Αλέξανδρος Βασιλικός: «Ο τουρισµός είναι υπόθεση όλων µας»

Ο πρόεδρος του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος μιλά για όλα τα ζητήματα που συνθέτουν τις προκλήσεις του «πρωταθλητή» της ελληνικής οικονομίας.

Tην ώρα που η Αθήνα παλεύει να γίνει city break προορισµός δώδεκα µήνες τον χρόνο, ο Αλέξανδρος Βασιλικός εξηγεί γιατί µόνο ο συγχρονισµός µε τις παγκόσµιες τάσεις και η εξέλιξη του ελληνικού προϊόντος µπορούν να φέρουν τα επιθυµητά αποτελέσµατα, που θα αποτυπώνονται και στα ταµεία των επιχειρήσεων. Και τονίζει οτι απαιτούνται τολµηρές προσαρµογές, καθώς η αντιµετώπιση των νέων προκλήσεων στην παγκόσµια αγορά δεν µπορεί να γίνει µε όρους παρελθόντος.

Τα γερά θεμέλια που μπήκαν το 2019 δηµιουργούν την αίσθηση ότι το 2020 θα είναι ακόµη πιο δυνατό, διαµορφώνοντας ένα πολλά υποσχόµενο τουριστικό τοπίο από το οποίο θα προκύψουν σηµαντικά έσοδα για το σύνολο της ελληνικής οικονοµίας.

Υπενθυµίζεται ότι η Αθήνα το α’ εξάµηνο του 2019 απέκτησε 40 νέα καταλύµατα, ενώ άλλες 20 ξενοδοχειακές επενδύσεις έχουν ανακοινωθεί και αναµένεται να προσθέσουν στην αθηναϊκή ξενοδοχειακή αγορά περί τα 2.000 επιπλέον δωµάτια, χωρίς να υπολογίζονται η επένδυση στο Ελληνικό και οι νέες πολυτελείς κλίνες που θα ενταχθούν από το Ολοκληρωµένο Τουριστικό Συγκρότηµα που σχεδιάζεται εκεί.

Ο πρόεδρος του Ξενοδοχειακού Επιµελητηρίου Ελλάδος (ΞΕΕ), Αλέξανδρος Βασιλικός, µιλά στο Fortune για όλα όσα πρέπει να αλλάξουν σε επίπεδο στρατηγικού σχεδιασµού και νοοτροπίας, προκειµένου ο κλάδος του τουρισµού να κάνει «scale up» και να διεκδικήσει τη θέση που του αξίζει.

Κύριε Βασιλικέ, τα τελευταία χρόνια οι επενδύσεις στον ξενοδοχειακό κλάδο παίρνουν… φωτιά. Τι τάξεως είναι εκείνες που αφορούν τα ξενοδοχεία του κέντρου, πόσα θα ανοίξουν τις πύλες τους μέσα στο 2020 και πώς εκτιμάτε ότι θα αναδιαμορφωθεί η πρωτεύουσα;

Για να βάλουµε τα πράγµατα στις σωστές διαστάσεις τους, ανάµεσα στον αριθµό των ξενοδοχείων της Αθήνας το 2014 και τον σηµερινό αριθµό τους, πέντε χρόνια µετά, η διαφορά είναι µόνο πέντε επιπλέον ξενοδοχεία! Μπορεί κάποια να έκλεισαν, κάποια άλλα να άνοιξαν, όµως αυτό δεν κάνει τη διαφορά. Αν µιλάµε για κάτι άλλο, για µη κύρια καταλύµατα, για πολυκατοικίες, για πάσης φύσεως κτίρια που απλά βάζουν µια ταµπέλα, τότε περιγράφουµε την παραξενοδοχία, η οποία λαµβάνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Το πρόβληµα δεν είναι ποσοτικό. Το ξεχείλωµα της προσφοράς δεν είναι η σωστή απάντηση όταν το ζητούµενο, σύµφωνα και µε τους στόχους της πολιτικής του αρµόδιου υπουργείου, είναι η ποιότητα του τουρισµού, η ποιότητα του προορισµού, διότι απ’ αυτή εξαρτάται ευθέως και η ποιότητα των επισκεπτών, ώστε να µην ευηµερούν µόνο οι αφίξεις, αλλά και τα τουριστικά έσοδα. Και ποιότητα σηµαίνει υποδοµές. Σηµαίνει σύγχρονο συνεδριακό κέντρο διεθνών προδιαγραφών, πόλοι αναψυχής και ψυχαγωγίας, αθλητικοί χώροι για ειδικά αθλήµατα όπως το γκολφ, χαρακτηριστικά τοπόσηµα για τα οποία ενδιαφέρονται ιδιαίτερα οι millennials που είναι δραστήριοι στα κοινωνικά δίκτυα κ.ο.κ. Σ’ αυτή την κατεύθυνση περιµένουµε να δούµε επενδύσεις, δηµόσιες και ιδιωτικές, που θα ανανεώνουν το παγκόσµιο ενδιαφέρον για την Αθήνα 365 µέρες τον χρόνο.

Θεωρείτε ότι η κρίση έπαιξε ρόλο στο να γίνουν οι ξενοδόχοι περισσότερο ανταγωνιστικοί, επενδύοντας στην αναβάθμιση του προϊόντος τους;

Η επένδυση στην αναβάθµιση του ξενοδοχειακού προϊόντος είναι όρος βιωσιµότητας, και αυτό είναι κάτι που έχει καταστεί κοινός τόπος για τον ξενοδοχειακό κλάδο. Ό,τι δεν αλλάζει πεθαίνει. Γι’ αυτό άλλωστε, όπως προκύπτει από ειδική έρευνα του ΙΤΕΠ για λογαριασµό του ΞΕΕ, µόνο τη διετία 2017-2018 τα ξενοδοχεία επένδυσαν πάνω από 1,6 δισ. ευρώ µε διττό όφελος: αφενός την αναβάθµιση του ξενοδοχειακού προϊόντος και αφετέρου τη δηµιουργία αλυσίδων αξίας, αφού η υλοποίηση της επένδυσης κάθε ξενοδοχείου δηµιουργεί κύκλο εργασιών και για µια σειρά από άλλους κλάδους. Αθροιστικά είναι από τις µεγαλύτερες ιδιωτικές επενδύσεις στη χώρα. Γίνεται πολύς λόγος για κίνητρα στην προσέλκυση άµεσων ξένων επενδύσεων, και πράγµατι είναι καλοδεχούµενες. Να δούµε, όµως, και κίνητρα για τις πραγµατικές επενδύσεις που είναι εδώ και γίνονται διαρκώς. Επενδύσεις µε προστιθέµενη αξία για τον τουρισµό, αλλά και για το σύνολο σχεδόν της πραγµατικής οικονοµίας. Το όφελος θα είναι υπερπολλαπλάσιο.

Τα τελευταία χρόνια η Αθήνα παλεύει να καταστεί city break προορισμός. Τι κινήσεις απαιτούνται για να βελτιώσουμε τις επιδόσεις μας;

Οι ξενοδόχοι κάνουν πολλά, αλλά δεν µπορούν να κάνουν µαγικά. Ούτε έχουν κάποιο κουµπάκι το οποίο θα µπορούσαν να πατήσουν και να µας µεταµορφώσουν σε city break προορισµό. Στην περίπτωση της Αθήνας, παίζουν τεράστιο ρόλο οι υποδοµές. Όσο αναβαθµίζουµε και εµπλουτίζουµε τις υποδοµές µας, τόσο πλησιάζουµε τον στόχο του city break προορισµού. Όµως θα πρέπει να έχουµε υπόψη και κάτι εξίσου σηµαντικό: Για να µπεις µε αξιώσεις σε µια τέτοια αγορά, θα πρέπει να έχεις δοµήσει και το αντίστοιχο προϊόν. Παγκόσµια events που θα µπορούσαν να φιλοξενηθούν και να λειτουργήσουν ως «µαγνήτες» επισκεπτών. Στη Γαλλία, για παράδειγµα, υπάρχει το «Tour de France», η πιο διάσηµη διεθνής αθλητική διοργάνωση της ποδηλασίας. Το ίδιο συµβαίνει και στην Ιταλία, µε το «Giro d’ Italia», µια εξίσου πετυχηµένη διοργάνωση. Μπορούµε να κάνουµε το ίδιο µε έναν «Γύρο της Ελλάδας»; Αυτού του τύπου είναι τα ερωτήµατα που πρέπει να θέσουµε και να δώσουµε τις απαντήσεις που πρέπει. Ο ουρανός δεν βρέχει τουρίστες!

Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η τουριστική άνοδος που κατεγράφη τα προηγούμενα χρόνια θα αρχίσει να ρίχνει ρυθμούς, καθώς η Ελλάδα καθίσταται ακριβότερη, ενώ γειτονικές χώρες όπως η Τουρκία διαθέτουν καλύτερες υποδομές. Ποιες είναι οι δικές σας εκτιμήσεις;

Το να γίνουν τα 33 εκατοµµύρια τουριστών της µίας χρονιάς 35 εκατοµµύρια την επόµενη δεν είναι αυτονόητο πως είναι θετικό γεγονός. Ειδικά για κάποιους προορισµούς που δεν έχουν ούτε τις υποδοµές ούτε τα στοιχειώδη συστήµατα διαχείρισης της καθηµερινότητας, όπως η αποκοµιδή των απορριµµάτων, αντιλαµβάνεστε πως θα επρόκειτο για αρνητική εξέλιξη. Εκεί πρέπει να στρέψουµε το ενδιαφέρον µας, και όχι στην τιµολογιακή πολιτική του ξενοδοχείου, το οποίο προσπαθεί να παραµείνει ανταγωνιστικό ακόµη και µε τα υπέρογκα µη λειτουργικά κόστη µε τα οποία επιβαρύνεται. Είναι, λοιπόν, φοβική και αµυντική αυτή η προσέγγιση των συγκρίσεων. Χρειαζόµαστε τολµηρές προσαρµογές, καθώς η αντιµετώπιση των νέων προκλήσεων στη σύγχρονη παγκόσµια αγορά δεν µπορεί να γίνει µε µεθόδους από το χθες. Μόνο ο συγχρονισµός µε τις παγκόσµιες τάσεις και η εξέλιξη του ελληνικού προϊόντος µπορούν να φέρουν τα επιθυµητά αποτελέσµατα, που θα αποτυπώνονται και στα ταµεία των επιχειρήσεων.

Είναι τα ελληνικά ξενοδοχεία value for money; Και πώς μπορούν να «οχυρωθούν» απέναντι στο φαινόμενο που λέγεται Αirbnb;

Η σχέση ποιότητας-τιµής είναι δυναµική. Η διαφοροποίηση, ο εµπλουτισµός της εµπειρίας, η καινοτοµία κάνουν το «value for money». Ακόµη και µέσα σε συνθήκες υπέρµετρων επιβαρύνσεων από µη λειτουργικά κόστη καταφέραµε να παραµείνουµε ανταγωνιστικοί. Όσο µεγαλύτερη είναι η ανάσα που µπορεί να πάρει το ξενοδοχείο από τις επιβαρύνσεις αυτές, τόσο περισσότερο µπορεί να επενδύσει στη µεσοµακροπρόθεσµη βιωσιµότητά του µε όρους ποιότητας. Όσο για το φαινόµενο της οικονοµίας διαµοιρασµού, δεν το βλέπουµε ως ανταγωνιστικό προϊόν. Ως ανεξέλεγκτη δραστηριότητα, χωρίς εποπτεία και ρυθµιστικό έλεγχο, συνιστά µια αθέµιτη πρακτική που στρεβλώνει την αγορά. Όµως δεν έχει καµία σχέση το ένα προϊόν µε το άλλο. Είναι σαν να συγκρίνουµε µήλα µε αχλάδια.

Πριν εκπνεύσει η χρονιά, ένας από τους μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς tour operators βάρεσε «κανόνι», προκαλώντας τεράστια προβλήματα στην αγορά. Πώς επηρέασε αυτό τα ελληνικά ξενοδοχεία; Υπάρχουν φόβοι για ανάλογα περιστατικά;

Η εκτίµηση των απωλειών ξενοδοχειακού τζίρου για το 2020 ξεπερνά τα 500 εκατ. ευρώ και η πολλαπλασιαστική ζηµιά στην πραγµατική οικονοµία αγγίζει τα 2,5 δισ. ευρώ. Το θετικό είναι πως διατηρούµε τη δυναµική µας στην παγκόσµια αγορά και µε τις υπάρχουσες ενδείξεις φαίνεται πως θα καλυφθεί ένα µεγάλο ποσοστό των απωλειών και στους ξενοδοχειακούς τζίρους και στις αεροπορικές θέσεις. Αυτό, όµως, σε καµία περίπτωση δεν είναι λόγος εφησυχασµού. Η αντίληψη «too big to fail» δεν ισχύει ούτε στην παγκόσµια τουριστική αγορά ούτε πουθενά. Ζούµε την εποχή των µεγάλων ανατροπών και µπροστά στις προκλήσεις των καιρών απαιτείται εγρήγορση και ετοιµότητα. Είναι επικίνδυνο να µπαίνουν όλα τα κεράσια σε ένα καλάθι. Η εξάρτηση έχει κοστίσει και στο παρελθόν, κόστισε και τώρα, ενώ τίποτα δεν αποκλείει να κοστίσει και στο µέλλον. Επίσης, πρέπει να έχουµε κατά νου πως η εξάρτηση είναι εξάρτηση, είτε αφορά στο παραδοσιακό tour operating είτε αφορά τους online travel agents. Ζητούµενο είναι η ενίσχυση της ικανότητας του ξενοδοχείου να προσελκύει απευθείας πελάτες από την παγκόσµια αγορά. Πρέπει, όµως, να επιµείνουµε προς αυτή την κατεύθυνση, µε συγκροτηµένη στρατηγική και εργαλεία direct booking.

Πώς διαμορφώνεται η σχέση μεταξύ τραπεζών και ξενοδόχων; Έχει ανοίξει η στρόφιγγα της χρηματοδότησης;

Το τραπεζικό σύστηµα έχει ως αποστολή τη χρηµατοδότηση της ιδιωτικής οικονοµίας και θα πρέπει να ανακτήσει την ικανότητα να ανταποκρίνεται σ’ αυτή. Πράγµατι, το momentum είναι θετικό και ευελπιστούµε σύντοµα να µιλάµε για τραπεζική κανονικότητα. Επειδή, ωστόσο, έχουν ειπωθεί και έχουν γραφτεί πολλά για τη σχέση τραπεζών και ξενοδοχειακού κλάδου, το ΙΤΕΠ ολοκλήρωσε µόλις για λογαριασµό του ΞΕΕ µια πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα για το θέµα. Γίνεται η τελική επεξεργασία των στοιχείων και θα είµαστε έτοιµοι να την παρουσιάσουµε στην αρχή της νέας χρονιάς. Αυτό που µπορώ, όµως, να σας δώσω σαν πρόγευση είναι ότι η έρευνα ανατρέπει πολλά από τα στερεότυπα που καλλιεργήθηκαν τα προηγούµενα χρόνια και τεκµηριώνει την αλήθεια κόντρα σε αναπαραγόµενους µύθους.

Επί των ημερών σας στο «τιμόνι» του ΞEE εγκαινιάστηκε η πρωτοβουλία Capsule IT. Υπάρχουν έξυπνες ιδέες από το startup οικοσύστημα που θα πάνε τον τουρισμό ένα βήμα παραπέρα;

Η ψηφιακή καινοτοµία δηµιουργεί µια νέα εποχή για την τουριστική οικονοµία και το ΞΕΕ, ανταποκρινόµενο στις ανάγκες ενός µέλλοντος που είναι ήδη εδώ, πρωταγωνιστεί µέσα από στοχευµένες δράσεις. Από την ανταπόκριση και τα αποτελέσµατα του πρώτου κύκλου του προγράµµατος αποδείχθηκε πως υπάρχουν και έξυπνες ιδέες και έξυπνοι άνθρωποι που µε το κατάλληλο υποστηρικτικό περιβάλλον µπορούν να δώσουν πολλά. Δικαιώθηκε απόλυτα η πρωτοβουλία µας να διασυνδέσουµε τον «πρωταθλητή» της οικονοµίας, τον τουρισµό, µε την startup κοινότητα, µε πανεπιστήµια, µε ακαδηµαϊκούς, και να δηµιουργήσουµε αξία µέσα από την καινοτοµία και την τεχνολογία. Ανοίγουµε, µέσω του προγράµµατος που θα ξεκινήσει από την άνοιξη του 2020, τον δεύτερο κύκλο του, έναν σταθερό δίαυλο µε το σύνολο του ξενοδοχειακού κλάδου, ο οποίος έχει µόνον να κερδίσει, αντιµετωπίζοντας την τεχνολογία όχι ως απειλή, αλλά ως ευκαιρία εξέλιξης. ​