Γ. Καββαθάς (ΓΣΕΒΕΕ): «Μόλις το 4% των ΜμΕ έχει πρόσβαση σε χρηματοδότηση στις συστημικές τράπεζες»

Ο Δημόσιος Τομέας, η Εθνική Αρχή Διαφάνειας και οι προκλήσεις για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Στο ερώτημα του αν ο Δημόσιος Τομέας αποτελεί αρωγό ή τροχοπέδη για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις προσπάθησαν να απαντήσουν η Εθνική Αρχή Διαφάνειας και το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας μέσα από ημερίδα που διοργάνωσαν.

Ως κυρίαρχο κομμάτι της ελληνικής οικονομίας χαρακτήρισε τον Δημόσιο Τομέα ο Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Άδωνις Γεωργιάδης, τονίζοντας ότι οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να αποφύγουν τη συνεργασία και την βοήθεια του.

«Από την αρχή όταν ανέλαβα τα καθήκοντά μου είχα πει ότι στόχος μου είναι να μετατραπεί η Ελλάδα στην πιο φιλική για επενδύσεις χώρα στην Ευρώπη. Τα τελευταία δύο χρόνια οι μεταρρυθμίσεις που έχουν γίνει έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στο να αλλάξει η εικόνα της χώρα παγκοσμίως προς το καλύτερο. Προσωπικά δεσμεύομαι για τη βελτίωση της υφιστάμενης νομοθεσίας, ώστε να γίνει πιο εύκολη η λειτουργία των επιχειρήσεων και να υπάρξει απλοποίηση διαδικασιών, διαφάνεια, ξεκάθαροι ρόλοι μεταξύ Κράτους και ιδιωτών και να δημιουργηθούν παράλληλα οι προϋποθέσεις ανάπτυξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων» δήλωσε ο κ. Γεωργιάδης.

Μηδενική ανοχή σε φαινόμενα απάτης

Από την πλευρά του ο Πρόεδρος της Εθνικής Αρχής Δαφάνειας, κ. Άγγελος Μπίνης παραδέχτηκε πως η ισορροπία μεταξύ ελέγχων, λογοδοσίας, διαφάνειας, καθώς και της μείωσης των υφιστάμενων διοικητικών βαρών είναι μία δύσκολη εξίσωση.

«Η πανδημία οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι έσπευσε την ψηφιοποίηση των διαδικασιών. Δουλεύουμε προς την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών, επιχειρήσεων και δημοσίου τομέα. Την τελευταία δεκαετία οι εταιρείες κατέβαλλαν τεράστια προσπάθεια προκειμένου να επιβιώσουν, να παράξουν πλούτο και να αυξήσουν τις θέσεις εργασίας. Θα υπάρχει μηδενική ανοχή σε φαινόμενα απάτης και κακοδιαχείρισης. Εάν είναι δύσκολη η επαφή με το Δημόσιο θα μπορούν οι επιχειρήσεις να απευθύνονται στους συνεκτικούς οργανισμούς και μέσα από το κανάλι καταγγελιών και αναφορών που έχουμε δημιουργήσει να καταθέτουν, ακόμη και ανώνυμα, το πρόβλημα τους κι εμείς θα είμαστε σύμμαχος απέναντι στα προσκόμματα των δημόσιων αρχών» κατέληξε.

1 στις 4 επιχειρήσεις έχει μηδενικά ταμειακά διαθέσιμα

Επί του θέματος τοποθετήθηκε και ο Πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γιώργος Καββαθάς υπογραμμίζοντας πως είναι μεγάλο το διοικητικό και οικονομικό βάρος που πέφτει αυτή τη στιγμή στις επιχειρήσεις. Όπως είπε στην μετά-covid19 εποχή δημιουργούνται νέα δεδομένα και προκλήσεις για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και εκείνες πρέπει να προσαρμοστούν άμεσα εάν θέλουν να επιβιώσουν.

«Η πανδημία ήταν από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες που περάσαμε σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην Ελλάδα συνέβη τη στιγμή που οικονομία ανέκαμπτε από την δεκαετή χρηματοπιστωτική κρίση. Μικρές επιχειρήσεις και αυτοαπασχολούμενοι βρέθηκαν σε δυσμενή θέση. Μία στις δύο επιχειρήσεις έχουν μία ληξιπρόθεσμη οφειλή, ενώ 1 στις 5 επιχειρήσεις έχουν πολλαπλές ληξιπρόθεσμες οφειλές. Πιθανές επενδύσεις αξιοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας και 1 στις 4 επιχειρήσεις έχει μηδενικά ταμειακά διαθέσιμα» ανέφερε χαρακτηριστικά προσθέτοντας την αναγκαιότητα διεύρυνσης των μέτρων στήριξης.

«Η ρύθμιση των 36 έως 72 δόσεων που ανακοίνωσε η κυβέρνηση απέχει πολύ από την πρόταση της ΓΣΕΒΕΕ για κούρεμα χρέους κατά 50% που δημιουργήθηκε μέσα στην κρίση. Να σημειωθεί δε ότι το διάστημα αυτό παρατηρήθηκε μεταβολή των καταναλωτικών συμπεριφορών και υπερσυγκέντρωση στον κλάδο του λιανεμπορίου. Ωστόσο, κατέστη σαφές ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός είναι βασική προϋπόθεση για την επιβίωση των εταιρειών».

Σύμφωνα με τον κ. Καββαθά θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη μέριμνα στον ψηφιακό μετασχηματισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που αποτελούν το 99,6% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα και που απασχολούν το 80% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα. Δυστυχώς, όπως ανέφερε, τα στοιχεία παραμένουν απογοητευτικά αφού μόλις 1 στις 8 επιχειρήσεις μπορεί να θεωρηθεί ψηφιακά ώριμη με το ψηφιακό χάσμα να διευρύνεται διαρκώς.

«Απαιτούνται Δράσεις που να ενισχύουν τις επενδύσεις σε τεχνολογικό εξοπλισμό και στην πρόσληψη ανθρώπινου δυναμικού διότι αυτή τη στιγμή υπάρχει τεράστια έλλειψη χρηματοδότησης και είναι πολύ ψηλό το κόστος αγοράς και συντήρησης των εξοπλισμών. Ενδεικτικά αναφέρω ότι μόλις το 4% έχει πρόσβαση σε χρηματοδότηση στις συστημικές τράπεζες, δηλαδή μόλις 30.000 από τις 830.000 επιχειρήσεις! Το 85% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων έχουν χρηματοδοτηθεί με ίδια κεφάλαια και δυστυχώς το Ταμείο Ανάκαμψης δεν περιλαμβάνει επαρκώς τη στήριξη της ψηφιακής προσαρμογής».

Οι προκλήσεις για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Το μικρό μέγεθος, η περιορισμένη εξωστρέφεια και η χαμηλή παραγωγικότητα, καθιστούν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις μη ανταγωνιστικές και με περιορισμένα περιθώρια επίτευξης οικονομιών κλίμακας με στόχο την περαιτέρω ανάπτυξη. Έτσι αποτύπωσε την σημερινή εικόνα ο Αναστάσης Ιωσηφίδης, Εταίρος και Επικεφαλής Τμήματος Συμβούλων Εταιρικής Στρατηγικής και Συναλλαγών της EY Ελλάδος.

«Μόλις το 2,5% των επιχειρήσεων διατηρούν εξαγωγική δραστηριότητα με μόλις 265 να εξάγουν το 50% του συνόλου. Την ίδια ώρα, στο 40% διαμορφώνεται η παραγωγικότητα των πολύ μικρών επιχειρήσεων συγκριτικά με την ΕΕ, όπου οι μικρές αγγίζουν το  65% και οι μεσαίες το 75%» είπε χαρακτηριστικά.

Όσο για τις  προκλήσεις που θα αντιμετωπίσουν από εδώ και στο εξής οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν ως εξής:

  • Η μειωμένη ζήτηση και η διατάραξη στην εφοδιαστική αλυσίδα λόγω covid19 επιταχύνει την ανάγκη για οργανική μεγέθυνση με ανάπτυξη του εξαγωγικού προσανατολισμού
  • Η έλλειψη ρευστότητας καθιστά τον έγκαιρο και ορθό ταμειακό προγραμματισμό ιδιαίτερα σημαντικό εργαλείο για την ομαλή συνέχιση της δραστηριότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
  • Ο μετασχηματισμός που απαιτείται σε καινούργια ψηφιακά μοντέλα λειτουργίας θα αλλάξει τις προτεραιότητες για επενδύσεις στο άμεσο μέλλον
  • Συγχωνεύσεις, εξαγορές και συνεργασίες, κρίνονται απαραίτητες για την επιβίωση στην μετά-COVID 19 εποχή

Τέλος, ιδιαίτερη μνεία έγινε στη στροφή που πρέπει να γίνει σε επενδύσεις πράσινης ανάπτυξης, στην υιοθέτηση και εφαρμογή των κριτηρίων ESG, αλλά και στον επιχειρησιακό μετασχηματισμό.