Ανήσυχοι για την πορεία της οικονομίας οι Έλληνες CEOs – Τι ζητούν από την Πολιτεία

Ingram Publishing

Απουσία καταρτισμένων στελεχών, έλλειψη ξένων επενδύσεων και κλίμα αβεβαιότητας εντοπίζει η Εταιρεία Ανώτατων Στελεχών Επιχειρήσεων.

 

Μικρό καλάθι κρατούν οι Έλληνες CEOs αναφορικά με την πορεία της χώρας καθώς θεωρούν ότι η οικονομία έχει μεν σταθεροποιηθεί από την κατρακύλα που σημειωνόταν μέχρι και το 2015, δεν βλέπουν ωστόσο σημάδια που να υποδηλώνουν ότι έρχεται η ανάπτυξη και με αυτή και οι πολυπόθητες επενδύσεις.

Όπως τόνισε ο Πρόεδρος της Εταιρείας Ανώτατων Στελεχών Επιχειρήσεων (ΕΑΣΕ) και Διευθύνων Σύμβουλος της Xerox Hellas, Βασίλης Ραμπάτ, στην έκθεση του CEO index που αφορά το δ’ τρίμηνο του 2018, όλοι σχεδόν οι δείκτες ακολούθησαν  την κατιούσα. «Δυστυχώς οι προσδοκίες δεν είναι καλές. Σίγουρα μετά το 2015 επήλθε μια σταθερότητα με αυξομειώσεις, όμως οι συνθήκες και το περιβάλλον δεν ευνοούν για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων», ανέφερε ο κ. Ραμπάτ εξηγώντας πως δεν είναι η παρούσα πολιτική κατάσταση, αλλά η απουσία κινήτρων και σταθερότητας που δεν κάνουν τις μεγάλες πολυεθνικές να βάζουν στον επενδυτικό τους χάρτη το όνομα Ελλάδα.

Ειδικότερα, το 54% των CEOs είναι αισιόδοξοι σε μέτριο βαθμό ότι μπορεί να προκύψει μια τόσο σημαντική αύξηση στις επενδύσεις, ενώ μόνο το 4% των CEOs είναι πολύ αισιόδοξοι. Ωστόσο το υπόλοιπο 42% των CEOs θεωρεί ότι είναι δύσκολο στο άμεσο μέλλον να αυξηθούν σε τέτοιο βαθμό οι επενδύσεις και δηλώνουν καθόλου αισιόδοξοι, ποσοστό που αυξάνεται σε 59% για τους CEOs των βιομηχανικών επιχειρήσεων.

Πιο συγκεκριμένα, ο γενικός δείκτης οικονομικού κλίματος (ΕΑΣΕ/ICAP-CEO General Index) σημείωσε κάμψη και διαμορφώθηκε στις 159 μονάδες έναντι 163 το προηγούμενο τρίμηνο. Πτώση η οποία αποδίδεται στο κλίμα αβεβαιότητας που καλλιεργείται στους κόλπους των CEOs από την παρατεταμένη προεκλογική περίοδο η οποία ενδεχομένως να οδηγήσει την οικονομική πολιτική σε παρέκκλιση από τις συμφωνηθείσες μεταρρυθμίσεις, ιδιαίτερα μετά την τυπική ολοκλήρωση του προγράμματος προσαρμογής.

Η ανάλυση των αποτελεσμάτων ανά κατηγορία μεγέθους δείχνει πτώση του δείκτη στις μικρές, μεσαίες και πολύ μεγάλες επιχειρήσεις και άνοδο στις μεγάλες. Ο δείκτης τρέχουσας οικονομικής κατάστασης (ΕΑΣΕ-CEO Current status Index) σημείωσε κάμψη και διαμορφώθηκε στις 153 μονάδες έναντι 156 το προηγούμενο τρίμηνο. Παρόμοια και ο δείκτης προσδοκιών (ΕΑΣΕ-CEO Expectation Index) παρουσίασε μείωση στις 165 μονάδες έναντι 170 του προηγούμενου τριμήνου

Ελλιπής η πανεπιστημιακή κατάρτιση

Στα προβλήματα της ελληνικής αγοράς ο κ. Ραμπάτ πρόσθεσε και την ελλιπή σύνδεση ικανών στελεχών με την αγορά, αλλά και την απουσία μιας «γέφυρας» μεταξύ των επιχειρήσεων και της πανεπιστημιακής κοινότητας που θα συμβάλλει στην αξιοποίηση των ικανών στην αγορά εργασίας. Η άποψή του είναι πως επιβάλλεται περισσότερο από ποτέ να υποστηριχθούν έμπρακτα οι νέοι, γι αυτό το λόγο και η ΕΑΣΕ συμμετέχει σε διάφορα πανεπιστημιακά προγράμματα προσφέροντας υπηρεσίες συμβουλευτικές και mentoring.

Μάλιστα έξι στους δέκα CEOs θεωρούν ότι η εκπαίδευση στην Ελλάδα ανταποκρίνεται σε μικρό βαθμό στις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας, ενώ παράλληλα σχεδόν τέσσερις στους δέκα CEOs δηλώνουν ότι δεν ανταποκρίνεται καθόλου στις σύγχρονες ανάγκες. Δυστυχώς μόλις το 4% θεωρεί ότι η εκπαίδευση καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας.

Κοινή παραδοχή των μελών της ΕΑΣΕ είναι ότι για να πάει μπροστά η χώρα θα πρέπει να αλλάξει ριζικά ο τρόπος που αντιμετωπίζεται η επιχειρηματικότητα. «Χρειάζεται μείωση των εργοδοτικών εισφορών, ριζική αλλαγή του ασφαλιστικού συστήματος και αναδιάρθρωση του δημοσίου τομέα. Τεράστιο πρόβλημα παραμένουν τα κόκκινα δάνεια, “αγκάθι” που ακόμη δεν έχει λυθεί και που έχει ως αποτέλεσμα το να μην μπορούν οι τράπεζες να αιμοδοτήσουν την οικονομία», κατέληξαν.

Σημειώνεται ότι η ΕΑΣΕ ιδρύθηκε πριν από 33 χρόνια και σήμερα αριθμεί 500 μέλη, ανώτατα στελέχη επιχειρήσεων (Διευθύνοντες Συμβούλους και Γενικούς Διευθυντές), οι οποίοι αντιπροσωπεύουν εταιρίες και οργανισμούς με πάνω από 150.000 εργαζομένους και έχουν συνολικό κύκλο εργασιών που ξεπερνά τα 51 δις ευρώ.

Σχετικά άρθρα