Η καινοτομία δεν είναι πλέον πείραμα: AI, επενδύσεις και το νέο εγχειρίδιο ανάπτυξης
- 30/05/2026, 11:00
- SHARE
Σε μία περίοδο όπου η καινοτομία, οι επενδύσεις και η τεχνητή νοημοσύνη αναδιαμορφώνουν τους όρους του ανταγωνισμού, startups, επενδυτές και στελέχη επιχειρήσεων συναντήθηκαν στο side event «Scaling Innovation: VC Investments, Startups & Corporate Reinvention» του Fortune Greece Network και της Accenture Greece στο πλαίσιο του Panathēnea Festival 2026, αναζητώντας απαντήσεις για το επόμενο κεφάλαιο της ανάπτυξης και του επιχειρηματικού μετασχηματισμού.
Η εκδήλωση συγκέντρωσε εκπροσώπους του οικοσυστήματος καινοτομίας, επενδυτές, founders, στελέχη επιχειρήσεων και επαγγελματίες της τεχνολογίας, προσφέροντας ένα πεδίο ουσιαστικού διαλόγου γύρω από τις επενδυτικές τάσεις, τον επιχειρηματικό μετασχηματισμό και τις προκλήσεις που δημιουργεί η επόμενη φάση της AI.
Τον κύκλο των συζητήσεων άνοιξε η συζήτηση του Joanathan Floyd, Global lead της Accenture Ventures, με τον Τάσο Ζάχο, CEO και Editor in Chief του Fortune Greece.
Από τα πειραματικά projects στη μαζική υιοθέτηση της AI
Όπως εξήγησε ο Jonathan Floyd, μέσα σε μόλις έναν χρόνο η συζήτηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη έχει αλλάξει ριζικά. Ενώ μέχρι πρόσφατα οι περισσότερες επιχειρήσεις περιορίζονταν σε πιλοτικές εφαρμογές και δοκιμαστικά projects, σήμερα η πρόκληση βρίσκεται στην κλιμάκωση της εφαρμογής των λύσεων AI και στην ενσωμάτωσή τους στον πυρήνα της επιχειρησιακής λειτουργίας.
Οι επιχειρήσεις δεν αναζητούν πλέον απλώς εργαλεία παραγωγικότητας, αλλά ολοένα και πιο σύνθετες εφαρμογές που μπορούν να λειτουργήσουν σε πραγματικά περιβάλλοντα εργασίας, να λαμβάνουν αποφάσεις και να υποστηρίζουν κρίσιμες διαδικασίες.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Accenture Ventures λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ των startups που αναπτύσσουν νέες τεχνολογίες και των μεγάλων οργανισμών που αναζητούν λύσεις σε πραγματικές επιχειρησιακές προκλήσεις. Συγκεκριμένα, η Accenture Ventures απευθύνεται σε περισσότερες από 50.000 startups παγκοσμίως, προσφέροντάς τους στρατηγική πρόσβαση στην αγορά και διασύνδεση με πελάτες του δικτύου Fortune Global 500.
Ο Global lead της Accenture Ventures ξεχώρισε τρεις τομείς στους οποίους παράγεται σήμερα η μεγαλύτερη αξία από την τεχνητή νοημοσύνη:
- την ανάπτυξη εσόδων μέσω νέων μορφών marketing,
- την εξυπηρέτηση πελατών
- και τη διαχείριση κινδύνου, με ιδιαίτερη έμφαση στην κυβερνοασφάλεια και τη συμμόρφωση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η αναφορά του στο λεγόμενο Physical AI. Όπως σημείωσε, η τεχνητή νοημοσύνη βγαίνει πλέον από τα όρια της οθόνης και εισέρχεται δυναμικά σε φυσικά περιβάλλοντα, από τις γραμμές παραγωγής και τις αποθήκες μέχρι τις αλυσίδες εφοδιασμού και τα logistics.
Μπορεί η Ευρώπη να μετατρέψει τη ρύθμιση σε πλεονέκτημα;
Η θέση της Ευρώπης στη νέα παγκόσμια κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης αποτέλεσε ένα από τα βασικά θέματα της συζήτησης.
Την ώρα που πολλοί αντιμετωπίζουν το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο ως εμπόδιο στην καινοτομία, ο Jonathan Floyd παρουσίασε μια διαφορετική οπτική. Όπως υποστήριξε, η εμπιστοσύνη, η διαφάνεια και η διακυβέρνηση αποτελούν πλέον βασικές απαιτήσεις των επιχειρήσεων και των επενδυτών, γεγονός που μπορεί να μετατρέψει το ευρωπαϊκό μοντέλο σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Παράλληλα, εμφανίστηκε ιδιαίτερα αισιόδοξος για την προοπτική του ελληνικού οικοσυστήματος, επισημαίνοντας ότι η γεωγραφική θέση της χώρας, η ενεργειακή μετάβαση που βρίσκεται σε εξέλιξη στην ευρύτερη περιοχή και η αυξανόμενη κινητικότητα γύρω από την καινοτομία δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για την προσέλκυση νέων επενδύσεων.
Μάλιστα, χαρακτήρισε διοργανώσεις όπως το Panathēnea Festival ως σημαντικούς «κινητήριους τροχούς» για την ανάπτυξη του οικοσυστήματος, τονίζοντας ότι ακόμη και λίγες μεγάλες επιτυχίες μπορούν να λειτουργήσουν ως μαγνήτης για νέα κεφάλαια και νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες.
Η οπτική των επενδυτών: κεφάλαια υπάρχουν, χρειάζεται μεγαλύτερη φιλοδοξία
Τη σκυτάλη πήρε στη συνέχεια το πάνελ με τη συμμετοχή του Ignacio Moreno, Partner της Boost Capital, και του Δημήτρη Τσίγκου, Founder & Προέδρου της StartTech Ventures, υπό τον συντονισμό του Παύλου Ευθυμίου, Partner, Fortune Greece.
Ο Ignacio Moreno περιέγραψε μια παγκόσμια αγορά venture capital που εξακολουθεί να αναπτύσσεται, αν και μεγάλο μέρος της δραστηριότητας συγκεντρώνεται γύρω από λίγες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης που προσελκύουν τεράστιους γύρους χρηματοδότησης και αποτιμήσεις δισεκατομμυρίων.
Παρότι αναγνώρισε ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να υστερεί σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, υποστήριξε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη ταλέντου ή κεφαλαίων, αλλά η έλλειψη φιλοδοξίας.
Όπως ανέφερε, πολλοί Ευρωπαίοι founders συνεχίζουν να σχεδιάζουν επιχειρήσεις με στόχο κυρίως τις τοπικές αγορές, ενώ οι αντίστοιχοι επιχειρηματίες στις ΗΠΑ χτίζουν από την πρώτη ημέρα με ορίζοντα μια παγκόσμια αγορά.
Το θέμα αυτό επανήλθε αρκετές φορές και κατά τη διάρκεια της συζήτησης με το κοινό, όπου οι ομιλητές κλήθηκαν να σχολιάσουν τη θέση της Ευρώπης απέναντι στην άνοδο της Κίνας και της Ινδίας.
Ο Partner της Boost Capital υποστήριξε ότι οι Ευρωπαίοι συχνά υποτιμούν τις δυνατότητές τους και εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί στην παρουσίαση των ιδεών τους, σε αντίθεση με την αμερικανική κουλτούρα που επιβραβεύει τη φιλοδοξία και αντιμετωπίζει την αποτυχία ως μέρος της επιχειρηματικής διαδρομής.
Το ανθρώπινο κεφάλαιο παραμένει το μεγάλο πλεονέκτημα
Από την πλευρά του, ο Δημήτρης Τσίγκος αναγνώρισε ότι η Ευρώπη έχει χάσει έδαφος σε κρίσιμους τομείς της τεχνολογίας, ωστόσο υποστήριξε ότι εξακολουθεί να διαθέτει το σημαντικότερο στοιχείο για να ανακτήσει δυναμική: το ανθρώπινο κεφάλαιο.
Η ποιότητα ζωής, η εκπαίδευση, οι δημοκρατικοί θεσμοί και η δυνατότητα προσέλκυσης ταλέντου από ολόκληρο τον κόσμο αποτελούν, σύμφωνα με τον ίδιο, στρατηγικά πλεονεκτήματα που συχνά υποτιμώνται από τους ίδιους τους Ευρωπαίους.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης με το κοινό -που ανέδειξε εξαιρετικά ενδιαφέροντα ζητήματα και προβληματισμούς, ο Founder & Πρόεδρος της StartTech Ventures υποστήριξε ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να συμβιβαστεί με τον ρόλο ενός «υπαίθριου μουσείου» που ζει αποκλειστικά από την ιστορία και τον πολιτισμό της. Αντίθετα, οφείλει να συνεχίσει να παράγει τεχνολογία, επιχειρήσεις και καινοτομία, αξιοποιώντας τα χαρακτηριστικά που την καθιστούν ελκυστική για ταλαντούχους ανθρώπους από ολόκληρο τον κόσμο.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην ανάγκη καλλιέργειας επιχειρηματικής κουλτούρας από νεαρή ηλικία, επισημαίνοντας ότι πολλοί νέοι στην Ευρώπη εισέρχονται αργά στην αγορά εργασίας και αποκτούν περιορισμένη επαφή με την πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα.
Η AI δεν είναι μόνο τεχνολογία, είναι οργανωσιακή αλλαγή
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της βραδιάς προέκυψε κατά τη διάρκεια του Q&A, όταν επαγγελματίας από τον χώρο του talent acquisition και της οργανωσιακής ψυχολογίας αμφισβήτησε κατά πόσο οι επιχειρήσεις είναι πραγματικά έτοιμες να αξιοποιήσουν την τεχνητή νοημοσύνη.
Όπως παρατήρησε, πολλές εταιρείες αγοράζουν εργαλεία AI χωρίς να αλλάζουν τον τρόπο λειτουργίας τους, δημιουργώντας συχνά νέα σημεία συμφόρησης αντί για ουσιαστική αύξηση της παραγωγικότητας.
Οι επισημάνσεις αυτές λειτούργησαν ως αφετηρία για μια ευρύτερη συζήτηση γύρω από το κατά πόσο η πρόκληση της AI είναι τεχνολογική ή οργανωσιακή.
Απαντώντας, ο Δημήτρης Τσίγκος χρησιμοποίησε μια χαρακτηριστική παρομοίωση: η προσθήκη ενός πανίσχυρου κινητήρα σε ένα παλιό αυτοκίνητο δεν αρκεί από μόνη της. Για να αξιοποιηθεί η νέα ισχύς απαιτείται συνολικός επανασχεδιασμός του συστήματος.
Το ίδιο, υποστήριξε, ισχύει και για τις επιχειρήσεις. Η πραγματική αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης προϋποθέτει αλλαγές στις διαδικασίες, στην κουλτούρα, στην εκπαίδευση και στον τρόπο εργασίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, οι ομιλητές συμφώνησαν ότι η αναβάθμιση δεξιοτήτων αποτελεί πλέον κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν καταργεί την ανάγκη για ανθρώπινη κρίση, δημιουργικότητα και μάθηση· αντίθετα, καθιστά τις δεξιότητες αυτές ακόμη πιο σημαντικές.
Το κοινό συμπέρασμα του «Scaling Innovation» ήταν σαφές: η πρόσβαση στην τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί πλέον το βασικό ζητούμενο. Η πραγματική πρόκληση είναι το κατά πόσο startups, επενδυτές και μεγάλες επιχειρήσεις μπορούν να συνεργαστούν, να προσαρμοστούν και να κινηθούν αρκετά γρήγορα, ώστε να μετατρέψουν τη μεγαλύτερη τεχνολογική μετάβαση των τελευταίων δεκαετιών σε πραγματική ανάπτυξη.