Έρχεται νέα κρίση χρέους στην Ευρωζώνη με επίκεντρο τη Γαλλία;  

Έρχεται νέα κρίση χρέους στην Ευρωζώνη με επίκεντρο τη Γαλλία;  
A close-up of the sculpted pediment of the Pantheon surmounted by the French tricolor flag waving beneath a blue sky in Paris, France, on September 27, 2026. The famous inscription Aux Grands Hommes, la Patrie Regratnante (To Great Men, the Grateful Nation) is engraved in relief above the portico with its Corinthian columns and intricately sculpted capitals. David d Angers high relief depicts the Fatherland distributing crowns to the great figures of French history, symbolizing national homage. (Photo by Riccardo Milani / Hans Lucas via AFP) Photo: AFP
Tο εκρηκτικό μείγμα υψηλών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, πολιτικής αβεβαιότητας και αυξανόμενου κόστους δανεισμού στη Γαλλία επαναφέρει τους φόβους για μια νέα κρίση χρέους στην Ευρωζώνη
  • Γαλλία και κρίση χρέους: Γιατί αυξάνεται ο κίνδυνος νέας δημοσιονομικής κρίσης στην Ευρωζώνη.
  • Γαλλικό δημόσιο χρέος: Το έλλειμμα πάνω από το 5% του ΑΕΠ και οι εκτιμήσεις για αύξηση του χρέους στο 122%.
  • Γαλλικά ομόλογα και spreads: Οι αποδόσεις κοντά στο 5% και η διεύρυνση της διαφοράς απόδοσης έναντι των γερμανικών τίτλων.
  • Ελλάδα και Ευρωζώνη: Οι διαφορές από την προηγούμενη κρίση χρέους και τα διδάγματα για τις αγορές.
  • ΕΚΤ και γαλλική κρίση: Ποια εργαλεία διαθέτει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ποια είναι τα όρια της παρέμβασής της.

Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ολοένα πιο σύνθετο δημοσιονομικό και πολιτικό περιβάλλον, προκαλώντας ανησυχία στις αγορές και επαναφέροντας στο προσκήνιο το ενδεχόμενο μιας νέας κρίσης χρέους στην Ευρωζώνη. Η αύξηση των ελλειμμάτων, η συσσώρευση δημόσιου χρέους και η πολιτική αβεβαιότητα ενόψει των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα, το οποίο ήδη αποτυπώνεται στις αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων.

Οι εκτιμήσεις αυτές βρέθηκαν στο επίκεντρο του webinar της ING, στο οποίο συμμετείχε ο δημοσιογράφος του Fortune Greece, Νίκος Μπαρτζελιώτης. Οι αναλυτές της ολλανδικής τράπεζας ανέλυσαν τις πιέσεις που δέχεται η γαλλική οικονομία, τις πιθανές επιπτώσεις για την Ευρωζώνη και τον ρόλο που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν η Γερμανία και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην αποτροπή μιας νέας δημοσιονομικής κρίσης.

Έλλειμμα, χρέος και πολιτική αβεβαιότητα πιέζουν τις αγορές

Η δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας προκαλεί αυξανόμενη ανησυχία στους επενδυτές. Όπως επισημάνθηκε στο webinar, τα ελλείμματα διευρύνονται, το δημόσιο χρέος αυξάνεται και η πολιτική αβεβαιότητα δυσχεραίνει την εφαρμογή μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής.

Οι πιέσεις αποτυπώνονται ήδη στην αγορά ομολόγων. Οι αποδόσεις των γαλλικών κρατικών τίτλων έχουν προσεγγίσει το 5%, καταγράφοντας τα υψηλότερα επίπεδα από το 2002, ενώ η διαφορά απόδοσης μεταξύ των γαλλικών και των γερμανικών ομολόγων έχει διευρυνθεί στα υψηλότερα επίπεδα από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης.

Η εξέλιξη αυτή αποτελεί σαφή ένδειξη ότι οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη αποζημίωση για να διακρατούν γαλλικό δημόσιο χρέος, καθώς αξιολογούν πλέον με μεγαλύτερη επιφύλαξη τη δημοσιονομική πορεία της χώρας.

Η Charlotte de Montpellier, ανώτερη οικονομολόγος της ING με εξειδίκευση στη γαλλική οικονομία, υπογράμμισε ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας βρίσκεται πολύ πάνω από το όριο του 3% του ΑΕΠ που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν, το έλλειμμα αναμένεται να ξεπεράσει το 5% του ΑΕΠ, με πιθανότητα να διαμορφωθεί περίπου στο 5,4% μέσα στο έτος, ενώ δεν αποκλείεται να αυξηθεί περαιτέρω την επόμενη χρονιά.

Καθοριστικό σημείο καμπής αποτέλεσε η διάλυση της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης το 2024. Έκτοτε, η πολιτική αστάθεια έχει περιορίσει την ικανότητα της κυβέρνησης να προωθήσει μια συνεκτική και αυστηρότερη δημοσιονομική πολιτική.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο έλλειμμα. Ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ, ο οποίος βρίσκεται περίπου στο 113%, εκτιμάται ότι θα μπορούσε να αυξηθεί στο 122% την επόμενη χρονιά. Και όλα αυτά σε ένα περιβάλλον ιδιαίτερα ασθενούς οικονομικής ανάπτυξης, που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την προσπάθεια σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών.

Η γαλλική κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 5% του ΑΕΠ την επόμενη χρονιά. Ωστόσο, για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, θα απαιτηθεί ένα εκτεταμένο πρόγραμμα εξοικονόμησης πόρων, ύψους περίπου 43 δισ. ευρώ.

Όπως εξήγησε η de Montpellier, η δημοσιονομική προσαρμογή θα μπορούσε να περιλαμβάνει υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση και σημαντικά πιο συγκρατημένη αύξηση των δημόσιων δαπανών. Πρόκειται για επιλογές που ενδέχεται να επιβαρύνουν περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα, σε μια περίοδο κατά την οποία η ανάπτυξη είναι ήδη αδύναμη.

Το πολιτικό σκέλος, ωστόσο, παραμένει το μεγαλύτερο εμπόδιο. Η έγκριση του προϋπολογισμού δεν θεωρείται δεδομένη, ενώ η αξιοποίηση του άρθρου 49.3 του γαλλικού Συντάγματος θα μπορούσε να αποτελέσει μία από τις διαδικαστικές επιλογές της κυβέρνησης για την προώθησή του, υπό συγκεκριμένες συνταγματικές προϋποθέσεις.

Εάν ο προϋπολογισμός δεν εγκριθεί ή δεν υλοποιηθούν τα αναγκαία μέτρα, το έλλειμμα θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και στο 6,5% του ΑΕΠ. Ακόμη και στην περίπτωση που ο προϋπολογισμός περάσει, θα απαιτηθούν πρόσθετες παρεμβάσεις, μεταξύ άλλων και στο συνταξιοδοτικό σύστημα.

Γιατί ανησυχούν οι αγορές για τα γαλλικά ομόλογα

Ο Padraic Garvey, επικεφαλής της περιφερειακής ομάδας έρευνας της ING, εστίασε στη συμπεριφορά της αγοράς ομολόγων και στους παράγοντες που εντείνουν την αβεβαιότητα.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η πιθανότητα υποβάθμισης της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Γαλλίας, η γενικότερη αμφισβήτηση της δημοσιονομικής σταθερότητας στην Ευρωζώνη, αλλά και οι πολιτικές πιέσεις για μεγαλύτερες δημόσιες δαπάνες και διεύρυνση του χρέους.

Η Γαλλία εξακολουθεί να διαθέτει αξιολόγηση υψηλής πιστοληπτικής ποιότητας, στην κατηγορία ΑΑ. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Garvey, οι τιμές των ομολόγων της έχουν αρχίσει να αντανακλούν ένα πολύ δυσμενέστερο σενάριο, σαν η χώρα να κινδυνεύει να υποβαθμιστεί στην κατηγορία ΒΒΒ ή ακόμη χαμηλότερα.

Το spread των γαλλικών ομολόγων έναντι των γερμανικών έχει διαμορφωθεί περίπου στις 140 μονάδες βάσης, επίπεδο που αποτυπώνει τη σημαντική αύξηση του κινδύνου που αποδίδει η αγορά στο γαλλικό χρέος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Εάν οι πιέσεις ενταθούν και το spread κινηθεί προς τις 200 μονάδες βάσης, οι επιπτώσεις δεν θα περιοριστούν στη Γαλλία. Θα μπορούσαν να επεκταθούν και στις υπόλοιπες οικονομίες της περιφέρειας της Ευρωζώνης, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού τους.

Η συζήτηση για τη Γαλλία αναπόφευκτα φέρνει στο προσκήνιο την ελληνική κρίση χρέους, αλλά και τις εμπειρίες άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών.

Ο Garvey υπενθύμισε ότι, στην κορύφωση της ελληνικής κρίσης, η διαφορά απόδοσης των ελληνικών ομολόγων έναντι των γερμανικών είχε φτάσει περίπου τις 3.300 μονάδες βάσης, δηλαδή το 33%. Η Ελλάδα οδηγήθηκε τελικά σε αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους της, ενώ η περίπτωση της Ιρλανδίας ήταν διαφορετική: παρά τις σοβαρές πιέσεις που δέχτηκε, το ιρλανδικό κράτος δεν χρεοκόπησε, αν και ο τραπεζικός τομέας υπέστη καταστροφικές συνέπειες.

Οι αναλογίες αυτές δεν σημαίνουν ότι η Γαλλία βρίσκεται στην ίδια θέση με την Ελλάδα πριν από την κρίση. Αναδεικνύουν, ωστόσο, πόσο γρήγορα μπορεί να μεταβληθεί το κλίμα στις αγορές όταν οι επενδυτές αρχίζουν να αμφισβητούν τη βιωσιμότητα της δημοσιονομικής πορείας μιας χώρας.

Η αγορά ομολόγων παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη στις πολιτικές εξελίξεις, ενώ η πορεία των spreads θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο οι κυβερνήσεις θα παραμείνουν προσηλωμένες στη δημοσιονομική πειθαρχία.

Υπαρκτός ο κίνδυνος συστημικής κρίσης

Ο Carsten Brzeski, επικεφαλής οικονομολόγος της ING για τη Γερμανία και την Ευρωζώνη, προειδοποίησε ότι η κατάσταση στη Γαλλία δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο εθνικό πρόβλημα, αλλά μια εξέλιξη που μπορεί να επηρεάσει συνολικά την Ευρωζώνη.

Στο επίκεντρο βρίσκεται και ο ρόλος της Γερμανίας. Παραμένει ασαφές κατά πόσο η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης θα μπορέσει να συμβάλει αποφασιστικά στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Ο Brzeski επισήμανε ότι, εάν η Γερμανία δεν ενισχύσει την οικονομική της δυναμική και δεν προχωρήσει στις απαραίτητες παρεμβάσεις, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σε ορίζοντα πέντε έως δέκα ετών παρόμοιες διαρθρωτικές δυσκολίες με εκείνες που αντιμετωπίζει σήμερα η Γαλλία.

Ο κίνδυνος μιας συστημικής κρίσης δεν μπορεί να αποκλειστεί, σύμφωνα με την ανάλυση της ING. Ωστόσο, ο Brzeski υπογράμμισε ότι η Γαλλία δεν είναι Ελλάδα, καθώς οι δύο χώρες διαφέρουν σημαντικά ως προς το μέγεθος της οικονομίας τους και τη θέση τους στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η ελληνική κρίση είχε επιδεινωθεί απότομα όταν αποκαλύφθηκε ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα είχε φτάσει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, ενώ η χώρα εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από ξένους επενδυτές για τη χρηματοδότησή της. Η σημερινή κατάσταση στη Γαλλία δεν ταυτίζεται με εκείνη την περίοδο, αλλά υπενθυμίζει ότι η απώλεια εμπιστοσύνης μπορεί να μετατρέψει ένα δημοσιονομικό πρόβλημα σε ευρύτερη κρίση.

Παρά τις ανησυχίες, ο Brzeski εμφανίστηκε λιγότερο απαισιόδοξος ως προς το ενδεχόμενο επανάληψης μιας κρίσης αντίστοιχης με εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας.

Όπως εξήγησε, η Ευρωζώνη διαθέτει πλέον ισχυρότερους μηχανισμούς προστασίας από τη μετάδοση χρηματοπιστωτικών κρίσεων μεταξύ των κρατών-μελών. Τα ευρωπαϊκά «αναχώματα» έναντι της μετάδοσης κρίσεων, όπως ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM), αποτελούν σημαντική διαφορά σε σχέση με την περίοδο της κρίσης δημόσιου χρέους.

Παράλληλα, οι οικονομίες της περιφέρειας βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από ό,τι στο παρελθόν, ενώ το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας έχει ενισχύσει τα διαθέσιμα εργαλεία στήριξης των ευρωπαϊκών οικονομιών.

Για τον λόγο αυτό, ο αναλυτής δεν θεωρεί δεδομένη την εκδήλωση μιας νέας κρίσης χρέους. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι κίνδυνοι έχουν εξαφανιστεί. Η πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών στη Γαλλία, η αντίδραση των αγορών και οι πολιτικές αποφάσεις των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων θα καθορίσουν την εξέλιξη της κατάστασης.

Ένα από τα κρίσιμα ερωτήματα αφορά τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) σε περίπτωση που οι πιέσεις στα γαλλικά ομόλογα ενταθούν.

Σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσιάστηκε στο webinar, δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη μια άμεση παρέμβαση της ΕΚΤ μέσω του Μέσου Προστασίας της Μετάδοσης της Νομισματικής Πολιτικής (Transmission Protection Instrument – TPI). Για να ενεργοποιηθεί ένας τέτοιος μηχανισμός, απαιτείται να πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ενώ η Γαλλία θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις δημοσιονομικές ανισορροπίες της και να προχωρήσει στις απαραίτητες πολιτικές αποφάσεις.

Μια άλλη δυνατότητα θα ήταν μια πιο ήπια νομισματική στάση, με χαμηλότερα επιτόκια, εφόσον αυτό δικαιολογείται από τις συνολικές οικονομικές συνθήκες και τις προοπτικές του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη.

Στη συζήτηση τέθηκε επίσης το ενδεχόμενο αξιοποίησης υφιστάμενων εργαλείων της ΕΚΤ, όπως το πρόγραμμα ποσοτικής σύσφιγξης (Quantitative Tightening – QT), το οποίο θα μπορούσε να αναθεωρηθεί ή να επιβραδυνθεί, καθώς και το ενδεχόμενο νέων αγορών ομολόγων στο πλαίσιο μιας μελλοντικής αλλαγής νομισματικής πολιτικής.

Ωστόσο, κάθε τέτοια επιλογή έχει διαφορετικές προϋποθέσεις και επιπτώσεις. Η αγορά ομολόγων άλλων κρατών-μελών, αντί της άμεσης στήριξης των γαλλικών τίτλων, συζητήθηκε ως πιθανό σενάριο, χωρίς αυτό να συνιστά ειλημμένη απόφαση ή δεδομένη πολιτική της ΕΚΤ.

Το κρίσιμο στοίχημα για την Ευρώπη

Η πορεία της Γαλλίας αποτελεί πλέον μία από τις σημαντικότερες δοκιμασίες για τη δημοσιονομική και πολιτική συνοχή της Ευρωζώνης. Η αύξηση του δημόσιου χρέους, η αδυναμία επίτευξης ουσιαστικής δημοσιονομικής προσαρμογής και η πολιτική αβεβαιότητα έχουν ήδη αυξήσει το κόστος δανεισμού της χώρας και έχουν εντείνει την ανησυχία των επενδυτών.

Οι αναλυτές της ING δεν προεξοφλούν κατ’ ανάγκη μια νέα κρίση χρέους, αναγνωρίζουν όμως ότι οι κίνδυνοι είναι υπαρκτοί. Η σημερινή Ευρωζώνη διαθέτει περισσότερα εργαλεία προστασίας σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, αλλά η αποτελεσματικότητά τους θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις που θα λάβουν οι εθνικές κυβερνήσεις και από την ικανότητά τους να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των αγορών.

Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν η Γαλλία θα καταφέρει να περιορίσει το έλλειμμα και να σταθεροποιήσει το χρέος της. Είναι και αν η Ευρώπη θα μπορέσει να αποτρέψει τη μετατροπή ενός εθνικού δημοσιονομικού προβλήματος σε συστημική κρίση που θα απειλήσει την οικονομική σταθερότητα ολόκληρης της Ευρωζώνης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: