Ακριβαίνουν ξανά ενέργεια και υπηρεσίες: Το νέο κύμα ανατιμήσεων πιέζει την ελληνική οικονομία

Ακριβαίνουν ξανά ενέργεια και υπηρεσίες: Το νέο κύμα ανατιμήσεων πιέζει την ελληνική οικονομία
Photo: Shutterstock
Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών εκτοξεύθηκε στο 5,1% τον Σεπτέμβριο, από 3,7% τον Αύγουστο, με την ενέργεια να αυξάνεται κατά 25,4% και τις υπηρεσίες κατά 6,4%. Η Τράπεζα της Ελλάδος προειδοποιεί ότι οι ανοδικοί κίνδυνοι παραμένουν, παρά τη θετική εικόνα της ανάπτυξης και της αγοράς εργασίας

Ο πληθωρισμός επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο της ελληνικής οικονομίας, με τις ανατιμήσεις στην ενέργεια και τις υπηρεσίες να ενισχύουν τις πιέσεις στις τιμές. Σύμφωνα με το νέο σημείωμα για την ελληνική οικονομία που δημοσίευσε η Τράπεζα της Ελλάδος στις 23 Οκτωβρίου, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός αυξήθηκε στο 5,1% τον Σεπτέμβριο, από 3,7% τον Αύγουστο, ανατρέποντας την αποκλιμάκωση που είχε καταγραφεί προς το τέλος του 2025.

Κατά το διάστημα Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2026, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 3,8%. Η επιτάχυνση των τελευταίων μηνών αποδίδεται κυρίως στην άνοδο των ενεργειακών τιμών και στη διατήρηση των αυξημένων πληθωριστικών πιέσεων στις υπηρεσίες.

Ενέργεια και υπηρεσίες οδηγούν τις ανατιμήσεις

Η ενεργειακή συνιστώσα κατέγραψε τη μεγαλύτερη επιβάρυνση. Ο πληθωρισμός στην ενέργεια εκτινάχθηκε στο 25,4% τον Σεπτέμβριο, από 15,4% τον προηγούμενο μήνα. Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός στις υπηρεσίες επιταχύνθηκε στο 6,4%, από 4,5% τον Αύγουστο.

Ανοδικά κινήθηκε και ο δομικός πληθωρισμός, ο οποίος εξαιρεί την ενέργεια και τα τρόφιμα. Τον Σεπτέμβριο ανήλθε στο 4,6%, από 3,5% τον Αύγουστο, με τις υπηρεσίες να αποτελούν βασικό παράγοντα της αύξησης.

Η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν περιορίζονται μόνο στην ενέργεια, αλλά παραμένουν ισχυρές και σε άλλους τομείς της οικονομίας. Οι διεθνείς εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η άνοδος του ενεργειακού κόστους αποτελούν, σύμφωνα με την ανάλυση, σημαντικούς παράγοντες αβεβαιότητας για την πορεία των τιμών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ανάπτυξη πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης

Παρά τις πιέσεις στο μέτωπο των τιμών, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα. Το δεύτερο τρίμηνο του 2026, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση, έναντι 1,2% στην Ευρωζώνη.

Σύμφωνα με τη δεύτερη εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ για τους εθνικούς λογαριασμούς, η ανάπτυξη για το σύνολο του 2025 διατηρήθηκε στο 2,1%. Παράλληλα, το μερίδιο των επενδύσεων στο ΑΕΠ αναθεωρήθηκε ανοδικά στο 18%, από 16,9% που προέβλεπε η προηγούμενη εκτίμηση.

Για το 2026, οι προβολές του Ευρωσυστήματος τοποθετούν την ανάπτυξη στο 2%. Για το 2027 προβλέπεται ρυθμός 1,9% και για το 2028 2%. Η ιδιωτική κατανάλωση, οι επενδύσεις και οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών εκτιμάται ότι θα εξακολουθήσουν να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα.

Ωστόσο, η άνοδος των εισαγωγών ταχύτερα από τις εξαγωγές περιόρισε τη συμβολή του εξωτερικού τομέα στην ανάπτυξη το δεύτερο τρίμηνο. Παράλληλα, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε στο διάστημα Ιανουαρίου-Αυγούστου σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.

Τι προβλέπεται για τον πληθωρισμό

Οι προβολές του Ευρωσυστήματος εκτιμούν ότι ο εναρμονισμένος πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 3,5% το 2026, υψηλότερα από το 2,9% του 2025. Για τα επόμενα δύο χρόνια προβλέπεται σταδιακή αποκλιμάκωση, στο 2,7% το 2027 και στο 2,2% το 2028.

Η αποκλιμάκωση, ωστόσο, προϋποθέτει ότι οι διεθνείς τιμές ενέργειας θα ακολουθήσουν πτωτική πορεία, όπως υποθέτουν οι προβολές. Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικοί ανοδικοί κίνδυνοι, καθώς οι τιμές του πετρελαίου έχουν κινηθεί πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ αυξητικές πιέσεις καταγράφονται και στο φυσικό αέριο.

Βελτίωση στην απασχόληση και στα δημόσια οικονομικά

Θετική παραμένει η εικόνα στην αγορά εργασίας. Τον Αύγουστο, η απασχόληση αυξήθηκε κατά 2% σε ετήσια βάση, ενώ το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 7,4%.

Στα δημόσια οικονομικά, το πρωτογενές πλεόνασμα του 2025 διαμορφώθηκε στο 5,1% του ΑΕΠ, το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με την έκθεση. Το δημόσιο χρέος υποχώρησε στο 145,4% του ΑΕΠ το 2025, από 153,5% το 2024, ενώ στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2026 είχε μειωθεί περαιτέρω στο 136,1% του ΑΕΠ, εν μέρει λόγω πρόωρων αποπληρωμών χρέους.

Η συνολική εικόνα που αποτυπώνει η Τράπεζα της Ελλάδος είναι μιας οικονομίας που διατηρεί θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Η επιμονή του πληθωρισμού, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και η αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον παραμένοαυν κρίσιμοι παράγοντες για την πορεία της οικονομίας τους επόμενους μήνες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: