και gasoil εμφάνισε ασυνήθιστη στενότητα ήδη στο τρίτο τρίμηνο, όταν κανονικά θα υπήρχαν μεγαλύτερα περιθώρια προετοιμασίας για τον χειμώνα.

Τον Σεπτέμβριο, οι παγκόσμιες εξαγωγές ντίζελ υποχώρησαν κατά 700.000 βαρέλια ημερησίως σε ετήσια βάση. Οι απώλειες από τη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή έφτασαν συνολικά τα 1,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως, με την αύξηση των εξαγωγών άλλων παραγωγών να καλύπτει μόνο μέρος του κενού.

Η ζήτηση, παράλληλα, δεν προσαρμόζεται εύκολα στις υψηλές τιμές. Η εκτεταμένη χρήση του ντίζελ στις μεταφορές και στη βιομηχανία περιορίζει τη δυνατότητα άμεσης μείωσης της κατανάλωσης, ενώ τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης συγκρατούν την επιβάρυνση για τους τελικούς χρήστες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Νέος κίνδυνος ανατιμήσεων για την Ευρώπη

Στα μέσα Σεπτεμβρίου, οι χονδρικές τιμές ξεπέρασαν τα 200 δολάρια το βαρέλι στη Σιγκαπούρη, ενώ στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ έφτασαν σε ιστορικά υψηλά, κοντά στα 220 δολάρια.

Παρότι έκτοτε έχουν υποχωρήσει από τις κορυφές τους, ο IEA προειδοποιεί ότι το κόστος μεταφοράς μπορεί να προκαλέσει νέες αυξήσεις στις τιμές παράδοσης. Ιδιαίτερα εκτεθειμένες είναι η Ευρώπη, η Αφρική και η Λατινική Αμερική, ως μεγάλες αγορές εισαγωγής του καυσίμου.

Η επιβάρυνση έχει ευρύτερη οικονομική σημασία: το ακριβότερο ντίζελ αυξάνει το κόστος διακίνησης προϊόντων και λειτουργίας επιχειρήσεων, δυσκολεύοντας την αποκλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων.

Η συμφωνία με τη Ρωσία και οι ευρωπαϊκές αντιδράσεις

Σε αυτό το περιβάλλον, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την αρχική διάθεση περισσότερων από 300.000 μετρικών τόνων ρωσικού ντίζελ στην αμερικανική και την παγκόσμια αγορά.

Η κίνηση προκάλεσε αντιδράσεις τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη, λόγω της χαλάρωσης των περιορισμών που αποσκοπούν στη μείωση των ενεργειακών εσόδων της Μόσχας.

Ο Βάλντις Ντομπρόβσκις αμφισβήτησε τη μακροοικονομική σημασία των συγκεκριμένων ποσοτήτων και έθεσε ερωτήματα για τη δυνατότητα παράδοσής τους. Η Τζόρτζια Μελόνι προειδοποίησε επίσης ότι η συμφωνία υπονομεύει την πίεση προς τη Ρωσία για τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Ο ίδιος ο IEA επισημαίνει ότι η χαλάρωση των περιορισμών στις ρωσικές εξαγωγές δύσκολα θα αλλάξει ουσιαστικά τις ισορροπίες, καθώς βασικό εμπόδιο παραμένει η περιορισμένη λειτουργική δυναμικότητα των ρωσικών διυλιστηρίων.

Ανάκαμψη της παραγωγής με ανοιχτούς κινδύνους

Στη συνολική αγορά πετρελαίου, ο Οργανισμός προβλέπει για το 2026 μείωση της ζήτησης κατά 2,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως, αλλά ακόμη μεγαλύτερη πτώση της προσφοράς, κατά 5,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Για το 2027 αναμένει αύξηση της παραγωγής κατά 7,7 εκατ. βαρέλια ημερησίως, υπό την προϋπόθεση σταδιακής αποκατάστασης των ενεργειακών ροών.

Οι νέες επιθέσεις στον Περσικό Κόλπο διατηρούν, ωστόσο, την ανάκαμψη εύθραυστη.

Για το ντίζελ, ο IEA προβλέπει επιστροφή σε πλεόνασμα προσφοράς από το πρώτο τρίμηνο του 2027. Αυτό θα επιτρέψει την εποχική αύξηση των αποθεμάτων, χωρίς να καλύπτει αμέσως το έλλειμμα που συσσωρεύτηκε το 2026. Η πορεία της αγοράς θα εξαρτηθεί καθοριστικά από την αποκατάσταση των εξαγωγών διυλισμένων προϊόντων από τη Μέση Ανατολή.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: