Freedom24: Είναι «φούσκα» το ράλι της Τεχνητής Νοημοσύνης; Τι διδάσκει η ιστορία τους Έλληνες επενδυτές
- 29/10/2026, 14:27
- SHARE
Η πρόσφατη υποχώρηση των ελληνικών μετοχών από τα υψηλά δεκαεπτά ετών, υπό το βάρος του αυξημένου κόστους δανεισμού στην Ευρώπη, φέρνει στο προσκήνιο έναν καίριο προβληματισμό για την πορεία των διεθνών αγορών. Νέα ανάλυση της Freedom24 επισημαίνει ότι οι επενδυτές οφείλουν να συνεκτιμήσουν τα διδάγματα της χρηματιστηριακής ιστορίας, πριν θεωρήσουν ότι η τρέχουσα εκρηκτική άνοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα.
Ο Γενικός Δείκτης στο Χρηματιστήριο Αθηνών προσέγγισε τις 2.734 μονάδες στις 30 Σεπτεμβρίου, το υψηλότερο επίπεδο από το 2009, πριν υποχωρήσει στη συνέχεια πέριξ των 2.530 μονάδων, καταγράφοντας χαμηλό μηνός. Τις ισχυρότερες πιέσεις δέχθηκαν οι τραπεζικοί τίτλοι που καθορίζουν την τάση της εγχώριας αγοράς, με τη μετοχή της Τράπεζας Πειραιώς να καταγράφει απώλειες άνω του 10% κατά το διήμερο 22 και 23 Οκτωβρίου. Η διόρθωση αυτή εκδηλώθηκε παράλληλα με τη διόγκωση του κόστους δανεισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη, όπου η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου ξεπέρασε το 5% για πρώτη φορά από το 2002, ενώ την ίδια στιγμή οι τιμές της ενέργειας διατηρούσαν την ανοδική τους τροχιά.
Παρότι στο Χρηματιστήριο Αθηνών οι εισηγμένες εταιρείες με αντικείμενο την Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ελάχιστες, οι Έλληνες επενδυτές έχουν τοποθετηθεί δυναμικά στον κλάδο μέσω των διεθνών αγορών. Τα στοιχεία της Freedom24 επιβεβαιώνουν ότι οι Έλληνες χρήστες της επιλέγουν κυρίως αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς, όπως η Nvidia, η AMD, η Meta και η Tesla. Ωστόσο, ορισμένοι από αυτούς τους τίτλους σημείωσαν ισχυρή πτώση πρόσφατα. Στις 22 Οκτωβρίου, τα οικονομικά αποτελέσματα της Meta αναζωπύρωσαν τις ανησυχίες για το ύψος των κεφαλαιουχικών δαπανών στην τεχνητή νοημοσύνη, οδηγώντας τον δείκτη Nasdaq στη χειρότερη συνεδρίασή του από τον Ιούνιο με υποχώρηση 2,6%, ενώ η ίδια η Meta υποχώρησε κατά 7% και η AMD κατά περισσότερο από 8%.
Ο κύριος κίνδυνος για την αγορά είναι η μεγάλη συγκέντρωση κεφαλαίων, καθώς οι δέκα μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου αντιπροσωπεύουν πλέον περίπου το 40% της συνολικής χρηματιστηριακής αγοράς των ΗΠΑ. Για το ζήτημα αυτό προειδοποίησε και η Τράπεζα της Ελλάδος στην έκθεσή της στις 22 Οκτωβρίου, τονίζοντας ότι η συσσώρευση τόσο μεγάλων κεφαλαίων σε τόσο λίγες μετοχές τεχνολογίας αυξάνει τον κίνδυνο μιας απότομης διόρθωσης των τιμών.
Η χρηματιστηριακή ιστορία προσφέρει σαφή ανάλογα παραδείγματα υπερσυγκέντρωσης. Σύμφωνα με στοιχεία της Bank of America, οι μετοχές των σιδηροδρόμων έφτασαν να αντιπροσωπεύουν το 63% της αμερικανικής αγοράς τον δέκατο ένατο αιώνα, οι μετοχές ανάπτυξης Nifty Fifty άγγιξαν το 40% στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ενώ οι εταιρείες τεχνολογίας και τηλεπικοινωνιών κάλυπταν το 41% του δείκτη S&P 500 το 2000. Σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις, η τεχνολογική ή οικονομική εξέλιξη ήταν απόλυτα πραγματική, όμως πολλοί επενδυτές υπέστησαν σοβαρές απώλειες, είτε επειδή αγόρασαν σε υπερβολικά υψηλές αποτιμήσεις είτε επειδή το κόστος του χρήματος αυξήθηκε στην πορεία του ανοδικού κύκλου.
Παρόλα αυτά, η σημερινή συγκυρία παρουσιάζει ουσιαστικές διαφορές. Στο απόγειο της φούσκας των dot-com, η μετοχή της Cisco διαπραγματευόταν περίπου στο 102πλάσιο των αναμενόμενων ετήσιων κερδών της. Αντίθετα, οι μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας διαπραγματεύονται σήμερα, κατά μέσο όρο, πέριξ του 27πλάσιου των κερδών τους – σύμφωνα με τη Goldman Sachs – εμφανίζοντας παράλληλα ισχυρή και πραγματική κερδοφορία.
Οι ουσιαστικοί κίνδυνοι εντοπίζονται κυρίως στο απαιτούμενο ύψος των επενδύσεων και στο περιβάλλον των επιτοκίων. Η κατασκευή των κέντρων δεδομένων για την υποστήριξη της τεχνητής νοημοσύνης στις ΗΠΑ ενδέχεται να ξεπεράσει σε κόστος τα 10 τρισεκατομμύρια δολάρια την περίοδο 2025 με 2032, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Πανεπιστημίου Columbia. Την ίδια στιγμή, αυτές οι κολοσσιαίες επενδύσεις καλούνται να αποδώσουν σε μια περίοδο όπου το κόστος δανεισμού του αμερικανικού Δημοσίου παραμένει κοντά στο 5%, έχοντας αγγίξει στις αρχές Οκτωβρίου το υψηλότερο επίπεδο από το 2002. Όταν τα ασφαλή κρατικά ομόλογα προσφέρουν ελκυστικές αποδόσεις, οι επενδυτές απαιτούν μεγαλύτερα περιθώρια από τις μετοχές υψηλότερου ρίσκου, με αποτέλεσμα οι τιμές να πιέζονται ακόμα και αν οι εταιρείες συνεχίζουν να καταγράφουν κέρδη.
Από την πλευρά της, η Ελλάδα εισέρχεται σε αυτή τη φάση της διεθνούς μεταβλητότητας από σημαντικά ισχυρότερη θέση σε σύγκριση με παλαιότερες περιόδους αναταραχής. Το δημόσιο χρέος έχει υποχωρήσει στο 140,8% του ΑΕΠ, η μέση διάρκεια ωρίμανσής του διαμορφώνεται στα 18 έτη με σταθερά επιτόκια, ενώ η εγχώρια οικονομία έτρεξε με ρυθμό ανάπτυξης 1,9% στο πρώτο εξάμηνο του έτους, ξεπερνώντας κατά πολύ το 0,9% της ευρωζώνης. Παράλληλα, στις 23 Οκτωβρίου, ο οίκος S&P Global Ratings επιβεβαίωσε την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας στη βαθμίδα BBB με σταθερές προοπτικές, επιβεβαιώνοντας τη σταθερότητα των μακροοικονομικών θεμελίων.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα της ανάλυσης, ο Δημήτρης Χαρίτος, Επικεφαλής του Τμήματος Επενδυτικών Συμβουλών της Freedom24, επεσήμανε ότι η σύγκριση με παλαιότερες φούσκες είναι χρήσιμη αλλά δεν οδηγεί σε ένα απλό ή μονοσήμαντο συμπέρασμα, καθώς οι πρωταγωνιστές της τεχνητής νοημοσύνης είναι κερδοφόρες επιχειρήσεις και το ουσιαστικό ερώτημα για τους επενδυτές είναι αν η τιμή που πληρώνουν ενσωματώνει ήδη υπερβολικές προσδοκίες. Ο ίδιος υπογράμμισε ότι για τους Έλληνες επενδυτές η ενδεδειγμένη αντίδραση είναι να αξιολογήσουν προσεκτικά τον βαθμό συγκέντρωσης του χαρτοφυλακίου τους – είτε η έκθεση βρίσκεται στην Αθήνα είτε στην αμερικανική τεχνολογία – και να την ευθυγραμμίσουν με τον επενδυτικό τους ορίζοντα και την ανοχή τους στην ανάληψη ρίσκου.
Τις επόμενες εβδομάδες η αγορά έχει μπροστά της σημαντικούς σταθμούς. Μετά τις αποφάσεις της αμερικανικής Fed και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τα επιτόκια, η προσοχή στρέφεται στα αποτελέσματα της Τράπεζας Πειραιώς στις 30 Οκτωβρίου. Ακολουθούν οι ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές στις 3 Νοεμβρίου, η αξιολόγηση της Ελλάδας από τον οίκο Fitch στις 6 Νοεμβρίου, τα αποτελέσματα της Nvidia στα μέσα Νοεμβρίου και η τελευταία συνεδρίαση της Fed για τη χρονιά στις 8 και 9 Δεκεμβρίου. Πιο μακροπρόθεσμα, η αναμενόμενη αναβάθμιση της Ελλάδας στις ανεπτυγμένες αγορές από τον MSCI από τον Μάιο του 2027, εκτιμάται ότι θα φέρει περισσότερα διεθνή κεφάλαια στο Χρηματιστήριο Αθηνών.