Γαλλία: Το κόστος δανεισμού «χτυπά καμπανάκι» – Γιατί η Ελλάδα βρίσκεται πλέον σε καλύτερη θέση

Γαλλία: Το κόστος δανεισμού «χτυπά καμπανάκι» – Γιατί η Ελλάδα βρίσκεται πλέον σε καλύτερη θέση
Photo: AFP
Η δημοσιονομική κρίση της Γαλλίας αυξάνει το κόστος δανεισμού και πιέζει την κυβέρνηση ενόψει των εκλογών του 2027. Γιατί η Ελλάδα εμφανίζεται πλέον σε καλύτερη θέση στις αγορές;

Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δημοσιονομικό σταυρόλεξο, την ώρα που η χώρα οδεύει προς τις προεδρικές εκλογές του 2027. Το υψηλό έλλειμμα, η αύξηση του δημόσιου χρέους και το ολοένα μεγαλύτερο κόστος εξυπηρέτησής του περιορίζουν τα περιθώρια της κυβέρνησης και προκαλούν ανησυχία στις αγορές.

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι το κόστος δανεισμού της Γαλλίας έχει βρεθεί σε επίπεδα που την κάνουν να συγκρίνεται πλέον δυσμενώς ακόμη και με χώρες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν σαφώς πιο ευάλωτες δημοσιονομικά. Μεταξύ αυτών βρίσκεται και η Ελλάδα.

Η απόσταση ανάμεσα στις δύο οικονομίες παραμένει μεγάλη σε απόλυτους αριθμούς, όμως η εικόνα των αγορών έχει αλλάξει σημαντικά την τελευταία δεκαετία. Η Ελλάδα έχει βελτιώσει αισθητά τη δημοσιονομική της εικόνα και την πρόσβασή της στις αγορές, την ώρα που η Γαλλία δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει ένα διαρκώς αυξανόμενο βάρος δαπανών.

Το γαλλικό «καμπανάκι» για το κόστος δανεισμού

Ο Γάλλος υπουργός Προϋπολογισμού Νταβίντ Αμιέλ χαρακτηρίζει την αποκατάσταση των δημόσιων οικονομικών «νούμερο ένα προτεραιότητα», προειδοποιώντας ότι η κατάσταση θυμίζει «πυριτιδαποθήκη».

Το πρόβλημα αποτυπώνεται ήδη στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Οι δαπάνες για τόκους του γαλλικού δημοσίου έφτασαν τα 34,5 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του έτους, αυξημένες κατά 18,8% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Σύμφωνα με τον Αμιέλ, το συνολικό κόστος δανεισμού θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περίπου 11 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση.

Πρόκειται για ένα ποσό που από μόνο του δείχνει πόσο περιορισμένος είναι πλέον ο δημοσιονομικός χώρος της Γαλλίας.

Η άνοδος των επιτοκίων δεν επηρεάζει μόνο το ύψος των νέων δανείων. Καθώς ένα μεγάλο μέρος του γαλλικού χρέους αναχρηματοδοτείται, οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων μετατρέπονται σταδιακά σε μεγαλύτερες δαπάνες τόκων στον κρατικό προϋπολογισμό.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συμπεριφορά των αγορών ομολόγων.

Το spread μεταξύ των αποδόσεων των 10ετών γαλλικών και γερμανικών ομολόγων έχει κινηθεί περίπου στις 80 μονάδες βάσης, επίπεδο που σηματοδοτεί αυξημένο risk premium για τη Γαλλία.

Με απλά λόγια, οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερη αποζημίωση για να δανείσουν τη Γαλλία σε σχέση με τη Γερμανία.

Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι ότι η Γαλλία έχει βρεθεί αντιμέτωπη με υψηλότερο κόστος δανεισμού σε σχέση με την Ελλάδα, μια εξέλιξη που πριν από μερικά χρόνια θα ήταν δύσκολο να θεωρηθεί πιθανή.

Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει αποκτήσει μικρότερο δημόσιο χρέος από τη Γαλλία. Η εικόνα είναι διαφορετική: οι αγορές αξιολογούν όχι μόνο το απόλυτο ύψος του χρέους, αλλά και τη δημοσιονομική πορεία, την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής, τις προοπτικές ανάπτυξης και την ικανότητα μιας χώρας να εξυπηρετεί το χρέος της.

Και σε αυτά τα μέτωπα, η Ελλάδα έχει καταφέρει να βελτιώσει σημαντικά τη θέση της.

Από «μαύρο πρόβατο» σε επενδυτικό story

Η ελληνική οικονομία έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από την περίοδο της κρίσης χρέους.

Η δημοσιονομική προσαρμογή, η επιστροφή σε πρωτογενή πλεονάσματα, η αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ και η επιστροφή της χώρας σε επενδυτική βαθμίδα έχουν αλλάξει την αντίληψη των επενδυτών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει κινδύνους. Το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό και η χώρα εξακολουθεί να είναι ευάλωτη σε μια πιθανή μεγάλη επιδείνωση των διεθνών χρηματοπιστωτικών συνθηκών.

Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά: η δημοσιονομική κατεύθυνση της Ελλάδας και της Γαλλίας δεν είναι ίδια.

Ενώ η Ελλάδα έχει ως βασικό στόχο τη συνέχιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και τη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, η Γαλλία δυσκολεύεται να περιορίσει τις δαπάνες της.

Το μεγάλο πρόβλημα της Γαλλίας είναι οι κοινωνικές δαπάνες

Σύμφωνα με τον Αμιέλ, η «ρίζα» της επιδείνωσης των γαλλικών δημόσιων οικονομικών βρίσκεται κυρίως στην εκρηκτική αύξηση των δαπανών για υγεία και συντάξεις.

Οι κοινωνικές παροχές – συντάξεις, υγεία, ανεργία και άλλες παροχές – αντιστοιχούν περίπου στο 58% των συνολικών δημόσιων δαπανών της Γαλλίας.

Η γήρανση του πληθυσμού εντείνει την πίεση.

Η κυβέρνηση εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο να «παγώσει» τις αυτόματες αυξήσεις συντάξεων και ορισμένων κοινωνικών παροχών που συνδέονται με τον πληθωρισμό. Πρόκειται όμως για ένα εξαιρετικά ευαίσθητο πολιτικό ζήτημα, ειδικά ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027.

Το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας απόφασης μπορεί να είναι μεγάλο.

Η γαλλική κυβέρνηση στοχεύει σε δημοσιονομικό έλλειμμα 5% του ΑΕΠ στο τέλος του έτους, από 5,1% το 2025.

Η βελτίωση είναι περιορισμένη και απέχει σημαντικά από τον στόχο του 3% του ΑΕΠ που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο λόγω των αυξημένων αμυντικών δαπανών, της υποτονικής ανάπτυξης, των υψηλότερων τόκων και των πιέσεων στην αγορά εργασίας.

Παράλληλα, η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί την πολιτική πραγματικότητα ενός κοινοβουλίου χωρίς σταθερή πλειοψηφία.

Τα τελευταία χρόνια, άλλωστε, οι δημοσιονομικές συγκρούσεις έχουν οδηγήσει σε πτώσεις κυβερνήσεων, γεγονός που καθιστά κάθε προσπάθεια βαθύτερων μεταρρυθμίσεων ακόμη πιο δύσκολη.

Το μεγάλο ερώτημα είναι πλέον αν η Γαλλία θα καταφέρει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα πριν από τις προεδρικές εκλογές ή αν οι δύσκολες αποφάσεις θα μεταφερθούν στην επόμενη κυβέρνηση.

Ο Αμιέλ προειδοποιεί τους υποψήφιους διαδόχους του Εμανουέλ Μακρόν να αποφύγουν τις προεκλογικές υποσχέσεις που θα αυξήσουν περαιτέρω τις δαπάνες.

Το αίτημα είναι δύσκολο να υλοποιηθεί σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου οι συντάξεις, η φορολογία, η μετανάστευση και οι κοινωνικές παροχές αποτελούν βασικά πεδία αντιπαράθεσης.

Η επόμενη γαλλική κυβέρνηση θα κληθεί, επομένως, να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενους στόχους: την ανάγκη για δημοσιονομική προσαρμογή και την πολιτική πίεση για περισσότερες δαπάνες.

 ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:

Πηγή: Financial Times