Γιατί η Ελλάδα «κολλάει» στην παραγωγικότητα: Το πρόβλημα των μικρών επιχειρήσεων και των επενδύσεων

Γιατί η Ελλάδα «κολλάει» στην παραγωγικότητα: Το πρόβλημα των μικρών επιχειρήσεων και των επενδύσεων
Στιγμιότυπα απο το κέντρο της Αθήνας. Πέμπτη 10 Μαρτίου 2022 (ΑΡΓΥΡΩ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ / EUROKINISSI) Photo: Eurokinissi
Η ελληνική οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται ταχύτερα από πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όμως πίσω από τους θετικούς ρυθμούς κρύβεται ένα βαθύ διαρθρωτικό πρόβλημα.
  • Ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος χαρακτήρισε την παραγωγικότητα «εθνικό θέμα» και προειδοποίησε ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί να στηρίζεται πλέον μόνο στην αύξηση της απασχόλησης.
  • Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα βρίσκεται μόλις στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
  • Ο πρόεδρος του ΣΕΒ υποστήριξε ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει πλέον έλλειψη εργαζομένων και όχι ανεργία, με περίπου 90.000 κενές θέσεις μόνο στη βιομηχανία.
  • Κεντρικές προκλήσεις θεωρούνται οι χαμηλές επενδύσεις, το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων και η αργή προσαρμογή της Ευρώπης στον διεθνή ανταγωνισμό.

Την παραγωγικότητα ως τον πιο κρίσιμο παράγοντα για τη βιωσιμότητα της ελληνικής ανάπτυξης ανέδειξε ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος, κατά την παρουσίαση μελέτης του ΙΟΒΕ για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Όπως τόνισε, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά σε επενδύσεις και κεφάλαιο ανά εργαζόμενο, γεγονός που περιορίζει την ανταγωνιστικότητα και τη δυνατότητα ουσιαστικής σύγκλισης με την Ευρώπη.

«Το ζήτημα της παραγωγικότητας δεν αφορά ένα κόμμα. Είναι εθνικό θέμα», ανέφερε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι το απόθεμα επενδεδυμένου κεφαλαίου ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ανάπτυξη δεν μπορεί πλέον να βασίζεται μόνο στην αύξηση της απασχόλησης, καθώς το βασικό πρόβλημα της χώρας μετατοπίζεται από την ανεργία στην έλλειψη διαθέσιμου εργατικού δυναμικού.

Ο πρόεδρος του ΣΕΒ εκτίμησε ότι μόνο στη βιομηχανία υπάρχουν περίπου 90.000 κενές θέσεις εργασίας, υπογραμμίζοντας ότι οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό για νέες επενδύσεις και παραγωγικές μονάδες. Ως βασικές λύσεις ανέφερε τον επαναπατρισμό Ελλήνων που έφυγαν στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια της κρίσης, την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας και μια πιο οργανωμένη μεταναστευτική πολιτική.

Παράλληλα, συνέδεσε το ελληνικό πρόβλημα με τη συνολική απώλεια ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας. Όπως είπε, η Ε.Ε. παραμένει μια «δυσκίνητη μηχανή» που δυσκολεύεται να προσαρμοστεί γρήγορα στις νέες συνθήκες, ενώ εξέφρασε ανησυχία για το κατά πόσο η Ευρώπη θα μπορέσει να διατηρήσει το κοινωνικό της μοντέλο τα επόμενα χρόνια.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στην τεχνητή νοημοσύνη, την οποία χαρακτήρισε πιθανό «καταλύτη» για τη μείωση της απόστασης από τις ισχυρές οικονομίες. Όπως υποστήριξε, η αξιοποίηση της AI και του ψηφιακού μετασχηματισμού μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός παραγωγικότητας, αρκεί να υπάρξουν επενδύσεις και μεγαλύτερη επιχειρηματική κλίμακα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το πρόβλημα των μικρών επιχειρήσεων

Σύμφωνα με τον Σπύρο Θεοδωρόπουλο, η ελληνική οικονομία παραμένει εγκλωβισμένη στο μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων, γεγονός που περιορίζει την πρόσβαση σε κεφάλαια, τεχνολογία και επενδύσεις.

Στην Ελλάδα λειτουργούν μόλις 657 επιχειρήσεις με περισσότερους από 250 εργαζομένους, ενώ οι μικρές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να επενδύσουν σε τεχνητή νοημοσύνη, ψηφιακά εργαλεία και νέες τεχνολογίες. Όπως σημείωσε, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις είναι εκείνες που μπορούν να στηρίξουν υψηλότερους μισθούς και μεγαλύτερη παραγωγικότητα.

Στο ίδιο πλαίσιο, άσκησε κριτική στο πλαφόν στα περιθώρια κέρδους, υποστηρίζοντας ότι τέτοιου είδους μέτρα δεν λύνουν μακροπρόθεσμα το πρόβλημα της ακρίβειας και πιέζουν υπερβολικά επιχειρήσεις με ήδη χαμηλά περιθώρια καθαρού κέρδους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τα συμπεράσματα της μελέτης του ΙΟΒΕ

Η μελέτη του ΙΟΒΕ επιβεβαιώνει ότι η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρό διαρθρωτικό έλλειμμα παραγωγικότητας. Το 2024, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο αντιστοιχεί μόλις στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ ανά ώρα εργασίας στο 43%.

Παρά την αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 22% την περίοδο 2000-2024, η ενίσχυση αυτή προήλθε κυρίως από την αύξηση της απασχόλησης και όχι από ουσιαστική βελτίωση της παραγωγικότητας. Ωστόσο, το μοντέλο αυτό φαίνεται πλέον να εξαντλεί τα όριά του, καθώς η ανεργία μειώνεται και οι δημογραφικές πιέσεις εντείνονται.

Η μελέτη δείχνει επίσης ότι οι πιο παραγωγικοί κλάδοι — όπως οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, η βιομηχανία και οι τεχνολογίες πληροφορικής — απασχολούν σχετικά μικρό μέρος του εργατικού δυναμικού, ενώ οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη απασχόληση, όπως το εμπόριο και η εστίαση, εμφανίζουν χαμηλότερη παραγωγικότητα.

Κρίσιμος παράγοντας θεωρείται το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων και κεφαλαίου ανά εργαζόμενο, το οποίο στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι από 1,3 έως και 5,7 φορές υψηλότερο σε σχέση με την Ελλάδα, ανάλογα με τον κλάδο.

Η σύνοψη της μελέτης είναι διαθέσιμη εδώ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: