Απώλειες στις διεθνείς αγορές – Η χειρότερη επίδοση από το 2008 για τις βρετανικές μετοχές

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Παρέμβαση του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών σε μία προσπάθεια να τονώσει την εμπιστοσύνη στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Πτώση σημείωσαν σήμερα οι βρετανικές μετοχές καθώς οι διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές κατέγραψαν απώλειες ύστερα από δημοσιεύματα ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ συζήτησε κατ’ ιδίαν το ενδεχόμενο αποπομπής του επικεφαλής της αμερικανικής ομοσπονδιακής τράπεζας και ύστερα από τη μερική αναστολή της λειτουργίας των ομοσπονδιακών υπηρεσιών στις ΗΠΑ.

Ο δείκτης FTSE 100 σημείωσε πτώση 0,5% ενώ ο δείκτης των εταιριών μεσαίας κεφαλαιοποίησης υποχώρησε κατά 0,8%.

Η αδυναμία του δολαρίου επηρέασε αρνητικά εταιρίες με έντονη διεθνή παρουσία, με αποτέλεσμα να αποτελούν το μεγαλύτερο βαρίδι για τον γενικό δείκτη του βρετανικού χρηματιστηρίου. Η μετοχή της HSBC υποχώρησε 1,1% ενώ η GlaxoSmithKline σημείωσε πτώση 1%.

Οι βρετανικοί χρηματιστηριακοί δείκτες οδεύουν προς τη χειρότερη ετήσια επίδοσή τους από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, καθώς οι επενδυτές πουλούν μετοχές εν μέσω ανησυχιών για το Brexit, της επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας, της βουτιάς των τιμών πετρελαίου και της εμπορικής διαμάχης μεταξύ της Ουάσινγκτον και του Πεκίνου.

Το χρηματιστήριο στο Παρίσι κατέγραψε πτώση 1,45% κλείνοντας στις 4.626,39 μονάδες.

Καθησυχαστική παρέμβαση του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ

Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Στίβεν Μνούτσιν είχε χθες τηλεφωνική επικοινωνία με τους επικεφαλής των έξι μεγαλύτερων αμερικανικών τραπεζών σε μια προσπάθεια να τονώσει την εμπιστοσύνη στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα εν μέσω αναταραχής στην αγορά, σημειώνει το δίκτυο CNBC.

«Όλες οι τράπεζες επιβεβαίωσαν ότι είναι διαθέσιμη άφθονη ρευστότητα για δανεισμό προς τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις», ανέφερε ανακοίνωση του υπουργείου. Ο Μνούτσιν μίλησε με τους επικεφαλής των J.P. Morgan Chase, Bank of America, Goldman Sachs, Morgan Stanley, Wells Fargo και Citigroup.

«Συνεχίζουμε να βλέπουμε ισχυρή οικονομική ανάπτυξη στην αμερικανική οικονομία και εύρωστη δραστηριότητα από τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις», ανέφερε ο Μνούτσιν στην ανακοίνωση.