Από τα κρατικά ελλείμματα έως την έκρηξη του AI: Γιατί «βουλιάζουν» τα 30ετή ομόλογα

Από τα κρατικά ελλείμματα έως την έκρηξη του AI: Γιατί «βουλιάζουν» τα 30ετή ομόλογα
Photo: Shutterstock
Οι επενδυτές δεν αναρωτιούνται πλέον μόνο πότε θα μειωθούν ή θα αυξηθούν ξανά τα επιτόκια...

Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών τίτλων κινούνται σε υψηλά δεκαετιών, καθώς ελλείμματα, πληθωρισμός, επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και υποχώρηση των παραδοσιακών αγοραστών αλλάζουν τους κανόνες της αγοράς χρέους.

Οι επενδυτές δεν αναρωτιούνται πλέον μόνο πότε θα μειωθούν ή θα αυξηθούν ξανά τα επιτόκια. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πόση απόδοση πρέπει να απαιτήσουν για να δανείσουν μια κυβέρνηση για τρεις ολόκληρες δεκαετίες, σε ένα περιβάλλον επίμονων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, γεωπολιτικών αναταράξεων και τεράστιων χρηματοδοτικών αναγκών.

Η απάντηση αποτυπώνεται στο παγκόσμιο sell-off των ομολόγων μεγάλης διάρκειας. Οι τιμές τους υποχωρούν και οι αποδόσεις –οι οποίες κινούνται αντίστροφα– ανεβαίνουν σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν εδώ και πολλά χρόνια.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η απόδοση του 30ετούς κρατικού ομολόγου έφθασε στο 5,32%, κοντά στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο δεκαετιών. Στη Γαλλία το αντίστοιχο κόστος δανεισμού κινείται σε υψηλά από το 2008, στη Γερμανία από το 2011, ενώ στη Βρετανία πλησιάζει το 6%. Ακόμη και στην Ιαπωνία, όπου τα επιτόκια παρέμεναν εξαιρετικά χαμηλά επί δεκαετίες, οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις βρίσκονται κοντά σε ιστορικά υψηλά.

Η άνοδος επιταχύνθηκε μετά τη νέα ένταση στη Μέση Ανατολή και την αύξηση των τιμών της ενέργειας. Την Τρίτη, το αμερικανικό 30ετές άγγιξε το 5,321%, καθώς η λήξη της προσωρινής εκεχειρίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αναζωπύρωσε τους φόβους για τον πληθωρισμό και την ενεργειακή προσφορά.

Το νέο «ασφάλιστρο» της 30ετίας

Η απόδοση ενός μακροπρόθεσμου ομολόγου δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις επόμενες αποφάσεις μιας κεντρικής τράπεζας. Περιλαμβάνει και το λεγόμενο ασφάλιστρο διάρκειας: την πρόσθετη αποζημίωση που ζητούν οι επενδυτές για να δεσμεύσουν τα χρήματά τους για πολλά χρόνια, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο πληθωρισμού, δημοσιονομικών ανατροπών και μεταβολών στη ζήτηση.

Αυτό το ασφάλιστρο βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της ανατιμολόγησης. Οι μακροπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες δεν έχουν εκτοξευθεί στις περισσότερες μεγάλες οικονομίες. Έχει αυξηθεί, όμως, η αβεβαιότητα για το πραγματικό κόστος διακράτησης κρατικού χρέους επί 20 ή 30 χρόνια.

Οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να χρειάζονται μεγάλα ποσά για άμυνα, κοινωνικές δαπάνες, ενεργειακές υποδομές και εξυπηρέτηση υφιστάμενων υποχρεώσεων. Παράλληλα, η μεγαλύτερη γεωπολιτική και εμπορική αβεβαιότητα αυξάνει την πιθανότητα νέων διαταραχών στην προσφορά και επίμονων ανατιμήσεων.

Για τους επενδυτές, επομένως, η αγορά ενός 30ετούς τίτλου δεν αποτελεί απλώς πρόβλεψη για την πορεία των επιτοκίων. Είναι στοίχημα για τη δημοσιονομική και νομισματική αξιοπιστία μιας χώρας έως τα μέσα της δεκαετίας του 2050.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Οι ΗΠΑ στο κέντρο της πίεσης

Η αμερικανική αγορά βρίσκεται στο επίκεντρο, λόγω του μεγέθους της και του ρόλου των κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ ως παγκόσμιου σημείου αναφοράς.

Η απόδοση του 30ετούς Treasury έχει αυξηθεί σχεδόν κατά 40 μονάδες βάσης από τα τέλη Ιουνίου. Σε πρόσφατη δημοπρασία, το αμερικανικό Δημόσιο δανείστηκε για 30 χρόνια με το υψηλότερο κόστος από το 2001, καθώς οι επενδυτές ζήτησαν απόδοση 5,22%, σύμφωνα με τους Financial Times

Η εξέλιξη δημιουργεί πολιτικό και οικονομικό πονοκέφαλο για τον Ντόναλντ Τραμπ και τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ. Οι υψηλότερες αποδόσεις δεν επιβαρύνουν μόνο τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Σταδιακά περνούν στα στεγαστικά, στα επιχειρηματικά δάνεια και στο συνολικό κόστος χρηματοδότησης της οικονομίας.

Η πίεση δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ. Η μέση απόδοση ενός διεθνούς χαρτοφυλακίου κρατικών ομολόγων επενδυτικής βαθμίδας έχει πλησιάσει το 4,5%, στο υψηλότερο επίπεδο των σχετικών στοιχείων του Bloomberg από το 2015.

Οι κυβερνήσεις μεταφέρουν το χρέος στις μικρότερες διάρκειες

Μπροστά στο αυξημένο κόστος, αρκετά υπουργεία Οικονομικών προσπαθούν να περιορίσουν τις εκδόσεις πολύ μακροπρόθεσμων τίτλων και να αντλήσουν περισσότερα κεφάλαια από έντοκα γραμμάτια ή ομόλογα μικρότερης διάρκειας.

Η στρατηγική μειώνει το άμεσο επιτοκιακό κόστος, αλλά δημιουργεί διαφορετικό κίνδυνο: το χρέος πρέπει να αναχρηματοδοτείται συχνότερα. Εάν τα επιτόκια παραμείνουν υψηλά ή αυξηθούν περαιτέρω, ο μελλοντικός λογαριασμός μπορεί να γίνει ακόμη μεγαλύτερος.

Όπως επισημαίνει ο Κρις Ίγκο της AXA IM Core, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το επίπεδο στο οποίο οι μακροπρόθεσμοι τίτλοι θα γίνουν αρκετά ελκυστικοί ώστε να επιστρέψουν μαζικά οι αγοραστές. Μια σημαντική επιδείνωση της οικονομίας ή ένα εξωτερικό σοκ θα μπορούσε να αλλάξει την εικόνα, στρέφοντας ξανά τους επενδυτές προς την ασφάλεια των κρατικών ομολόγων.

Πώς η τεχνητή νοημοσύνη πιέζει και τα κρατικά ομόλογα

Στην ήδη αυξημένη προσφορά κρατικού χρέους προστίθεται ένας νέος ανταγωνιστής: οι τεχνολογικοί κολοσσοί που αναζητούν κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.

Data centers, προηγμένα chips, ενεργειακές εγκαταστάσεις και δίκτυα απαιτούν επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων. Amazon, Meta, Oracle και Alphabet έχουν αυξήσει σημαντικά τις εκδόσεις εταιρικών ομολόγων, διεκδικώντας κεφάλαια από την ίδια επενδυτική δεξαμενή στην οποία απευθύνονται και οι κυβερνήσεις.

Η Alphabet, για παράδειγμα, προχώρησε σε μεγάλη έκδοση έως 25 δισ. δολαρίων στις ΗΠΑ και εξετάζει την πρώτη έκδοση ομολόγων της σε δολάρια Αυστραλίας. Συνολικά, οι μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες είχαν αντλήσει περίπου 194 δισ. δολάρια από τις αγορές ομολόγων έως τις αρχές Ιουλίου, ποσό αυξημένο κατά 79% σε ετήσια βάση. Reuters

Όσο περισσότερα εταιρικά ομόλογα προσφέρονται, τόσο μεγαλύτερη απόδοση πρέπει να δίνουν οι κρατικοί τίτλοι για να παραμένουν ανταγωνιστικοί. Η τεχνητή νοημοσύνη, επομένως, δεν πιέζει την αγορά χρέους μόνο μέσω των προσδοκιών για ανάπτυξη ή παραγωγικότητα, αλλά και μέσω της τεράστιας ζήτησης κεφαλαίων που δημιουργεί.

Εξαφανίζονται οι «σίγουροι» αγοραστές

Η αυξημένη προσφορά συναντά ταυτόχρονα μια βαθιά αλλαγή στη βάση των επενδυτών.

Για δεκαετίες, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και άλλοι θεσμικοί οργανισμοί αγόραζαν μακροπρόθεσμα ομόλογα σχεδόν ανεξάρτητα από τις βραχυπρόθεσμες κινήσεις των τιμών, επειδή έπρεπε να αντιστοιχίσουν τις επενδύσεις τους με υποχρεώσεις πολλών δεκαετιών.

Η σταδιακή υποχώρηση των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων καθορισμένων παροχών και η στροφή περισσότερων κεφαλαίων προς τις μετοχές περιορίζουν αυτή τη σταθερή ζήτηση. Οι κυβερνήσεις εξαρτώνται έτσι περισσότερο από ιδιώτες επενδυτές, οι οποίοι είναι πολύ πιο ευαίσθητοι στην τιμή και απαιτούν μεγαλύτερη απόδοση.

Τα πρακτικά της συνεδρίασης της Fed τον Ιούνιο επιβεβαιώνουν ότι η πορεία των αποδόσεων επηρεάζεται πλέον σημαντικά από την άνοδο του ασφαλίστρου διάρκειας και όχι μόνο από τις προβλέψεις για το βασικό επιτόκιο.

Σύμφωνα με τον Ανσούλ Πραντάν της Barclays, η μεταβολή στη σύνθεση των αγοραστών μπορεί να εξηγήσει περίπου 90 μονάδες βάσης από το ασφάλιστρο διάρκειας του αμερικανικού 30ετούς ομολόγου.

Η Ιαπωνία παύει να λειτουργεί ως «άγκυρα»

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αλλαγή στην Ιαπωνία. Οι εξαιρετικά χαμηλές ιαπωνικές αποδόσεις λειτουργούσαν επί χρόνια ως άγκυρα για το παγκόσμιο κόστος χρήματος, ωθώντας ιαπωνικά κεφάλαια προς τις αγορές ομολόγων του εξωτερικού.

Η σταδιακή υποχώρηση της Τράπεζας της Ιαπωνίας από τις μαζικές αγορές τίτλων, οι αυξημένες κρατικές δαπάνες και οι πληθωριστικές πιέσεις ανεβάζουν πλέον τις εγχώριες αποδόσεις. Αυτό μπορεί να καταστήσει τα ιαπωνικά ομόλογα πιο ελκυστικά για τους τοπικούς επενδυτές και να περιορίσει τις τοποθετήσεις τους σε αμερικανικό και ευρωπαϊκό χρέος.

Η εξέλιξη αυξάνει τον κίνδυνο μιας ευρύτερης ανατιμολόγησης στο μακροπρόθεσμο τμήμα της διεθνούς αγοράς.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: