Callista Crafts: Οι ελληνικές τσάντες που φορούν οι Αμερικάνοι

Η άνοδος των online πωλήσεων, η επέκταση στο εξωτερικό και τα σχέδια για τη δημιουργία σειράς ρούχων.

Συχνά ακούμε managers που βρίσκονται στο τιμόνι ισχυρών brands να λένε ότι η επιτυχία και η διαχρονική πορεία των προϊόντων τους οφείλεται στο γεγονός ότι εξακολουθούν να καλύπτουν βασικές ανάγκες των καταναλωτών. Όσο ποιοτικό και αν είναι ένα αγαθό, όσο επιθετικό marketing και αν ασκήσει η διοίκηση, όταν αυτό παύσει να ικανοποιεί στο μέγιστο βαθμό τον χρήστη του, τότε σημαίνει ότι έχει έρθει η ώρα να αποσυρθεί και να δώσει χώρο στους ανταγωνιστές τους.

Άλλωστε ο καταναλωτής του 21ου αιώνα είναι πιο απαιτητικός, πιο «ψαγμένος» και έχει στα χέρια του τα κατάλληλα εργαλεία για να εντοπίσει αυτό που είναι value for money για την τσέπη του. Ακόμη και όταν πρόκειται για luxury brands, θα επιλέξει εκείνο το προϊόν που συνδυάζει ποιότητα και ανθεκτικότητα, πολλώ δε μάλλον όταν στην εξίσωση περιλαμβάνεται και η μεταβλητή του στυλ.

Μια τέτοια περίπτωση είναι οι χειροποίητες δερμάτινες τσάντες Callista Crafts, ένα ελληνικό brand που γεννήθηκε το 2013 μέσα στην κρίση από τις Ελένη Αγιοστρατίτη και τη Βασιλική Σιγαλού, και πλέον έχει αποκτήσει φανατικό κοινό σε Ελλάδα και εξωτερικό. Ήδη έχει παρουσία σε οχτώ χώρες διεθνώς και 41 σημεία πώλησης, με την πιο δυνατή αγορά να θεωρείται η Αμερική (Νέα Υόρκη, Σικάγο, Μαϊάμι) ενώ μεγάλη ζήτηση καταγράφεται και από την αγορά της Ελβετίας.

Στόχος της διοίκησης είναι να ενισχύσει περαιτέρω την παρουσία της στην Αμερικάνικη Ήπειρο, η οποία αντιπροσωπεύει και το 1/5 του συνολικού τζίρου, αλλά και να διεισδύσει σε συγκεκριμένα καταστήματα της Αγγλίας και της Γαλλίας.

Εντυπωσιακό είναι δε το γεγονός ότι, ενώ δεν πρόκειται για ένα βασικό αγαθό, αλλά για ένα προϊόν πολυτελείας, οι πωλήσεις στο e-shop εν μέσω καραντίνας αυξήθηκαν από 16% σε 22%, ποσοστό το οποίο επιβεβαιώνει ότι ένα γυναικείο αξεσουάρ είναι ικανό να συμβάλει στην τόνωση της αυτοπεποίθησης του χρήστη του.

Στο προϊοντικό χαρτοφυλάκιο της Callista Crafts περιλαμβάνονται, εκτός από τις τσάντες με τον χαρακτηριστικό κόμπο μακραμέ που θεωρείται σήμα κατατεθέν, τσαντάκια, πορτοφόλια, πορτ-κλε, αλλά και σανδάλια, όλα κατασκευασμένα στο χέρι από ιταλικό δέρμα, το οποίο αξιοποιούν και επεξεργάζονται Ελληνίδες τεχνίτριες.

Οι τιμές για μια τσάντα Callista Crafts ξεκινούν από 500 ευρώ και μπορούν να αγγίξουν έως και τα 1800 ευρώ, αναλόγως του σχεδίου και του μεγέθους, ενώ να σημειωθεί ότι για την παρασκευή τους απαιτείται πλέξιμο τεσσάρων ωρών.

Όπως ανέφεραν οι ιδιοκτήτριες του brand που θεωρείται πρεσβευτής της ελληνικής επιχειρηματικότητας στον χώρο της μόδας διεθνώς, η ανάπτυξη της εταιρείας, η οποία απαριθμεί σήμερα 50 εργαζόμενους και διαθέτει ένα flagship store επί της οδού Βουκουρεστίου, ένα e-shop, και ένα ισχυρό δίκτυο χονδρικής σε όλη τη χώρα, οφείλεται στην καλά μελετημένη στρατηγική που ακολούθησε.

«Μάθαμε να λέμε πολλά όχι και επιλέξαμε συγκρατημένη επικοινωνιακή πολιτική. Η ιδέα της Callista Crafts ξεκίνησε από την ανάγκη μας να δημιουργήσουμε μια τσάντα που θα είναι βολική για εμάς τις ίδιες και θα χαρακτηρίζεται για το στυλ της» ανέφεραν.

Βασική ώθηση στο επιχειρηματικό εγχείρημα έδωσε ο επιχειρηματίας Καίσαρης, ο οποίος ήταν ο πρώτος που τοποθέτησε τις τσάντες στο κατάστημά του στη Μύκονο. Οι τσάντες έγιναν ανάρπαστες, άρχισε να καταγράφεται ζήτηση και το brand βρήκε την πορεία του προσδιορίζοντας τη θέση του στην ελληνική αγορά.

Να σημειωθεί ότι το 2019 ο τζίρος έκλεισε λίγο κάτω από τα 2 εκατομμύρια ευρώ υποβοηθούμενος σημαντικά απόν τον τουρισμό. Στα άμεσα σχέδια της διοίκησης είναι η διείσδυση σε νέες αγορές, η δημιουργία σειράς ρούχων που θα φέρει τη υπογραφή της Callista Crafts, η υιοθέτηση ενός καθετοποιημένου μοντέλου παραγωγής, όπως επίσης και o  τριπλασιασμός των μεγεθών της σε επίπεδο τριετίας.

Τα προϊόντα Callista Crafts, εκτός από την ομώνυμη μπουτίκ στην οδό Βουκουρεστίου, μπορεί να τα βρει κανείς στα Αttica Πολυκαταστήματα στην Αθήνα, στα Angel’s στη Γλυφάδα αλλά και στην Πάρο, στο Grand Resort Lagonisi, στα Hydora σε Σπέτσες και Σύρο, στα Kessaris σε Αθήνα και Μύκονο.