«Αγκάθι» η ρωσική ανάμειξη στις αμερικανικές εκλογές για την εξομάλυνση των σχέσεων ΗΠΑ-Ρωσίας

Κλίμα «Ψυχρού Πολέμου» επικρατεί μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας που αντιδρούν επιβάλλοντας κυρώσεις και απελαύνοντας διπλωμάτες ή «κατασκόπους».

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είχε υποσχεθεί ότι θα βελτίωνε τις σχέσεις της Ουάσινγκτον με τη Μόσχα, όμως οι προσπάθειες προσέγγισης μέχρι σήμερα προσέκρουαν στις υποψίες περί αθέμιτης σύμπραξης του επιτελείου του με τη Ρωσία, μια κατηγορία που δηλητηρίασε το πρώτο μισό της θητείας του.

Τώρα που η έρευνα του ειδικού εισαγγελέα Ρόμπερτ Μάλερ ολοκληρώθηκε, θα πετύχει ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος τον σκοπό του; Αδύνατον, απέναντι στον Βλαντιμίρ Πούτιν, απαντούν ομόφωνα αιρετοί και ειδικοί αναλυτές στις ΗΠΑ.

Αφότου ανέλαβε τα καθήκοντά του, στις αρχές του 2017, ο δισεκατομμυριούχος πρόεδρος αναφερόταν συχνά στην έρευνα για τη ρωσική ανάμιξη στις προεδρικές εκλογές –το «κυνήγι μαγισσών», όπως την χαρακτήριζε– θεωρώντας ότι αποτελεί το κυριότερο εμπόδιο για την εξομάλυνση των σχέσεων. Μια νέα συνάντηση μεταξύ των δύο ηγετών αναβλήθηκε πολλές φορές, επισήμως επειδή έπρεπε να ολοκληρωθούν πρώτα οι έρευνες. Η έκθεση του Μάλερ δεν συμπεραίνει ότι υπήρξε «αθέμιτη σύμπραξη» μεταξύ του Κρεμλίνου και της ομάδας του Τραμπ. Εκ πρώτης όψεως, ο δρόμος φαίνεται πως άνοιξε. Αλλά πολλοί διαφωνούν.

«Η δική μου ανάλυση είναι αντίστροφη. Η έκθεση Μάλερ δείχνει με σαφήνεια ότι οι Ρώσοι εξαπέλυσαν μια μαζική και οργανωμένη επίθεση εναντίον των αμερικανικών εκλογών. Κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό, εκτός ίσως από τον πρόεδρο Τραμπ», είπε ο πρώην πρεσβευτής και νυν καθηγητής στο Χάρβαρντ Νίκολας Μπερνς μιλώντας στο Γαλλικό Πρακτορείο. Υπό αυτές τις συνθήκες, «αν ο πρόεδρος Τραμπ θέλει να βελτιώσει τις σχέσεις, να τις εξομαλύνει, απλώς δεν είναι εφικτό», πρόσθεσε. «Όταν οι Ρώσοι προσπαθούν να υποσκάψουν τη δημοκρατία μας, πρέπει να φανούμε ανυποχώρητοι», τόνισε. Η πρώτη επίσημη αντίδραση της αμερικανικής κυβέρνησης μετά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης μοιάζει να επικυρώνει την ανάλυση του Μπερνς. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάικ Πομπέο διαμήνυσε σήμερα ότι θα συνεχίσει να καταγγέλει την «απαράδεκτη στάση» της Ρωσίας και «να λαμβάνει σκληρά μέτρα» για τις «δυσοίωνες ενέργειές της». «Είναι σοβαρό. Η Ρωσία εμπλέκεται στις εκλογές σε όλον τον κόσμο, όχι μόνο στις δικές μας το 2016 αλλά και αλλού», επέμεινε.

Σε πολλά «καυτά» σημεία του πλανήτη οι ηγέτες των δύο χωρών θα ήθελαν να καταφέρουν να συνεργαστούν όμως, για παράδειγμα στη Συρία, το σχέδιο «κατανόησης» τους πολύ γρήγορα ανατράπηκε επί του πεδίου. Σε άλλα θέματα επικρατεί ένα κλίμα Ψυχρού Πολέμου μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας που αντιδρούν επιβάλλοντας κυρώσεις, απελαύνοντας διπλωμάτες ή «κατασκόπους». Κάποιες από τις αιτίες; Η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, ο πόλεμος στην Ουκρανία ή ακόμη και η επίθεση με χημικά εναντίον ενός Ρώσου, πρώην διπλού πράκτορα, στη Βρετανία. Συχνά όμως είναι η στάση του Τραμπ εκείνη που υπονομεύει κάθε διάθεση για προσέγγιση.

Σκόπιμη παράλυση

Κατά τη διάρκεια των συναντήσεών του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, στο Βιετνάμ τον Νοέμβριο του 2017 και στο Ελσίνκι τον Ιούλιο του 2018, παίχτηκε το ίδιο έργο: αναφερόμενος στη ρωσική ανάμιξη, ο Αμερικανός πρόεδρος φάνηκε να δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στους ισχυρισμούς της Ρωσίας, παρά στις κατηγορίες των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Σάλος στην Ουάσινγκτον και ο Τραμπ αναγκάστηκε να ανακρούσει πρύμναν.

«Στην εσωτερική πολιτική, οι Ρεπουμπλικανοί κοινοβουλευτικοί στηρίζουν τον πρόεδρο, όχι όμως στο θέμα της Ρωσίας», σχολίασε ο Μπερνς. «Το Κογκρέσο ήταν ανέκαθεν πολύ πιο σκληρό απέναντι στη Ρωσία, σε σύγκριση με τον πρόεδρο», πρόσθεσε, υπογραμμίζοντας ότι ο ένοικος του Λευκού Οίκου αρέσκεται να επικρίνει δημοσίως τους συμμάχους του, την Άγγελα Μέρκελ, την Τερέζα Μέι ή τον Εμανουέλ Μακρόν ενώ ταυτόχρονα «λέει πολλά ευγενικά λόγια για τον Βλαντιμίρ Πούτιν».

Ένα από τα ελάχιστα θέματα για τα οποία συμφωνούν τα δύο μεγάλα κόμματα στις ΗΠΑ είναι η στάση που θα πρέπει να τηρηθεί απέναντι στη Ρωσία. Ο συμφιλιωτικός τόνος που υιοθέτησε στο Ελσίνκι ο Τραμπ απέναντι στον Πούτιν σόκαρε πολλούς Ρεπουμπλικάνους οι οποίοι, γεγονός ασυνήθιστο, δεν δίστασαν να εκφράσουν δημόσια τη σύγχυσή τους.

Γερουσιαστές και από τα δύο κόμματα υπέβαλαν πρόσφατα ένα νομοσχέδιο με το οποίο επιδιώκουν να εντείνουν «τις οικονομικές, πολιτικές και διπλωματικές πιέσεις» στη Μόσχα. «Η σκόπιμη παράλυση του προέδρου Τραμπ απέναντι στην επιθετικότητα του Κρεμλίνου δεν μπορεί να γίνει ανεκτή από το Κογκρέσο», τόνισε ο Δημοκρατικός Μπομπ Μενέντεζ.