H απίστευτη ιστορία του απατεώνα που προσπάθησε να πουλήσει δύο φορές τον Πύργο του Άιφελ

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Τι μπορούμε να μάθουμε για τις σύγχρονες χρηματοοικονομικές απάτες από τον άνθρωπο που προσπάθησε να πουλήσει τον Πύργο του Άιφελ – δύο φορές. 

του Ben Carlson

Ο Πύργος του Άιφελ είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και δημοφιλή μνημεία στον κόσμο. Εκτιμάται ότι κάθε χρόνο περισσότεροι από 6 εκατομμύρια επισκέπτες περιμένουν στην ουρά για να επισκεφθούν αυτό το πανέμορφο κτίριο-ορόσημο. Μπορεί να είναι δύσκολο να το πιστέψουμε, αλλά όταν χτίστηκε ο πύργος πολλοί γελούσαν μαζί του και υποτίθεται ότι θα έστεκε στη θέση του για 20 μόλις χρόνια προτού αποσυναρμολογηθεί.

Ο Gustave Eiffel σχεδίασε τον ομώνυμο πύργο για την Παγκόσμια Έκθεση του 1889 στο Παρίσι. Κανείς δεν είχε κατασκευάσει ποτέ πριν ένα τόσο ψηλό κτίριο, οπότε το γεγονός ότι ανεγέρθηκε σε λίγο πάνω από δύο χρόνια είναι ένα τεχνικό κατόρθωμα για την εποχή του. Διάφοροι «γνώστες» έλεγαν στον Eiffel ότι ο πύργος θα ήταν αδύνατο να οικοδομηθεί. Ο άνεμος θα καθιστούσε υπερβολικά επικίνδυνο για τους ανθρώπους να ανεβαίνουν σε τέτοια ύψη και η κυβέρνηση δεν ήταν πρόθυμη να ξοδέψει περίπου 1 εκατομμύριο δολάρια για το έργο. Η σύμβαση του Eiffel προέβλεπε ότι ο πύργος θα μπορούσε να παραμείνει στη θέση του για 20 χρόνια για να μπορέσει να αποφέρει αρκετά κέρδη – έτσι ώστε να αξίζει τον κόπο η κατασκευή του – κι ύστερα η δομή θα «λυνόταν» κομμάτι κομμάτι.

Η κατασκευή απαιτούσε απίστευτη ακρίβεια. Οι σιδερένιες πλάκες, που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του πύργου, είχαν συνολικό μήκος 70 χιλιομέτρων εάν τοποθετείτο η μία μετά την άλλη, και η συναρμολόγησή του απαιτούσε πάνω από 7 εκατομμύρια τρύπες. Το σίδερο που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του πύργου ζύγιζε πάνω από 7.000 τόνους και απαιτούσε περισσότερους από 60 τόνους βαφής. Και συμπεριλαμβανομένης της σημαίας στην κορυφή, ο Πύργος του Άιφελ έφθασε τα 300 μέτρα σε ύψος όταν τελείωσε.

Αν και ο πύργος ήταν πιο όμορφος από ό,τι οι περισσότεροι θα μπορούσαν να έχουν φανταστεί, οι επικριτές το είχαν βάλει στο στόχαστρο. Πολλοί από τους κορυφαίους καλλιτέχνες και διανοούμενους της Γαλλίας «έθαψαν» τον πύργο, αποκαλώντας τον «έναν πραγματικά τραγικό φανοστάτη» και ένα «σιδερένιο όργανο γυμναστικής, ατελές, μπερδεμένο και παραμορφωμένο». Στους Αμερικανούς και τους Βρετανούς δεν άρεσε επίσης, κυρίως επειδή ζήλευαν. Οι New York Times το χαρακτήρισαν «βδέλυγμα». Οι συντάκτες των Times του Λονδίνου αναφέρθηκαν σε αυτό ως μια «τερατώδης κατασκευή στη μέση των ευγενών δημόσιων κτιρίων του Παρισιού». Οι Αμερικανοί δεν εκτιμούσαν καθόλου το γεγονός ότι ο Πύργος του Άιφελ ξεπέρασε το Μνημείο του Ουάσινγκτον ως η ψηλότερη κατασκευή της εποχής. Μόλις ολοκληρώθηκε, ακόμη και οι πιο σκληροί επικριτές τελικά συμβιβάστηκαν με το γεγονός ότι ήταν ένα αριστούργημα, όμως η κυβέρνηση δεν ήταν ακόμα σίγουρη ότι θα κρατούσε το κτίριο στη θέση του για πάντα. Στα χρόνια που ακολούθησαν την κατασκευή, ο πύργος άρχισε να φθείρεται, ενώ η συντήρησή του κόστιζε στην πόλη μια περιουσία.

Ένας άνδρας με το όνομα Victor Lustig είδε αυτή την κατάσταση ως μια ευκαιρία για να επωφεληθεί από την αβεβαιότητα γύρω από το μέλλον αυτού του υπέροχου μνημείου. Ο Lustig αποφάσισε να πουλήσει τον Πύργο του Άιφελ στον πλειοδότη, όχι μία φορά αλλά δύο!

Ο Lustig ήταν ένας απατεώνας που είχε έως και 45 διαφορετικά ψευδώνυμα. Κανείς δεν ξέρει ποιο ήταν το πραγματικό του όνομα ή ακόμα και που γεννήθηκε. Μετά από μια σύντομη σταδιοδρομία ως τζογαδόρος, ο Lustig μετατράπηκε σε απατεώνα …πλήρους απασχόλησης αφότου έμαθε από πρώτο χέρι πώς λειτουργούσε η ανωτέρα τάξη. Οι κυριότερες απάτες του αφορούσαν την παραχάραξη χρημάτων, αλλά παρέσυρε ακόμη και τον διαβόητο γκάνγκστερ Αλ Καπόνε να του δώσει 5.000 δολάρια σε μια οικονομική απάτη που περιελάμβανε υπερβολικές υποσχέσεις για μια επενδυτική ευκαιρία που δεν υπήρχε. Αφού οι αρχές άρχισαν να τον αναζητούν στις ΗΠΑ, ο Lustig πήγε στο Παρίσι.

Όταν έφτασε, υπήρχαν πολλά δημοσιεύματα στις τοπικές εφημερίδες σχετικά με την ερειπωμένη κατάσταση του περίφημου Πύργου του Άιφελ. Η ιδέα δεν άργησε να …σφηνωθεί στο κεφάλι του Lustig. Ο ίδιος δεν δίστασε να εφεύρει έναν ψεύτικο κυβερνητικό ρόλο για τον εαυτό του, τυπώνοντας ακόμα και επαγγελματικές του κάρτες με μια επίσημη γαλλική σφραγίδα. Έως και τίτλο βρήκε για τη θέση του: «Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων». Το γραφείο του επέλεξε να το στεγάσει στο Hôtel de Crillon, ένα πέτρινο παλάτι στην πλατεία Place de la Concorde. Οι μεγαλύτεροι έμποροι σκραπ μετάλλου στην πόλη προσκλήθηκαν στο πολυτελές ξενοδοχείο για να ακούσουν μια μυστική επιχειρηματική πρόταση.

«Λόγω μηχανικών βλαβών, δαπανηρών επισκευών και πολιτικών προβλημάτων που δεν μπορώ να συζητήσω, η καταστροφή του Πύργου του Άιφελ έχει καταστεί υποχρεωτική», ενημέρωσε ο ίδιος τους προσκεκλημένους του σε μια ήσυχη αίθουσα του ξενοδοχείου. Ο Lustig έπειτα συγκλόνισε τη μικρή ομάδα μεταπωλητών μετάλλου ανακοινώνοντας ότι ο Πύργος του Άιφελ θα πωλείτο στον πλειοδότη. Πολλοί στο τραπέζι δεν το πίστευαν, αλλά ο Lustig τους διαβεβαίωσε ότι αν η κυβέρνηση ήταν σε θέση να αποκομίσει κέρδος από τη συμφωνία, αυτό θα ελαχιστοποιούσε τις διαμαρτυρίες των πολιτών. Η κατασκευή περιελάμβανε (και περιλαμβάνει ακόμα προφανώς) περισσότερους από 7.000 μετρικούς τόνους σιδήρου, μαζί με 2,5 εκατομμύρια πριτσίνια που συγκρατούν όλο αυτό το υλικό, και άρα οι dealers μετάλλου κατάλαβαν ότι θα μπορούσαν να βγάλουν μια περιουσία από τη διάλυση του κτιρίου και την πώληση των μερών του. Για να γίνει πιο πιστευτή η διαδικασία, οι προσκεκλημένοι περιηγήθηκαν στο μνημείο για να έχουν μια καλύτερη αίσθηση της κλίμακας της επιχείρησης.

Οι προσφορές έπρεπε να γίνουν το επόμενο πρωί και συνοδεύονταν από τη δέσμευση πλήρους μυστικότητας από τους εμπλεκόμενους. Ο Lustig είπε ότι δήθεν η κυβέρνηση δεν ήθελε να δημοσιοποιηθεί ούτε λέξη υπό τον φόβο της δημόσιας κατακραυγής για την καταστροφή του κτιρίου. Παρόλο που έλαβε προσφορές από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, ο Lustig είχε ήδη διαλέξει το …κορόιδο. Ο Andre Poisson ήταν σχετικά νέος στην …πιάτσα και προσπαθούσε να φτιάξει ένα καλό όνομα. Ποιος καλύτερος τρόπος να το πετύχεις αυτό από το να κερδίσεις το μεγαλύτερο έργο μετάλλου σκραπ στην ιστορία της χώρας; Λίγες μέρες αργότερα ο Lustig πληροφόρησε τον Poisson ότι η προσφορά του ύψους 250.000 φράγκων (περίπου 1 εκατομμύριο δολάρια σήμερα) ήταν η νικητήρια προσφορά. Μόλις έμαθε ότι είχε κερδίσει, ο Poisson άρχισε να γίνεται επιφυλακτικός.

Για να σφραγίσει τη συμφωνία, ο Lustig απαίτησε δωροδοκία για τη διασφάλιση της συναλλαγής. Ο Poisson υπέθετε ότι έτσι κι αλλιώς όλοι οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι στο Παρίσι θα ήταν διεφθαρμένοι, και άρα η δωροδοκία έκανε ακόμα πιο πιστευτή την ιστορία. Ο Poisson είχε ..τσιμπήσει.

Ο Lustig εξασφάλισε τα μετρητά και παρέδωσε τα δήθεν «επίσημα» χαρτιά για να ολοκληρώσει την πώληση. Μετά από μια σειρά από αποτυχημένες προσπάθειες να διεκδικήσει την κατοχή του Πύργου του Άιφελ, ο Poisson τελικά συνειδητοποίησε ότι τον είχαν κοροϊδέψει. Ο Lustig είχε ήδη εγκαταλείψει τη χώρα και περίμενε να διαβάσει στην εφημερίδα την είδηση για κάποιον που είχε προσπαθήσει να πουλήσει τον Πύργο του Άιφελ. Η είδηση, όμως, δεν υπήρξε ποτέ. Ο Lustig ήταν αρχικά μπερδεμένος, αλλά τελικά συνειδητοποίησε ότι ο Poisson ένιωθε τόσο αμήχανα που τον είχαν εκμεταλλευτεί έτσι, που δεν πήγε ποτέ να μιλήσει στις αρχές για να μη μαθευτεί η ιστορία. Έτσι, ο Lustig αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του ξανά γυρίζοντας πίσω στο Παρίσι για να προσπαθήσει να πουλήσει τον Πύργο του Άιφελ για δεύτερη φορά! Αυτή τη φορά δεν ήταν τόσο τυχερός. Ο υποψήφιος αγοραστής πήγε στην αστυνομία προτού παραδώσει τα χρήματα και ο Lustig αναγκάστηκε να φύγει ξανά από τη χώρα.

Ο Victor Lustig παρέσυρε τους ανθρώπους επειδή χειραγωγούσε και είχε ένα τεράστιο «εγώ». Όμως, καταλάβαινε και τους ανθρώπους και χρησιμοποιούσε τις ήπιες δεξιότητες της εμπιστοσύνης και της πειθούς. Μάλιστα, όντας τόσο υπερήφανος για τα δικά του κατορθώματα, ο Lustig έγραψε και μια λίστα: τις Δέκα Εντολές του Απατεώνα.

Στα νούμερα 3 και 4 της λίστας διαβάζουμε:

Περιμένετε το άλλο άτομο να αποκαλύψει τις οποιεσδήποτε πολιτικές απόψεις του, και μετά συμφωνήστε μαζί τους.

Αφήστε το άλλο άτομο να αποκαλύψει τις θρησκευτικές απόψεις του, και μετά υιοθετήστε τες.

Η εμπιστοσύνη είναι ένα τεράστιο κομμάτι της διαδικασίας πωλήσεων, διότι προτιμούμε να συνεργαζόμαστε με αξιαγάπητους και αξιόπιστους ανθρώπους. Όταν οι πρόγονοί μας βρίσκονταν σε μικρές φυλές και χωριά, οι άνθρωποι γύρω μας ήταν αυτοί που εμπιστευόμασταν περισσότερο, κι έτσι οι εγκέφαλοί μας είναι φτιαγμένοι για να νοιώθουν πιο άνετα με ανθρώπους που φαίνονται αξιόπιστοι. Δυστυχώς, αυτό είναι ένα δίκοπο μαχαίρι καθώς οι άνθρωποι που συχνά φαίνονται πιο αξιόπιστοι είναι επίσης αυτοί που έχουν την δυνατότητα να σας εκμεταλλευτούν.

Ο κόσμος των επιχειρήσεων ή οι χρηματοπιστωτικές αγορές δεν θα λειτουργούσαν ποτέ τόσο ομαλά όσο λειτουργούν εάν δεν υπήρχε ένα στοιχείο εμπιστοσύνης. Όσοι έχουν καλές διαπροσωπικές δεξιότητες και την ικανότητα να πουλάνε θα έχουν σχεδόν πάντα ένα προβάδισμα σε σχέση με τον ανταγωνισμό επειδή μπορούν να χρησιμοποιούν την πειθώ τους. Ωστόσο, αυτή η δύναμη μπορεί να χρησιμοποιηθεί όχι μόνο για καλό αλλά και για κακό.

Με άλλα λόγια, εμπιστευθείτε, αλλά πρώτα επικυρώστε.

Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο Don’t Fall for It: A Short History of Financial Scams του Ben Carlson.

Σχετικά άρθρα