Θεοδωρόπουλος (ΣΕΒ): Εθνικός στόχος η παραγωγικότητα, οι ευθύνες κράτους και επιχειρήσεων
- 14/05/2026, 14:27
- SHARE
Η αύξηση της παραγωγικότητας δεν αποτελεί απλώς οικονομικό ζητούμενο για την Ελλάδα, αλλά βασική προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης, υποστήριξε ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος, κατά την παρουσίαση μελέτης του ΙΟΒΕ για την πορεία της παραγωγικότητας στην ελληνική οικονομία. «Το ζήτημα της παραγωγικότητας δεν αφορά ένα κόμμα. Είναι εθνικό θέμα», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα, με βασικότερο το χαμηλό επίπεδο επενδεδυμένου κεφαλαίου ανά εργαζόμενο.
«Ο μέσος όρος του αποθέματος επενδεδυμένου κεφαλαίου ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο ένα τρίτο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Με αυτά τα δεδομένα είναι εξαιρετικά δύσκολο να συγκλίνουμε πραγματικά με την Ευρώπη», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί να συνεχίσει να στηρίζεται αποκλειστικά στην αύξηση της απασχόλησης.
Αντιθέτως, όπως είπε, το πρόβλημα πλέον δεν είναι η ανεργία αλλά η έλλειψη διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού.
«Δεν τίθεται θέμα ανεργίας στην Ελλάδα. Αντίθετα, ψάχνουμε δεξαμενές από όπου θα αντλήσουμε εργαζόμενους. Το πρώτο κριτήριο όταν εξετάζουμε τη δημιουργία μιας βιομηχανικής μονάδας είναι αν υπάρχουν διαθέσιμοι εργαζόμενοι», είπε, εκτιμώντας ότι μόνο στη βιομηχανία υπάρχουν περίπου 90.000 κενές θέσεις εργασίας. Ως βασικές πηγές ενίσχυσης της αγοράς εργασίας ανέφερε τον επαναπατρισμό των Ελλήνων που μετανάστευσαν τα προηγούμενα χρόνια, τη μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην απασχόληση και μια πιο οργανωμένη μεταναστευτική πολιτική. «Πρέπει να φέρουμε πίσω τους Έλληνες που έφυγαν. Πρόκειται για περίπου 400.000 ανθρώπους, ένα εξαιρετικά σημαντικό δυναμικό για τη χώρα», είπε, ενώ για τη γυναικεία απασχόληση τόνισε ότι απαιτούνται δομές στήριξης ώστε περισσότερες γυναίκες να μπορούν να εργαστούν. Για το δημογραφικό, παραδέχθηκε ότι η ουσιαστική λύση είναι η αύξηση των γεννήσεων, αν και όπως σημείωσε αυτό υπερβαίνει τον ρόλο του επιχειρηματικού κόσμου.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ συνέδεσε την ελληνική πρόκληση με το ευρύτερο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης, προειδοποιώντας ότι η ήπειρος χάνει έδαφος έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας.
«Ανησυχώ για το αν θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε το κοινωνικό μοντέλο που έχουμε στην Ευρώπη», είπε. Όπως υποστήριξε, η Ευρώπη επωμίζεται δυσανάλογο κοινωνικό βάρος σε παγκόσμια κλίμακα, κάτι που δημιουργεί ερωτήματα για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του μοντέλου. Παράλληλα, άσκησε κριτική στην αργή προσαρμοστικότητα της Ε.Ε. «Η Ευρώπη διορθώνει πράγματα, αλλά είναι μια δυσκίνητη μηχανή με 27 διαφορετικές γνώμες. Η ευελιξία είναι εξαιρετικά δύσκολη».
Σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας απέδωσε στην τεχνητή νοημοσύνη και στον ψηφιακό μετασχηματισμό.
«Η AI μπορεί να είναι ο παράγοντας που θα μας βοηθήσει να κλείσουμε την απόσταση, εφόσον αξιοποιηθεί σωστά». Αναφερόμενος στις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, ο κ. Θεοδωρόπουλος υποστήριξε ότι η συζήτηση πρέπει να μετατοπιστεί από τις ευθύνες του παρελθόντος στις λύσεις. «Δεν έχει νόημα να κάνουμε διαρκώς κριτική για το παρελθόν. Το γάλα που χύθηκε, χύθηκε».
Όπως είπε, η βασική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας είναι η μικρή κλίμακα των επιχειρήσεων, που περιορίζει την πρόσβαση σε κεφάλαια και τη δυνατότητα επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες. Στην Ελλάδα λειτουργούν μόλις 657 επιχειρήσεις με περισσότερους από 250 εργαζόμενους. «Οι μικρές επιχειρήσεις, εκ των πραγμάτων, δεν διαθέτουν τα κεφάλαια για επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, στην τεχνητή νοημοσύνη ή στον ψηφιακό μετασχηματισμό».
Σύμφωνα με τον ίδιο, μόλις το 2,4% των επιχειρήσεων με περισσότερους από 100 εργαζόμενους απασχολούν περίπου το 40% του εργατικού δυναμικού. Απαντώντας στην κριτική για την κερδοφορία των επιχειρήσεων, υποστήριξε ότι οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις προσφέρουν σαφώς καλύτερες αποδοχές. «Υπάρχουν κλάδοι με μέσο μισθό 3.200 ευρώ και άλλοι με 4.000 ευρώ. Οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι αυτές που μπορούν να δώσουν υψηλούς μισθούς».
Πλαφόν και ενέργεια
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ διαφώνησε με το πλαφόν στα περιθώρια κέρδους, αν και αναγνώρισε τις κοινωνικές πιέσεις. «Κατανοούμε γιατί η κυβέρνηση επέλεξε αυτό το μέτρο, αλλά δεν θεωρούμε ότι είναι σωστή πολιτική. Δεν βοηθά ούτε βραχυπρόθεσμα ούτε μακροπρόθεσμα». Ως παράδειγμα ανέφερε τα σούπερ μάρκετ, σημειώνοντας ότι με περιθώρια καθαρού κέρδους 1,5%-2%, οι επιχειρήσεις πιέζονται από αυξημένο κόστος μισθοδοσίας, ενοικίων και ενέργειας. «Ουσιαστικά ζητάς από αυτές τις επιχειρήσεις να λειτουργούν με ζημιές».
Για την ενέργεια, χαρακτήρισε θετική την πρόσφατη ευρωπαϊκή απόφαση που επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία στις κυβερνήσεις για στήριξη της παραγωγής.
«Το αν αυτό θα αξιοποιηθεί στην Ελλάδα θα εξαρτηθεί από τη βούληση της κυβέρνησης, το οικονομικό περιβάλλον και τον δημοσιονομικό χώρο. Σε κάθε περίπτωση, είναι ένα θετικό βήμα».
Σχολιάζοντας την πρόταση του ΠΑΣΟΚ για μείωση του χρόνου εργασίας, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο συζήτησης υπό όρους. «Αν υπάρχει τεκμηριωμένη μελέτη που δείχνει ότι αυτό αυξάνει την παραγωγικότητα, μπορούμε να το συζητήσουμε».Ξεκαθάρισε ωστόσο ότι το βασικό ζητούμενο είναι η αύξηση της παραγωγικότητας ανά εργαζόμενο. «Όταν πήγαινα στο λύκειο δουλεύαμε έξι ημέρες την εβδομάδα. Σήμερα συζητάμε για τετραήμερη εργασία. Η ζωή εξελίσσεται».
Τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης του ΙΟΒΕ
- Εξέλιξη παραγωγικότητας
Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με ένα διαρθρωτικό πρόβλημα παραγωγικότητας που περιορίζει τις δυνατότητες βιώσιμης ανάπτυξης και σύγκλισης με την Ευρώπη. Παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών, η παραγωγικότητα της εργασίας το 2024 παραμένει περίπου στο επίπεδο του 2000, σε αποπληθωρισμένους όρους, ενώ η απόσταση από τον μέσο όρο της ΕΕ έχει διευρυνθεί.
Σήμερα η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 54% του μέσου όρου της ΕΕ, ενώ ανά ώρα εργασίας στο 43%.
- Ανάπτυξη και απασχόληση
Την περίοδο 2000-2024, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 22% σε σταθερές τιμές. Η αύξηση δεν προήλθε από βελτίωση της παραγωγικότητας, αλλά κυρίως από την αύξηση της απασχόλησης: το ποσοστό των εργαζομένων στον πληθυσμό αυξήθηκε κατά 26%.
Αυτή η δυναμική τείνει να εξαντλήσει τα όριά της καθώς η ανεργία μειώνεται, η δεξαμενή νέων εργαζομένων περιορίζεται και οι δημογραφικές τάσεις είναι αρνητικές. Συνεπώς, η μελλοντική αύξηση του εισοδήματος και της οικονομικής δραστηριότητας δεν μπορεί να βασιστεί στην αύξηση της απασχόλησης, αλλά θα πρέπει να προέλθει από αύξηση της παραγωγικότητας.
- Η ενίσχυση της παραγωγικότητας έχει θετική επίδραση στους μισθούς και η αύξηση της παραγωγικότητας αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για τη βιώσιμη αύξησή τους.
- Η παραγωγικότητα διαφοροποιείται σημαντικά στους επιμέρους κλάδους της Ελληνικής οικονομίας
Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ κλάδων κατ’ αναλογία και με τα παραγωγικά τους χαρακτηριστικά, την κεφαλαιακή ένταση και την τεχνολογική τους βάση. Σε όρους Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας ανά εργαζόμενο, ο Χρηματοπιστωτικός τομέας βρίσκεται στην κορυφή (€157.300 ανά εργαζόμενο) και ακολουθούν η Βιομηχανία με €62.900 και ο κλάδος των Τεχνολογιών Πληροφοριών & Επικοινωνιών με €59.700. Όμως, στις Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες απασχολείται το 1,6% του ενεργού πληθυσμού, στη Βιομηχανία το 9,5% και στις Τεχνολογίες Πληροφοριών & Επικοινωνιών το 2,4%.
Οι κλάδοι με την υψηλότερη απασχόληση επιδεικνύουν σχετικά χαμηλή παραγωγικότητα: Στο Εμπόριο (χονδρικό και λιανικό) απασχολείται το 17,1% και η παραγωγικότητα είναι στα €25.200, ενώ στα Καταλύματα και Εστίαση που απασχολείται το 14,2% η παραγωγικότητα είναι €20.400 ανά εργαζόμενο.
- Το μέγεθος της επιχείρησης επηρεάζει την παραγωγικότητα
Υπάρχει σημαντική απόσταση παραγωγικότητας μεταξύ μεγάλων και μικρότερων επιχειρήσεων, ενώ όσο πιο μεγάλη η επιχείρηση, τόσο πιο κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο τείνει να είναι η παραγωγικότητά της. Οι μεγάλες επιχειρήσεις βρίσκονται εγγύτερα στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στην Ελλάδα, οι Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις δημιουργούν €14.000 ανά εργαζόμενο, οι Μικρές €19.000, αυτές με 20-49 εργαζόμενους δημιουργούν €25.000, οι Μεσαίες δημιουργούν €39.000 και οι Μεγάλες 72.000. Τα αντίστοιχα νούμερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι €42.000 για τις Πολύ Μικρές, €51.000 για τις Μικρές, €57.000 για τις επιχειρήσεις με 20-49 εργαζόμενους, €68.000 για τις Μεσαίες και €87.000 για τις Μεγάλες. Δηλαδή οι Πολύ Μικρές υπολείπονται κατά 67% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, οι μικρές κατά 63, οι με 20-49 εργαζόμενους κατά 55%, οι Μεσαίες κατά 43% και οι μεγάλες κατά 17%.
Η Ελλάδα έχει μικρότερο ποσοστό μεγάλων επιχειρήσεων (250+ εργαζόμενοι) σε σχέση με την ΕΕ, καθώς είναι το 0,1%, ενώ στην ΕΕ είναι 0,2%. Επίσης έχει σημαντικά λιγότερες Μεσαίες επιχειρήσεις καθώς αντιπροσωπεύουν το 0,5% έναντι 0,8% στην ΕΕ.
Κεντρικός παράγοντας που εξηγεί τη χαμηλή παραγωγικότητα είναι το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων και κεφαλαίου ανά εργαζόμενο. Στους περισσότερους κλάδους, το κεφάλαιο ανά εργαζόμενο είναι πολλαπλάσιο στην ΕΕ σε σχέση με την Ελλάδα. Η έλλειψη επενδύσεων σε εξοπλισμό, τεχνολογία και παραγωγικές υποδομές δεν βοηθούν τις επιχειρήσεις να αυξήσουν την αποδοτικότητα της εργασίας.
Το επενδεδυμένο Κεφάλαιο ανά εργαζόμενο στην ΕΕ-27 είναι υψηλότερο έναντι της Ελλάδας από 1,3 έως 5,7 φορές ανάλογα με τον κλάδο
- Η χαμηλή κεφαλαιακή ένταση αποτελεί βασικό περιορισμό της παραγωγικότητας.
- Το κεφάλαιο ανά εργαζόμενο στην ΕΕ είναι 1,3 έως 5,7 φορές υψηλότερο από την Ελλάδα. Οι δείκτες έχουν επηρεαστεί σε σημαντικό βαθμό από την περίοδο της οικονομικής κρίσης.
Το δομικό πρόβλημα παραγωγικότητας απαιτεί πολύπλευρες, και ταυτόχρονες παρεμβάσεις
Για τις Επιχειρήσεις:
- Αύξηση των επιχειρηματικών επενδύσεων για περαιτέρω σύγκλιση με τον μ.ο. της EE
- Τεχνολογικός εκσυγχρονισμός και ενίσχυση επενδύσεων σε R&D
- Σταδιακή αύξηση μέσου μεγέθους επιχειρήσεων (συνεργασίες, συγχωνεύσεις)
Για την Πολιτεία:
- Απλοποίηση αδειοδοτήσεων και μείωση ρυθμιστικής επιβάρυνσης
- Επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης και ενίσχυση της φορολογικής διοίκησης
- Επενδυτικά κίνητρα (υπεραποσβέσεις, επιταχυνόμενες αποσβέσεις)
- Στοχευμένες επενδύσεις σε υποδομές
- Πολιτικές ενίσχυσης εξωστρέφειας
Για τις Επιχειρήσεις και την Πολιτεία:
- Αναβάθμιση επαγγελματικής εκπαίδευσης και ψηφιακών δεξιοτήτων, με διασύνδεση προγραμμάτων σπουδών με τις ανάγκες των κλάδων
- Ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, αναβάθμιση δεξιοτήτων εργαζομένων μέσης ηλικίας, προσέλκυση ατόμων υψηλής εξειδίκευσης από το εξωτερικό
- Επέκταση ψηφιακών υποδομών και αξιοποίησή τους από τις επιχειρήσεις (cloud, big data, αυτοματοποίηση, AI) σε συνδυασμό με αναδιοργάνωση διαδικασιών
- Υποστήριξη συνεργατικών σχηματισμών και τεχνολογικών οικοσυστημάτων για διάχυση τεχνολογίας και καλών πρακτικών
Η σύνοψη της μελέτης είναι διαθέσιμη εδώ