Γιατί οι νέοι Έλληνες δεν μπορούν να φύγουν από το πατρικό τους
- 21/08/2026, 11:40
- SHARE
- Η Ελλάδα έχει το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης νέων στον ΟΟΣΑ, παρά τη θεαματική βελτίωση μετά την κρίση.
- Οι νέοι αποχωρούν από το πατρικό σπίτι στα 30,9 έτη, σχεδόν πέντε χρόνια αργότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
- Η στεγαστική κρίση δεν αντιμετωπίζεται μόνο με φθηνότερα δάνεια: ο ΟΟΣΑ ζητά περισσότερες κοινωνικές και προσιτές κατοικίες.
Στην Ελλάδα, η ενηλικίωση δεν ολοκληρώνεται πλέον όταν ένας νέος τελειώνει τις σπουδές του ή βρίσκει την πρώτη του δουλειά. Ολοκληρώνεται, κατά μέσο όρο, λίγο πριν κλείσει τα 31 — όταν καταφέρει τελικά να εγκαταλείψει το παιδικό του δωμάτιο.
Η μέση ηλικία αποχώρησης από το πατρικό σπίτι έχει φθάσει τα 30,9 έτη, έναντι 26,2 ετών στις ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ. Πίσω από αυτή τη διαφορά των σχεδόν πέντε ετών δεν βρίσκεται μόνο μια οικογενειακή ή πολιτισμική συνήθεια.
Βρίσκεται ένας οικονομικός μηχανισμός που καθυστερεί ολόκληρη τη μετάβαση προς την ανεξαρτησία: λιγότερες ευκαιρίες απασχόλησης, χαμηλότεροι μισθοί, εποχικές θέσεις εργασίας, δυσκολία σύνδεσης των σπουδών με την αγορά και ένα κόστος κατοικίας δυσανάλογο προς το εισόδημα.
Αυτή είναι η κεντρική εικόνα της νέας, 105 σελίδων έκθεσης του ΟΟΣΑ με τίτλο «Challenges for Young People in Greece to Reach Financial Independence». Ο Οργανισμός αναγνωρίζει ότι η κατάσταση έχει βελτιωθεί θεαματικά μετά την κρίση, αλλά επισημαίνει ότι οι νέοι στην Ελλάδα εξακολουθούν να υστερούν έναντι των συνομηλίκων τους στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες.
Από το 48,7% της ανεργίας στο 36% της απασχόλησης
Η αφετηρία της σύγκρισης είναι αναμφίβολα θετική.
Το ποσοστό απασχόλησης των νέων ηλικίας 15-29 ετών αυξήθηκε από μόλις 26% το 2013 σε 36% το 2025. Την ίδια περίοδο, η ανεργία υποχώρησε από το πρωτοφανές 48,7% στο 16,5%.
Η βελτίωση είναι σημαντική, αλλά δεν ήταν αρκετή για να καλύψει την απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη. Το ποσοστό απασχόλησης των νέων διαμορφώνεται στο 50% στην ΕΕ και στο 55% στον ΟΟΣΑ.
Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι στη δεύτερη χαμηλότερη θέση μεταξύ των χωρών του Οργανισμού, πάνω μόνο από την Ιταλία.
Το πρόβλημα δεν είναι, επομένως, απλώς ότι η ανάκαμψη δεν δημιούργησε θέσεις εργασίας. Είναι ότι η χώρα ξεκίνησε από εξαιρετικά χαμηλή βάση και η πρόοδος δεν επαρκεί για να εξασφαλίσει στους νέους μια σταθερή είσοδο στην οικονομική ζωή.
Λίγες part-time θέσεις, αλλά συχνά χωρίς επιλογή
Μόλις το 12% των νέων εργαζομένων στην Ελλάδα απασχολείται με καθεστώς μερικής εργασίας, ποσοστό περίπου μισό από τον μέσο όρο της ΕΕ και του ΟΟΣΑ.
Εκ πρώτης όψεως, αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί θετική ένδειξη, καθώς η πλήρης απασχόληση προσφέρει συνήθως υψηλότερο και σταθερότερο εισόδημα.
Η εικόνα αλλάζει, όμως, όταν εξετάζεται κατά πόσο το part-time αποτελεί προσωπική επιλογή. Σχεδόν οι μισοί νέοι που εργάζονται με μειωμένο ωράριο δηλώνουν ότι θα προτιμούσαν μια θέση πλήρους απασχόλησης. Η Ελλάδα καταγράφει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό ακούσιας μερικής εργασίας στους νέους μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και οι περιορισμένες part-time θέσεις συχνά δεν λειτουργούν ως ευέλικτη επιλογή που συνδυάζεται με σπουδές ή άλλες δραστηριότητες. Αποτελούν λύση ανάγκης επειδή δεν υπάρχει διαθέσιμη εργασία πλήρους ωραρίου.
Η γενιά της εστίασης και του τουρισμού
Η δομή της νεανικής απασχόλησης έχει επίσης αλλάξει ριζικά.
Οι νέοι έχουν απομακρυνθεί από τις κατασκευές και άλλους παραδοσιακούς κλάδους και συγκεντρώνονται όλο και περισσότερο στο εμπόριο, στις μεταφορές, στην εστίαση και στη φιλοξενία.
Το 2023, οι συγκεκριμένοι τομείς αντιπροσώπευαν το 55% της συνολικής απασχόλησης των νέων στην Ελλάδα. Στην ΕΕ και στον ΟΟΣΑ, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 37%.
Η μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό δημιουργεί θέσεις εργασίας, αλλά ταυτόχρονα μεταφέρει την εποχικότητα στο εισόδημα των νέων. Ένας εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται εντατικά για μερικούς μήνες και στη συνέχεια να μένει χωρίς σταθερό εισόδημα για μεγάλο μέρος του έτους.
Το μοντέλο αυτό περιορίζει τη δυνατότητα αποταμίευσης, δυσκολεύει την έγκριση ενός στεγαστικού δανείου και κάνει ακόμη και την υπογραφή ενός μακροχρόνιου μισθωτηρίου πιο επισφαλή.
Μισθοί 40% χαμηλότεροι από την Ευρώπη
Ακόμη και όταν ένας νέος βρει σταθερή εργασία, ο μισθός του συχνά δεν επαρκεί για να στηρίξει μια ανεξάρτητη ζωή.
Οι εργαζόμενοι κάτω των 30 ετών στην Ελλάδα έχουν, κατά μέσο όρο, αποδοχές περίπου 40% χαμηλότερες από τους συνομηλίκους τους στις ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ, ακόμη και όταν η σύγκριση γίνεται με όρους αγοραστικής δύναμης.
Το εύρημα είναι κρίσιμο, επειδή λαμβάνει υπόψη τις διαφορές στο κόστος ζωής. Δεν σημαίνει απλώς ότι οι ονομαστικοί μισθοί είναι χαμηλότεροι από εκείνους στη Γερμανία ή στην Ολλανδία. Σημαίνει ότι η πραγματική δυνατότητα αγοράς αγαθών και υπηρεσιών παραμένει σημαντικά περιορισμένη.
Η αγορά εργασίας έχει ανακάμψει γρηγορότερα από τις αμοιβές. Έτσι δημιουργείται μια γενιά που μπορεί να εργάζεται κανονικά, αλλά να μην μπορεί να καλύψει μόνη της το κόστος ενός σπιτιού.
Το πτυχίο δεν εγγυάται την είσοδο στην αγορά
Η μετάβαση από την εκπαίδευση στην εργασία παραμένει ένα από τα πιο αδύναμα σημεία της ελληνικής οικονομίας.
Μόλις το 4% των νέων συνδυάζει σπουδές και εργασία, έναντι 14% στον ΟΟΣΑ. Αυτό περιορίζει τη δυνατότητα απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας πριν από την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης.
Ταυτόχρονα, λιγότεροι από τους μισούς 15χρονους φοιτούσαν το 2022 σε σχολεία που προσέφεραν επαγγελματικό προσανατολισμό. Στον ΟΟΣΑ το αντίστοιχο ποσοστό έφθανε το 82%.
Η επαγγελματική εκπαίδευση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα ποιότητας, κοινωνικής αποδοχής και σύνδεσης με τις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων. Οι χαμηλότερες επιδόσεις στις αξιολογήσεις PISA και PIAAC συμπληρώνουν την εικόνα μιας χώρας που δεν μετατρέπει πάντα τα χρόνια εκπαίδευσης σε δεξιότητες που ζητά η αγορά.
Το ελληνικό παράδοξο των NEETs
Το 15,6% των νέων 15-29 ετών βρίσκεται εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης — ανήκει δηλαδή στην κατηγορία NEET. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 12,9%, ενώ ο ευρωπαϊκός στόχος έχει τεθεί στο 9%.
Η Ελλάδα παρουσιάζει και μια ασυνήθιστη αντιστροφή. Σε αντίθεση με την τάση που καταγράφεται στις περισσότερες χώρες του Οργανισμού, οι νέοι υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να βρεθούν εκτός εργασίας και εκπαίδευσης από όσους διαθέτουν χαμηλότερα προσόντα.
Το φαινόμενο αποτυπώνει την αναντιστοιχία μεταξύ των σπουδών που επιλέγονται και των θέσεων που δημιουργούνται στην ελληνική οικονομία. Το πτυχίο μπορεί να βελτιώνει τις μακροπρόθεσμες προοπτικές, δεν εγγυάται όμως γρήγορη ή ομαλή είσοδο στην αγορά.
Επιχειρηματικότητα από ανάγκη
Η αυτοαπασχόληση αποτελεί μια εναλλακτική διέξοδο. Το 11% των νέων 20-29 ετών στην Ελλάδα εργάζεται ως αυτοαπασχολούμενο, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στον ΟΟΣΑ.
Η αριθμητική αυτή επίδοση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η χώρα διαθέτει ισχυρότερο οικοσύστημα νεοφυών επιχειρήσεων.
Πολλοί νέοι δηλώνουν ότι ξεκίνησαν δική τους δραστηριότητα επειδή δεν μπορούσαν να βρουν άλλη εργασία και όχι επειδή εντόπισαν μια επιχειρηματική ευκαιρία. Η επιχειρηματικότητα λειτουργεί, επομένως, συχνότερα ως μηχανισμός αυτοαπασχόλησης και λιγότερο ως διαδρομή δημιουργίας μιας αναπτυσσόμενης επιχείρησης.
Ο ΟΟΣΑ προτείνει καλύτερο συνδυασμό χρηματοδότησης, συμβουλευτικής υποστήριξης, πρόσβασης σε πρότυπα επιχειρηματιών και κεφάλαια πρώιμου σταδίου, ώστε η διάθεση για επιχειρηματικότητα να μετατρέπεται σε βιώσιμες εταιρείες.
Η στέγη απορροφά πάνω από το 60% του εισοδήματος
Οι δυσκολίες στην αγορά εργασίας συναντούν στη συνέχεια την ελληνική στεγαστική κρίση.
Ένας νέος ηλικίας 18-29 ετών δαπανά κατά μέσο όρο πάνω από το 60% του εισοδήματός του για τις ανάγκες στέγασης. Το ποσοστό είναι σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στα αστικά κέντρα, σχεδόν οκτώ στους δέκα νέους διαθέτουν περισσότερο από το 40% του καθαρού εισοδήματός τους για τη στέγη και θεωρούνται υπερβολικά επιβαρυμένοι.
Η πίεση δεν αποτυπώνεται μόνο στο ποσοστό του μισθού που καταναλώνει το ενοίκιο. Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό νέων στην ΕΕ που καθυστερούν να πληρώσουν το ενοίκιο ή τη δόση του στεγαστικού τους δανείου: 18,9%, έναντι μόλις 4,7% κατά μέσο όρο στην Ευρώπη.
Ακόμη και οι νέοι που έχουν αποχωρήσει από το πατρικό συχνά αναγκάζονται να ζουν σε υπερπλήρεις κατοικίες ή σε σπίτια με προβλήματα υγρασίας και μούχλας. Το υψηλό κόστος δεν συνοδεύεται, δηλαδή, απαραίτητα από καλύτερη ποιότητα κατοικίας.
Τρεις στους τέσσερις μένουν με τους γονείς τους
Ο συνδυασμός χαμηλών εισοδημάτων και ακριβής στέγης εξηγεί γιατί το 74% των νέων ηλικίας 20-29 ετών εξακολουθεί να κατοικεί με τους γονείς του.
Υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται μόνο στη Νότια Κορέα, την Ιταλία, την Ισπανία και τη Σλοβακία. Η Ελλάδα βρίσκεται, επομένως, ανάμεσα στις χώρες όπου η στεγαστική ανεξαρτησία καθυστερεί περισσότερο.
Η ανασφάλεια ξεκινά πριν ακόμη γίνει η πρώτη προσπάθεια αποχώρησης. Περίπου επτά στους δέκα νέους 18-24 ετών ανησυχούν ότι δεν θα μπορέσουν τα επόμενα ένα ή δύο χρόνια να βρουν ή να διατηρήσουν μια κατάλληλη κατοικία.
Η παραμονή στο πατρικό δεν είναι, συνεπώς, μόνο αποτέλεσμα οικογενειακής εγγύτητας. Για μεγάλη μερίδα των νέων αποτελεί τη μόνη οικονομικά βιώσιμη λύση.
Γιατί δεν υπάρχουν αρκετά προσιτά σπίτια
Ο ΟΟΣΑ εντοπίζει ένα σύνολο προβλημάτων που συσσωρεύτηκαν επί περισσότερο από μία δεκαετία:
- Η κατασκευή νέων κατοικιών κατέρρευσε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.
- Μεγάλο μέρος του υφιστάμενου αποθέματος είναι παλιό και χρειάζεται ανακαίνιση.
- Οι προσιτές κατοικίες είναι περιορισμένες στις περιοχές όπου υπάρχει μεγάλη ζήτηση εργασίας.
- Οι νέοι έχουν μικρές αποταμιεύσεις, περιορισμένο πιστωτικό ιστορικό και συχνά ασταθή απασχόληση, γεγονός που δυσκολεύει την πρόσβαση σε στεγαστικό δάνειο.
- Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις και η επενδυτική ζήτηση αυξάνουν την πίεση στα μεγάλα αστικά κέντρα και στους τουριστικούς προορισμούς.
Παρά τη μείωση του συνολικού πληθυσμού, ο αριθμός των νοικοκυριών αυξάνεται, δημιουργώντας πρόσθετη ζήτηση για μικρότερες κατοικίες. Την ίδια στιγμή, η προσφορά κοινωνικής στέγης είναι πρακτικά ανύπαρκτη μετά την κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας το 2012.
Στις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, οι κοινωνικές κατοικίες αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 7%-8% του συνολικού αποθέματος. Η Ελλάδα δεν διαθέτει αντίστοιχο μόνιμο μηχανισμό.
Η ιδιοκατοίκηση που δεν πέρασε στη νέα γενιά
Η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλό συνολικό ποσοστό ιδιοκατοίκησης, αλλά αυτή η περιουσία είναι συγκεντρωμένη κυρίως στις μεγαλύτερες ηλικίες.
Στα τελευταία συγκρίσιμα στοιχεία, μόλις τρεις στους δέκα νέους 16-34 ετών ήταν ιδιοκτήτες της κατοικίας τους. Στην ηλικιακή ομάδα 35-64 ετών, το ποσοστό πλησίαζε το 70%.
Το χάσμα ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο μεταξύ 18 ευρωπαϊκών χωρών. Η ελληνική ιδιοκατοίκηση δεν εξαφανίστηκε· απλώς δεν αναπαράγεται με τον ίδιο τρόπο στις νεότερες γενιές.
Η απόκτηση κατοικίας εξαρτάται όλο και περισσότερο από τη δυνατότητα οικονομικής στήριξης ή μεταβίβασης περιουσίας από την οικογένεια. Αυτό δημιουργεί μια νέα μορφή ανισότητας ανάμεσα στους νέους που μπορούν να στηριχθούν σε γονική περιουσία και σε όσους πρέπει να ξεκινήσουν χωρίς αντίστοιχη βοήθεια.
Τα προγράμματα που βρίσκονται σε εξέλιξη
Ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζει ότι η ελληνική στεγαστική πολιτική έχει διευρυνθεί τα τελευταία χρόνια.
Στον πρώτο κύκλο του «Σπίτι μου» εγκρίθηκαν περισσότερες από 8.900 αιτήσεις. Το «Σπίτι μου ΙΙ», με προϋπολογισμό 2 δισ. ευρώ, έχει ξεπεράσει τις 15.000 εγκρίσεις και στοχεύει να υποστηρίξει συνολικά περίπου 20.000 δικαιούχους.
Τα φθηνότερα στεγαστικά δάνεια μπορούν να βοηθήσουν νέους που διαθέτουν επαρκές εισόδημα και μπορούν να καλύψουν την απαιτούμενη ίδια συμμετοχή. Δεν αποτελούν, όμως, λύση για τους χαμηλόμισθους, όσους εργάζονται εποχικά ή όσους δεν έχουν πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό.
Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος τα προγράμματα που αυξάνουν τη ζήτηση χωρίς αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς να μεταφέρονται εν μέρει στις τιμές των διαθέσιμων κατοικιών. Για τον λόγο αυτό, ο ΟΟΣΑ δίνει μεγαλύτερο βάρος στις παρεμβάσεις που δημιουργούν νέο απόθεμα προσιτής στέγης.
Η κοινωνική αντιπαροχή και οι 2.300 κατοικίες
Μέσω της κοινωνικής αντιπαροχής, ιδιώτες επενδυτές θα μπορούν να αξιοποιούν δημόσια γη και ακίνητα για την κατασκευή κατοικιών. Τουλάχιστον το 30% των νέων διαμερισμάτων προβλέπεται να παραμένει υπό δημόσιο έλεγχο και να διατίθεται ως κοινωνική ή οικονομικά προσιτή κατοικία.
Στην πρώτη φάση σχεδιάζεται η δημιουργία περίπου 2.300 κατοικιών, μεταξύ άλλων σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πάτρα.
Κρίσιμες λεπτομέρειες δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί: ποιοι θα είναι οι δικαιούχοι, πώς θα καθορίζεται το ενοίκιο και με ποιον μηχανισμό θα κατανέμονται τα σπίτια.
Παράλληλα, πρόγραμμα ανακαίνισης προϋπολογισμού 400 εκατ. ευρώ προβλέπει την επαναφορά στην αγορά 15.000 έως 20.000 ακινήτων. Η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από το εάν τα σπίτια θα παραμείνουν διαθέσιμα για μακροχρόνια και πραγματικά προσιτή μίσθωση.
Η τεράστια τρύπα στη φοιτητική στέγη
Το στεγαστικό έλλειμμα αρχίζει ήδη από τα φοιτητικά χρόνια. Περίπου 450.000 φοιτητές εκτιμάται ότι μπορεί να χρειάζονται κατοικία, ενώ οι δωρεάν θέσεις στις φοιτητικές εστίες δεν ξεπερνούν τις 13.000.
Μέσω συμπράξεων με ιδιώτες σχεδιάζονται περίπου 10.000 νέες κλίνες έως το 2027-2028, με επενδύσεις άνω των 650 εκατ. ευρώ. Ακόμη και μετά την ολοκλήρωσή τους, όμως, η απόσταση μεταξύ προσφοράς και δυνητικής ζήτησης θα παραμείνει τεράστια.
Η αδυναμία εξασφάλισης φοιτητικής κατοικίας περιορίζει ήδη τις εκπαιδευτικές επιλογές των νέων. Για οικογένειες χαμηλότερου εισοδήματος, η εισαγωγή σε πανεπιστήμιο άλλης πόλης μπορεί να μετατραπεί σε οικονομικά μη βιώσιμη επιλογή.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- Το οικονομικό πακέτο της ΔΕΘ – Ποια μόνιμα μέτρα βρίσκονται στο τραπέζι
- «Καμπανάκι» για τον τουρισμό: Περισσότεροι επισκέπτες, σχεδόν στάσιμα έσοδα τον Ιούνιο
- Σε ισχύ το νέο Χωροταξικό για τις ΑΠΕ: Τι αλλάζει σε φωτοβολταϊκά, αιολικά και Natura
- Ποιος Έλληνας επιχειρηματίας ετοιμάζεται να αγοράσει ποσοστό ιστορικής αγγλικής ομάδας