Από εκατομμυριούχος, άστεγος

REUTERS

Η άλλη πλευρά της ζωής ενός 39χρονου επιτυχημένου επιχειρηματία.

Από παλιά, ο Αρίφ Μίρζα είχε βάλει στόχο να παρατήσει τη δουλειά με το που θα πατούσε τα 40. Σήμερα, στα 39, μπορεί κάλλιστα να το κάνει!

Παιδί μίας μικροαστικής οικογένειας Πακιστανών μεταναστών στον Καναδά, που σπούδασε δουλεύοντας ως λατζέρης, ο νεαρός Καναδο-πακιστανός κατάφερε να γίνει ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας, κυρίως στο χώρο του διαδικτύου. Η προσωπική του περιουσία ήδη αποτιμάται σε εκατομμύρια δολάρια.

Εδώ και τρία χρόνια, έχει μετεγκαταστήσει την έδρα του στο Ντουμπάι, απ’ όπου διευθύνει τις επιχειρήσεις του σε συνολικά έξι χώρες. Συχνά -πυκνά, ο Αρίφ παραδίδει σε στελέχη επιχειρήσεων σεμινάρια καθοδήγησης, υποστήριξης και κινητοποίησης, κατά το γνωστό life coaching.

Εσχάτως, όμως, αποφάσισε να αφιερώσει τον ελεύθερο χρόνο του σε ένα νέο στόχο. Με πηγή έμπνευσης τις τραγικές ιστορίες οικονομικών μεταναστών στη νέα του πατρίδα, αποφάσισε να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ, καταγράφοντας τις άθλιες συνθήκες κάτω από τις οποίες οι άνθρωποι αυτοί δίνουν καθημερινό αγώνα για την επιβίωσή τους.

Έτσι, στις 6 του περασμένου Μάη, άφησε την οικογένειά του και το υπερπολυτελές διαμέρισμά τους στο Μπουρτζ Χαλίφα -το ψηλότερο κτίριο στον κόσμο- για να ζήσει επί 33 ημέρες ακριβώς όπως ένας μετανάστης στο Ντουμπάι. Μοιράστηκε το ίδιο δωμάτιο με άλλους 12 άνδρες, όλοι αλλοδαποί και ανειδίκευτοι εργάτες, που μετά βίας έβγαζαν 1.000 Ντιρχάμ -λίγο περισσότερο από 207 ευρώ- τον μήνα.

«Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν με πολύ λιγότερα από αυτά τα χρήματα, τα μισά από τα οποία στέλνουν στις οικογένειές τους, πίσω στις πατρίδες τους», εξιστορεί ο Αρίφ στο περιοδικό The National των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.

«Πολλοί δεν ήθελαν να μιλήσουν μπροστά στην κάμερα, γιατί φοβούνταν ότι οι αρχές είτε θα τους συνελάμβαναν είτε θα τους απέλαυναν», λέει για το ντοκιμαντέρ του, για το οποίο επέλεξε τον δεικτικό τίτλο «Δρόμοι από χρυσάφι».

Ο ίδιος επέζησε πουλώντας κι αγοράζοντας χρησιμοποιημένα υλικά ή δουλεύοντας πότε ως οικοδόμος και πότε ως ελαιοχρωματιστής, πολλές φορές για περισσότερες από 12 ώρες την ημέρα, κάτω από αντίξοες συνθήκες.

Όπως πολλοί οικονομικοί μετανάστες, έτσι και αυτός έπεσε -αν και εκούσια στην περίπτωσή του- θύμα εκμετάλλευσης των εργοδοτών του. Αυτό που τον κράτησε ψυχολογικά, εξιστορεί, ήταν η υποστήριξη των εξαθλιωμένων συναδέλφων του. «Ήταν εξαιρετικά ευγενικοί και εμψυχωτικοί», περιγράφει.

Όσο γι’ αυτό το μάθημα που πήρε από τη ζωή και τη σκληρή πραγματικότητα στο Ντουμπάι; «Σίγουρα με έκανε πιο δυνατό. Δεν παίρνω πια τίποτε στη ζωή ως δεδομένο».

Σήμερα, λέει, διατηρεί επαφή με πολλούς από τους ανθρώπους που γνώρισε εκείνες τις 33 ημέρες. Έχει ενισχύσει τη φιλανθρωπική του δράση και σύντομα σκοπεύει να βγάλει στην αγορά μια νέα εφαρμογή για κινητά τηλέφωνα, που ονομάζει Mobile Aid («Κινητή βοήθεια»), μέσω της οποίας οι χρήστες θα μπορούν να κάνουν δωρεές που θα απευθύνονται σε ανθρώπους που πραγματικά το έχουν ανάγκη.

Με αυτά και με άλλα, ο Αρίφ σκέφτεται να μην συνταξιοδοτηθεί. Τουλάχιστον όχι ακόμη…