Το ελληνικό κρασί που «μέθυσε» το εξωτερικό

Το οινοποιείο Μυλωνάς διακρίθηκε στο Ιnternational Wine Competition.

«Οίνος ευφραίνει καρδίαν» έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι και δεν είχαν άδικο. Το κρασί, αυτό το θείο δώρο που από την αρχαιότητα λατρεύτηκε όσο κανένα άλλο ποτό και συνδέθηκε με λατρευτικές εορτές και θυσίες, ακόμα και σήμερα νοείται ως πολύτιμο δώρο και η αξία του αλλάζει σε καθημερινή βάση αφού διαπραγματεύεται, σε ξεχωριστή χρηματιστηριακή αγορά οίνου.

Όσο πιο παλιό τόσο μεγαλύτερη η αξία του και πιο πλούσια η γεύση του. Τα μυστικά του τρόπου παραγωγής παραμένουν ίδια με εκείνα της αρχαιότητας κάποιες συνήθειες όμως έχουν αλλάξει. Οι Αρχαίοι Έλληνες έπιναν το κρασί πάντα αναμειγνύοντας το με νερό, σε αναλογία συνήθως 1:3, οποιοσδήποτε άλλος τρόπος πόσης ισοδυναμούσε με βαρβαρότητα και επιτρεπόταν μόνο σε αρρώστους ή ταξιδιώτες. Σήμερα καταναλώνεται στην καθαρή του μορφή και ικανοποιεί και τον πιο δύσπιστο ουρανίσκο.

Στην Ελλάδα το κρασί θεωρείται εθνικό προϊόν μαζί με το λάδι και τη φέτα και ο αριθμός των οινοποιείων ακολουθεί ανοδική πορεία. Εκτός από τους βασικούς παίκτες στην αγορά κρασιού υπάρχουν και μικρότερου μεγέθους οινοποιεία, τα οποία παράγουν οινοποιήματα και αξίζουν την προσοχή μας. Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι και η μικροοινοποιία Μυλωνάς, η οποία μετρά σχεδόν έναν αιώνα ζωής. Τρεις γενεές ανθρώπων αφιέρωσαν τη ζωή τους στην παραγωγή κρασιού και δεν διαψεύστηκαν με το πέρασμα του χρόνου.

«Οινοποιία Συμεωνίδη»: παράδοση πάππου προς πάππου

Το 1917 η οικογένεια Μυλωνά ασχολείται με την αμπελοκαλλιέργεια και την οινοποίηση σε μια εποχή που στην περιοχή της Αττικής η κύρια ενασχόληση του τοπικού πληθυσμού ήταν η γεωργία και η κτηνοτροφία. Την εποχή εκείνη ο παππούς Μυλωνάς ξεκίνησε να καλλιεργεί τα αμπέλια του και να παράγει μικρές ποσότητες κρασιού και γλεύκους το οποία αποτελούσαν την μοναδική πηγή εισοδήματος για να ζήσει την οικογένειά του. Την σκυτάλη παρέλαβε στην συνέχεια ο γιος του Δημήτρης, ο οποίος συνέχισε την παράδοση αυτή δημιουργώντας ένα μικρό και σύγχρονο για τα δεδομένα της εποχής οινοποιείο ενώ παράλληλα μεγάλωσε τον αμπελώνα φυτεύοντας αρκετά περισσότερα στρέμματα αμπέλου.

Το οινοποιείο παράγει στους αμπελώνες του στην Αττική, σε 120 στρέμματα, κρασιά από τις ποικιλίες Σαββατιανό, Μαλαγουσιά, Ασύρτικο, Αγιωργίτικο, Μανδηλαριά, Merlot και Cabernet Sauvignon. Παράλληλα υπάρχει συνεργασία σε μόνιμη βάση με κάποιους αμπελουργούς στην Αττική από τους οποίους και αγοράζουν κάθε χρόνο τα σταφύλια που εκείνοι παράγουν. Το σύγχρονο οινοποιείο διαθέτει μια δυναμικότητα της τάξεως των 150 τόνων ετησίως και εμφιαλώνει περίπου 30.000 φιάλες.

Συνεχιστές της παράδοσης είναι οι τρεις γιοι του Δημήτρη για τους οποίους το κρασί δεν είναι επιχείρηση αλλά οικογενειακή υπόθεση. Τα δύο αδέρφια ο Αντώνης και ο Σταμάτης χημικοί στο επάγγελμα με ειδίκευση στην οινολογία και επιβλέπουν το κομμάτι της παραγωγικής διαδικασίας ενώ ο τρίτος αδερφός ασχολείται με την διοίκηση και τα οικονομικά.

Διαβάστε ακόμη: Το ταξίδι ενός σαπουνιού από την Κρήτη μέχρι τη Ρωσία

Πρόσφατα η μικροοινοποιία Μυλωνάς κέρδισε το ασημένιο μετάλλιο στο διαγωνισμού του Βερολίνου INTERNATIONAL WINE COMPETITION 2013 με το SAVATIANO 2012 και είναι ένα ακόμη βραβείο που προστίθεται στη συλλογή. Αιχμή του δόρατος είναι αυτή τη στιγμή το «Σαββατιανό», Λευκός Ξηρός Οίνος, που καταγράφει και τη μεγαλύτερη ζήτηση. Το 2013 φέρνει καλά μαντάτα για την οικογένεια Μυλωνά, αφού όπως μας λέει και ο Αντώνης, ένας εκ των τριών αδερφών που διοικούν την επιχείρηση, «συγκριτικά με την προηγούμενη χρονιά ο τζίρος κινήθηκε ανοδικά κατά 15% περίπου».

Ηνωμένο Βασίλειο, Βέλγιο, Γερμανία, Ολλανδία, Μαλαισία, Νέα Ζηλανδία και Ηνωμένες Πολιτείες πίνουν αυτή τη στιγμή στην υγειά τους και χώρες όπως η Κίνα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία δεν θα αργήσουν και πολύ να πέσουν στα δίχτυα τους. «Η διαφορετικότητα του Ελληνικού κρασιού είναι το μεγάλο του προτέρημα. Ας πιστέψουμε στον εαυτό μας και στις ποικιλίες μας, διότι εκεί βρίσκεται το μέλλον του Ελληνικού κρασιού». Αυτός είναι ο τρόπος σκέψης του Αντώνη και αυτός θα έπρεπε να είναι κατά βάση ο τρόπος σκέψης των Ελλήνων σ’ όποιον κλάδο και αν δραστηριοποιούνται.

Διαβάστε επίσης: To ελληνικό ελαιόλαδο πάει Χρηματιστήριο