Οι 12 προτάσεις της Task Force για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ο επικεφαλής της Ομάδας Δράσης επεσήμανε σημαντικά προβλήματα που αναζητούν ακόμη λύση, με κυριότερα τη χρηματοδότηση και τη φορολογία.

Την έκθεση της Task Force (Ομάδα Δράσης) για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις παρουσίασε σήμερα σε ειδική εκδήλωση ο επικεφαλής της, Χορστ Ράιχενμπαχ, ο οποίος ζήτησε από την κυβέρνηση και τους φορείς της αγοράς να συνεργαστούν για να υιοθετήσουν και να υλοποιήσουν τις συστάσεις της έκθεσης και να επιταχύνουν τις αλλαγές που κρίνονται απαραίτητες για την ενίσχυση των ΜμΕ.

Βάσει των συμπερασμάτων της κοινής έκθεσης της Ομάδας Δράσης με τη συνεργασία των ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΤΕ και Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων, η κατάσταση στην ελληνική οικονομία εξακολουθεί να είναι ευαίσθητη, με τη χρηματοδότηση να παραμένει το νούμερο ένα πρόβλημα.

Στην ομιλία του ο κ. Ράιχενμπαχ τόνισε ότι η έκθεση περιλαμβάνει 50 συστάσεις που θα έπρεπε να ενταχθούν στο επιχειρηματικό πρόγραμμα της κυβέρνησης, εκ των οποίων οι 12 χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα επείγουσες «καθώς εξακολουθεί να είναι ευαίσθητη η κατάσταση».

«Εάν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν μπορέσουν να ανθίσουν σε αυτή τη χώρα, η οικονομία θα υποφέρει και άρα η οικονομία και η ανάπτυξη θα υποφέρουν», επεσήμανε ο κ. Ράιχενμπαχ στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε, αλλά δήλωσε κιόλας ότι η Ελλάδα έχει επιτύχει μία βελτίωση των δεικτών που ακόμα και στις δαπάνες ή στα έσοδα μπορεί να φέρει μία ελευθερία.

Ακόμη είπε ο κ. Ράιχενμπαχ, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν πληγεί από κοινωνικές εισφορές, δηλαδή από τη φορολογία και την έλλειψη ρευστότητας. Αυτά όλα μαζί συν το ότι πολλές επιχειρήσεις είχαν δυσχέρειες δεν σημαίνει ότι πηγαίνει κάτι στραβά στην επιχειρηματικότητα. «Σε ό,τι αφορά στις ασφαλιστικές εισφορές και τη φορολόγηση δεν επιλύονται αυτά τα προβλήματα με συστημικό τρόπο, αν και υπάρχουν ιδέες για τη μη συσσώρευση χρέους στα ασφαλιστικά ταμεία, όπως είναι η παράταση του χρόνου αποπληρωμής», ανέφερε ο επικεφαλής της Ομάδας Δράσης.

Αναφερόμενος σε όσα έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, είπε ότι για την αύξηση των εξαγωγών έχει γίνει σημαντική προσπάθεια, αλλά χρειάζονται και επιπλέον δράσεις, ενώ επίσης και για τη γραφειοκρατία πρέπει να γίνει δουλειά. Ως παράδειγμα ανέφερε ότι οι εξαγωγικές διαδικασίες στην Ελλάδα είναι διπλάσια επαχθείς και χρονοβόρες σε σχέση με το μέσο όρο της ΕΕ. «Για τη διευκόλυνση του εξαγωγικού εμπορίου», είπε, «δημιουργήθηκε ένα σχέδιο δράσης πριν από τρία χρόνια και υπάρχουν κάποια μέτρα που οι διαδικασίες έχουν μειωθεί όπως για τη φέτα και τα ακτινίδια , όμως εν γένει η πρόοδος ήταν πιο αργή από την αρχική εκτίμηση. Η πρόοδος ήταν πιο αργή από αυτή που θα ήθελε κανείς. Για την αδειοδότηση χρειάστηκε πολύς χρόνος – για την κατάρτιση της νομοθεσίας – και η εφαρμογή της είναι το επόμενο βήμα δρομολόγησης από τις Ελληνικές αρχές. Είμαι βέβαιος», συνέχισε, «ότι ο υπουργός Ανάπτυξης θα σημειώσει προόδους αλλά αυτό θα πάρει χρόνο».

«Μία δράση στην οποία δεν δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή ήταν η έκθεση του ΟΟΣΑ για τη μείωση της γραφειοκρατίας δεν υπήρχε ένας νόμος πλαίσιο όπως για την εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ που ελάφρυνε το γραφειοκρατικό βάρος, αλλά οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να πλήττονται από υπερβολική γραφειοκρατία», σχολίασε.

Ο κ. Ράιχενμπαχ είπε ακόμη ότι το Eurogroup περιμένει από την Ελλάδα την δική της προοπτική για το μέλλον και σε αυτό το πλαίσιο ελπίζει ότι θα βοηθήσουν και οι συστάσεις της έκθεσης και συμπλήρωσε ότι θεωρεί πολύ καλή ευκαιρία για τις Ελληνικές επιχειρήσεις.

Ο επικεφαλής της Task Force είπε ότι η πρόσβαση σε μέτρα χρηματοδότησης και οι συνθήκες χρηματοδότησης είναι θέματα τα οποία συζητά πάνω από δύο χρόνια, «αλλά δυστυχώς οι συνθήκες παραμένουν δύσκολες. Έχουν μειωθεί κατά 50% οι δανειοδοτήσεις και τα επιτόκια παραμένουν υψηλά, και μάλιστα είναι τα υψηλότερα από οπουδήποτε αλλού στην ΕΕ και οι απαιτήσεις παροχής ασφαλειών είναι τεράστιες για τις ΜμΕ».

Ο ίδιος σημείωσε ότι πολύ μεγάλη συμβολή για τη νέα προγραμματική περίοδο μπορεί να έχουν τα διαθρωτικά ταμεία στο θέμα της χρηματοδότησης. Υπογράμμισε, επίσης, ότι είναι απαραίτητος ο διυπουργικός συντονισμός με την καθοδήγηση του επικεφαλής της αρμόδιας επιτροπής για τις ΜμΕ της ΕΕ. «Είμαι προσεκτικός με τις εκτιμήσεις μου σχετικά με τον χρόνο αποκατάστασης της ροής της χρηματοδότησης προς την πραγματική οικονομία», σχολίασε ο κ. Ράιχενμπαχ και εξήγησε ότι η άποψή του είναι ότι εξακολουθεί να υπάρχει μείωση του όγκου των πιστώσεων και αυτό είναι κάτι που πρέπει, άμεσα, να αναχαιτιστεί.

Επίσης ανέφερε ότι γίνονται προσπάθειες από ομάδες εργασίας σε όλη τη δημόσια διοίκηση, για την ανάπτυξη των θεσμών και αντικατάσταση δαπανηρών δανείων με πιο φθηνά. «Τα 200 εκατ. ευρώ που διατίθενται γι αυτό το σκοπό είναι μικρό αλλά εάν υπάρξει επιτυχία εκεί θα είναι κάτι ενθαρρυντικό», είπε ο ίδιος.

Από την πλευρά του ο υπουργός Ανάπτυξης, Νίκος Δένδιας, επεσήμανε ότι το υπάρχον μοντέλο της ελληνικής οικονομίας δεν είναι διατηρήσιμο και ότι η χώρα χρειάζεται περισσότερες επιχειρήσεις και όχι περισσότερους δημόσιους υπαλλήλους, αλλά ικανότερο δημόσιο τομέα. Ο ίδιος ανέφερε ότι στόχος του υπουργείου είναι να διευκολύνει την είσοδο στο επιχειρείν. «Δεν χρειαζόμαστε ήρωες, ούτε χιλιάδες εργατοώρες για να ανοίξεις ένα καφενείο», είπε ο ίδιος.

Ο υπουργός σημείωσε ότι στόχος είναι να δημιουργηθούν νέα χρηματοδοτικά εργαλεία και να μειωθεί το κεφάλαιο έναρξης των επιχειρήσεων στο ελάχιστο απαραίτητο. Ο υπουργός επανέλαβε επίσης ότι πριν το τέλος του έτους θα έχει αλλάξει το πτωχευτικό δίκαιο για επιχειρήσεις και ιδιώτες.

Ο πρόεδρος της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας B. Κορκίδης και ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, Γ. Καββαθάς, σημείωσαν ότι πρώτη φορά υπάρχει ένα ολοκληρωμένο κείμενο για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Εκπροσωπώντας τον τουρισμό ο αντιπρόεδρος του ΣΕΤΕ, Γ. Ρέτσος, σημείωσε ότι και στον τουρισμό οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν σημαντικό τμήμα του κλάδου και η συμβολή τους είναι σημαντική για την περαιτέρω αύξηση του τουρισμού, ενώ ο πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων και του ΕΒΕ Αθήνας, Κ. Μίχαλος, ανέφερε ότι ο επιχειρηματικός κόσμος ξέρει που πρέπει να κατευθυνθεί, αλλά το περιβάλλον είναι αυτό που δεν ευνοεί την επιχειρηματικότητα. Σε ερώτηση δημοσιογράφου σημείωσε ότι πρέπει να ευνοηθεί η επενδυτική διαδικασία, αλλά όχι σε ασταθές φορολογικό περιβάλλον χωρίς χρονικό ορίζοντα σταθερότητας με γραφειοκρατία και άλλα προβλήματα. Το ζητούμενο από εδώ και πέρα είναι η υλοποίηση, σημείωσαν οι εκπρόσωποι των μικρομεσαίων.

Οι 12 προτάσεις της Ομάδας Δράσης

1. Μεταρρύθμιση του νομικού και θεσμικού πλαισίου για την αδειοδότηση επενδύσεων και επιχειρήσεων.

2. Περαιτέρω απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών μέσω εξορθολογισμού και ψηφιοποίησης των διαδικασιών.

3. Μείωση φορολογικής επιβάρυνσης για τις ΜμΕ (ΦΠΑ, ειδικοί φόροι κατανάλωσης και τοπικοί φόροι) και μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης ενέργειας.

4. Προώθηση πιστοποιημένων ηλεκτρονικών πληρωμών μεταξύ του δημόσιου τομέα και των επιχειρήσεων.

5. Στενότερη εποπτεία της αγοράς για την αποφυγή ολιγοπωλιακών καταστάσεων και μείωση της αντιανταγωνιστικής συμπεριφοράς του παράνομου εμπορίου μέσω αυστηρών ελέγχων στις αποθήκες καθώς και στο δίκτυο πωλήσεων.

6. Όσον αφορά τη χρηματοδότηση μέσω των κονδυλίων της ΕΕ, άμεσα διαθέσιμα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η πρόταση είναι να δοθεί προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις κατά τη διαδικασία αξιολόγησης των αιτήσεων χρηματοδότησης.

7. Διασφάλιση της αποτελεσματικής δρομολόγησης του Ιδρύματος για την Ανάπτυξη (επενδυτικό ταμείο IfG).

8. Καλύτερος σχεδιασμός χρηματοδοτικών μέσων μέσω της χρήσης των κονδυλίων της προγραμματικής περιόδου 2014-2020 για την καλύτερη αντιμετώπιση των αναγκών των ΜμΕ.

9. Στήριξη εξαγωγικών δραστηριοτήτων μέσω προγραμμάτων συγχρηματοδότησης.

10. Βελτίωση της αναπτυξιακής πολιτικής για την προώθηση συνεργατικών σχηματισμών (cluster) και επιχειρηματικών πάρκων.

11. Βελτίωση του νομικού και θεσμικού πλαισίου πιστοποίησης επαγγελματικών προσόντων.

12. Ελευθερία επιλογής χαμηλότερης ασφαλιστικής κατηγορίας στον ΟΑΕΕ.

ΔΕΝΔΙΑΣ Ν  ΕΚΔΗΛΩΣΗ  TASK FORCE  ΧΟΡΣΤ ΡΑΙΧΕΝΜΠΑΧ

Τι αναφέρει αναλυτικά η έκθεση της Task Force:
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, τρεις δείκτες ρίχνουν την επίδοση της Ελλάδας κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ: Είναι πολύ πιο δαπανηρή η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων (11,8% της αξίας των περιουσιακών στοιχείων σε σύγκριση με 4,6% στην ΕΕ), ενώ το κόστος έναρξης μιας επιχείρησης ανέρχεται σε 910 ευρώ σε σύγκριση με 343 ευρώ στην ΕΕ και το ελάχιστο καταβλητέο κεφάλαιο έχει στην πράξη αυξηθεί σε σχέση με το περασμένο έτος.

Σε ό,τι αφορά τις κρατικές ενισχύσεις και δημόσιες συμβάσεις, η επίδοση της Ελλάδας, όπως επισημαίνεται στην Έκθεση, σε αυτό τον τομέα πολιτικής είναι κατά πολύ χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ και εμφανίζει δείγματα επιδείνωσης, ιδιαίτερα στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων για τις ΜμΕ.

Συγκεκριμένα, ο χρόνος που χρειάζονται οι δημόσιες Αρχές για να καταβάλουν τις πληρωμές έχει αυξηθεί (2011: 66 ημέρες, 2012: 114 ημέρες) και είναι τετραπλάσιος του μέσου όρου της ΕΕ.

Πολύ χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ βρίσκεται η επίδοση της Ελλάδας στο θέμα της χρηματοδότησης και εμφανίζει επιπλέον δείγματα επιδείνωσης, κάτι που είναι εξαιρετικά ανησυχητικό για τις ΜμΕ, όπως επισημαίνεται στην Έκθεση. Από τους δείκτες προκύπτει ότι οι τράπεζες είναι εξαιρετικά απρόθυμες να χορηγήσουν δάνεια στις ελληνικές επιχειρήσεις, κυρίως εξαιτίας της σοβαρής χρηματοδοτικής στενότητας που οφείλεται στην κρίση του δημόσιου χρέους. Αυτό επιτείνει τον φαύλο κύκλο της οικονομικής ύφεσης και υπονομεύει σοβαρά τις προσπάθειες των ελληνικών ΜμΕ να εξακολουθήσουν να δραστηριοποιούνται.

Μόνο δύο δείκτες είναι στα επίπεδα του μέσου όρου της ΕΕ: Η διαθεσιμότητα στοιχείων σχετικά με τις πιστώσεις, και η διαφορά των επιτοκίων μεταξύ μικρών και μεγάλων δανείων. Κατά τα λοιπά, η Ελλάδα υπολείπεται του μέσου όρου της ΕΕ σε αυτό τον τομέα πολιτικής, ανεξάρτητα από τον δείκτη που λαμβάνεται υπόψη.

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η απόκλιση από τον μέσο όρο της ΕΕ σε ό,τι αφορά την προθυμία των τραπεζών να χορηγούν δάνεια και το ποσοστό των αιτήσεων των ΜμΕ για δάνεια οι οποίες απορρίπτονται. Επιπλέον, ο συνολικός χρόνος που απαιτείται για την καταβολή των πληρωμών εξακολουθεί να είναι διπλάσιος από τον μέσο όρο της ΕΕ (104 ημέρες έναντι 52), οι πληρωμές που χάθηκαν είναι σχεδόν διπλάσιες από τον μέσο όρο της ΕΕ (5,9% έναντι 3%), ενώ δεν παρατηρείται βελτίωση του δείκτη «ισχύς των νομικών δικαιωμάτων». Τέλος, αναφέρεται ότι η απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.