Ελληνικές τράπεζες: Ανθεκτικότητα, κέρδη και περιθώριο ανόδου «βλέπει» η Eurobank Equities
- 15/04/2026, 13:30
- SHARE
- Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν ισχυρά θεμελιώδη παρά την επιφυλακτικότητα της αγοράς
- Τιμές στόχοι αυξημένες για όλες τις συστημικές και Optima Bank
- Κορυφαία επιλογή η Τράπεζα Πειραιώς, αμυντική η Τράπεζα Κύπρου
Η εικόνα του ελληνικού τραπεζικού κλάδου το 2026 αποτυπώνει μια σαφή αντίφαση: ενώ τα θεμελιώδη μεγέθη ενισχύονται, η αγορά εξακολουθεί να αποτιμά τις τράπεζες με επιφυλακτικότητα, κυρίως λόγω γεωπολιτικού ρίσκου. Σύμφωνα με ανάλυση της Eurobank Equities και του Ανδρέα Σουβλερού, το περιθώριο ανόδου παραμένει σημαντικό, ακόμη και μετά το πρόσφατο ράλι.
Οι νέες τιμές στόχοι αναθεωρούνται ανοδικά για το σύνολο του κλάδου: για την Alpha Bank στα 4,50 ευρώ, για την Εθνική Τράπεζα στα 17,45 ευρώ, για την Τράπεζα Πειραιώς στα 10,30 ευρώ, για την Optima Bank στα 11,20 ευρώ και για την Τράπεζα Κύπρου στα 11,10 ευρώ, με αναβαθμίσεις σύστασης σε «buy» για Alpha Bank και Optima Bank.
Η Τράπεζα Πειραιώς ξεχωρίζει ως κορυφαία επιλογή, λόγω ισχυρής αύξησης κερδών και σημαντικού περιθωρίου ανατιμολόγησης, ενώ η Τράπεζα Κύπρου χαρακτηρίζεται ως πιο αμυντική επιλογή, χάρη στις υψηλές διανομές κεφαλαίου.
Σημείο καμπής αποτέλεσε το τέταρτο τρίμηνο του 2025, όταν τα καθαρά έσοδα από τόκους σταθεροποιήθηκαν και η πίεση στα περιθώρια υποχώρησε. Η δυναμική αυτή στηρίζεται στην ισχυρή πιστωτική επέκταση άνω του 10%, στην ενίσχυση των προμηθειών –που πλέον αντιστοιχούν στο 24% των εσόδων– και στην πειθαρχία κόστους, με δείκτη κόστους προς έσοδα στο 36%.
Παράλληλα, η ποιότητα ενεργητικού βελτιώνεται, με τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα κοντά στο 2,5%, ενώ το κόστος κινδύνου παραμένει ελεγχόμενο, επιτρέποντας αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων κοντά στο 15%.
Η ορατότητα για την επόμενη τριετία παραμένει υψηλή. Η πιστωτική επέκταση εκτιμάται στο 7% ετησίως, τα καθαρά έσοδα από τόκους στο 6% και τα έσοδα από προμήθειες σε μεσαίο έως υψηλό μονοψήφιο ρυθμό. Το αποτέλεσμα είναι αύξηση κερδών ανά μετοχή περίπου 7% ετησίως έως το 2028.
Καθοριστικός παράγοντας αποτελεί η δομή της ελληνικής οικονομίας, με έμφαση στον επιχειρηματικό δανεισμό και στις επενδύσεις μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, που ενισχύουν τη ζήτηση και περιορίζουν την ευαισθησία σε βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις.
Το βασικό ρίσκο εντοπίζεται στο ενεργειακό περιβάλλον και όχι στον ίδιο τον τραπεζικό κλάδο. Ακόμη και σε δυσμενές σενάριο, η επίπτωση στην κερδοφορία εκτιμάται περιορισμένη, με μικρή μόνο υποχώρηση των αποδόσεων ιδίων κεφαλαίων.
Παρά τη βελτίωση των θεμελιωδών, οι αποτιμήσεις παραμένουν ελκυστικές. Ο κλάδος διαπραγματεύεται περίπου στις 9 φορές τα κέρδη του 2026 και στο 1,4 φορές τα ενσώματα ίδια κεφάλαια, με discount άνω του 20% έναντι των τραπεζών της Νότιας Ευρώπης.
Ταυτόχρονα, οι αποδόσεις προς τους μετόχους κυμαίνονται μεταξύ 7% και 10%, ενισχύοντας το επενδυτικό προφίλ του κλάδου. Η αγορά φαίνεται να απομακρύνεται σταδιακά από τα ακραία stress σενάρια, χωρίς όμως να έχει ενσωματώσει πλήρως το βασικό σενάριο.