Η Γερμανία θα πληρώσει δισεκατομμύρια στις εταιρείες κοινής ωφέλειας προκειμένου να επιταχύνει την κατάργηση του λιγνίτη

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η κυβέρνηση δήλωσε ότι θα υπάρξουν αξιολογήσεις το 2026 και το 2029 για να καθοριστεί εάν η Γερμανία μπορεί να εγκαταλείψει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με την καύση άνθρακα το 2035, τρία χρόνια πριν από την τελική προθεσμία.

των Geir Moulson & Frank Jordans, The Associated Press

Η Γερμανία θα πληρώσει τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας δισεκατομμύρια ευρώ για να επιταχύνει την παύση λειτουργίας των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα, στο πλαίσιο των προσπαθειών της χώρας για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, ανακοίνωσε η γερμανική κυβέρνηση την Πέμπτη.

Η συμφωνία, που επετεύχθη μετά από ολονύκτιες διαπραγματεύσεις μεταξύ των υπουργών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και εκπροσώπων τεσσάρων κρατιδίων που διαθέτουν ανθρακωρυχεία, εξαλείφει ένα βασικό εμπόδιο στο σχέδιο της Γερμανίας για περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου τις επόμενες δεκαετίες.

Ορισμένες περιφέρειες, ιδίως στις λιγότερο ευημερούσες περιοχές στα ανατολικά της χώρας, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την εξόρυξη λιγνίτη, ή καφέ άνθρακα. Μαζί με τον εισαγόμενο άνθρακα, αυτή η πρώτη ύλη τροφοδοτεί περίπου το ένα τρίτο των αναγκών ηλεκτρισμού της Γερμανίας, αλλά είναι επίσης υπεύθυνη για ένα μεγάλο μέρος των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα της χώρας.

Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Olaf Scholz δήλωσε ότι οι φορείς εκμετάλλευσης εργοστασίων ηλεκτροπαραγωγής με υψηλή κατανάλωση άνθρακα στη Δυτική Γερμανία θα λάβουν 2,6 δισ. ευρώ ως αποζημίωση για το πρώιμο κλείσιμό τους, ενώ 1,75 δισ. ευρώ θα μεταφερθούν στα εργοστάσια στα ανατολικά της χώρας. Η συγκεκριμένη αποζημίωση θα δοθεί ξεχωριστά από τα 40 δισ. ευρώ που η κυβέρνηση έχει ήδη υποσχεθεί στις περιοχές που εξαρτώνται από την εξόρυξη άνθρακα για τον μετριασμό των συνεπειών από την εγκατάλειψη του συγκεκριμένου ορυκτού καυσίμου.

Η κυβέρνηση δήλωσε ότι θα υπάρξουν αξιολογήσεις το 2026 και το 2029 για να καθοριστεί εάν η Γερμανία μπορεί να εγκαταλείψει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με την καύση άνθρακα το 2035, τρία χρόνια πριν από την τελική προθεσμία.

«Αυτό που έχουμε εδώ είναι μια καλή συμφωνία για την προστασία του κλίματος, διότι καθιστά σαφές ότι αυτό που λέμε το εννοούμε στα σοβαρά», δήλωσε ο υπουργός Οικονομίας Peter Altmaier. Ο ίδιος προσέθεσε ότι η κυβέρνηση σχεδιάζει να φέρει το σχετικό σχέδιο νόμου για ψήφιση στο κοινοβούλιο στο τέλος του μήνα.

Εντούτοις, οι περιβαλλοντικοί ακτιβιστές επέκριναν την απόφαση, σημειώνοντας ότι η συμφωνία θα ανοίξει τον δρόμο για την ενσωμάτωση στο δίκτυο ενός νέου λιγνιτικού εργοστασίου – με την επωνυμία Datteln 4 – και θα επιτρέψει την επέκταση του ορυχείου Garzweiler στη Δυτική Γερμανία, που θα οδηγήσει στην καταστροφή ενός γειτονικού δάσους.

«Τα δάση της Αυστραλίας καίγονται, εκατομμύρια άνθρωποι διαδηλώνουν για την προστασία του κλίματος, και η γερμανική κυβέρνηση ανοίγει τον δρόμο για ένα νέο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα», τονίζει προβληματισμένος ο Martin Kaiser, επικεφαλής της Greenpeace Γερμανίας. «Τίποτα δεν δείχνει σαφέστερα από το Datteln 4 ότι αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να δώσει απάντηση στην κλιματική κρίση».

«Η καγκελάριος Angela Merkel μόλις έχασε μια μεγάλη ευκαιρία να προσφέρει στις επιχειρήσεις μια αίσθηση ασφάλειας ως προς τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό τους και να στείλει ένα μήνυμα ότι η Γερμανία αντιδρά κατάλληλα στην κλιματική κρίση», δήλωσε ο Kaiser.

Η ανταπόκριση των επιχειρήσεων στη συμφωνία ήταν ανάμικτη.

Οι μετοχές των γερμανικών εταιρειών κοινής ωφέλειας E.ON και RWE, οι οποίες πρόκειται να λάβουν σημαντικές αποζημιώσεις για το κλείσιμο των λιγνιτικών εργοστασίων τους, σημείωσαν άνοδο άνω του 2% στο Χρηματιστήριο της Φρανκφούρτης την περασμένη Πέμπτη.

Ωστόσο, ο Eric Schweitzer, επικεφαλής του Συνδέσμου Γερμανικών Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων, επεσήμανε ότι ένα βασικό ερώτημα αφορά το πώς θα αντικατασταθεί στο μέλλον η ηλεκτρική ενέργεια που προέρχεται από σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα. Η κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο την παραγωγή του 65% της ηλεκτρικής ενέργειας της Γερμανίας από ανανεώσιμες πηγές μέχρι το 2030.

Η υπουργός Περιβάλλοντος Svenja Schulze αναγνώρισε ότι η Γερμανία θα χρειαστεί μια «μαζική επέκταση της παραγωγής αιολικής και ηλιακής ενέργειας» καθώς η χώρα βρίσκεται επίσης σε διαδικασία εξόδου από την ατομική ενέργεια. Ο τελευταίος πυρηνικός αντιδραστήρας θα τεθεί εκτός σύνδεσης στα τέλη του 2022.