Η νέα «κλειστή λέσχη» των δισεκατομμυριούχων: Γιατί οι μεγιστάνες αγοράζουν αθλητικές ομάδες

Η νέα «κλειστή λέσχη» των δισεκατομμυριούχων: Γιατί οι μεγιστάνες αγοράζουν αθλητικές ομάδες
Photo: Unsplash
Τα τελευταία χρόνια, ολοένα και περισσότεροι κορυφαίοι επιχειρηματίες, από τον ιδρυτή της Microsoft μέχρι τον επικεφαλής της LVMH, επενδύουν δισεκατομμύρια δολάρια για την εξαγορά αθλητικών ομάδων.

Της Catherina Gioino

Η κατοχή μιας επαγγελματικής αθλητικής ομάδας αποτελούσε ανέκαθεν επιθυμία των πλουσίων ενώ τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον τους έχει ενταθεί, καθώς ολοένα και περισσότερα μεγάλα ονόματα της επιχειρηματικής κοινότητας επενδύουν σε αθλητικά franchises. Ο Steve Ballmer αποχώρησε από τη διοίκηση της Microsoft και επένδυσε περισσότερα από 4 δισ. δολάρια στους Clippers και στο νέο τους γήπεδο. Ο Mark Walter ολοκλήρωσε πέρυσι την εξαγορά των Lakers έναντι του ποσού-ρεκόρ των 10 δισ. δολαρίων. Ο Rob Walton, κληρονόμος της Walmart, είναι ιδιοκτήτης των Broncos και διατηρεί συμμετοχή στους Diamondbacks. Ο Arthur Blank, συνιδρυτής της Home Depot, ελέγχει πλέον τους Falcons και την Atlanta United, ενώ ο επικεφαλής της LVMH, Bernard Arnault, απέκτησε την Paris FC, εξελισσόμενος στον πλουσιότερο ιδιοκτήτη αθλητικού συλλόγου παγκοσμίως.

Γιατί λοιπόν οι πλούσιοι μπαίνουν στην αθλητική βιομηχανία;

Η περίπτωση του Bill Chisholm είναι ενδεικτική. Μέχρι πρόσφατα, ο ιδρυτής  ιδιωτικών κεφαλαίων ήταν γνωστός κυρίως στους κύκλους της χρηματοοικονομικής αγοράς. Η εξαγορά των Boston Celtics έναντι 6,1 δισ. δολαρίων, όμως, τον έφερε στο προσκήνιο. Η ιδιοκτησία ενός κορυφαίου franchise προσφέρει πρόσβαση σε ένα ιδιαίτερα κλειστό επιχειρηματικό δίκτυο υψηλής αξίας, ενώ ταυτόχρονα συνοδεύεται από σημαντικά φορολογικά πλεονεκτήματα.

«Είναι σαν να γίνεσαι μέλος μιας εξαιρετικά ελίτ και αποκλειστικής λέσχης ιδιοκτητών που ελέγχουν αυτά τα franchises», δήλωσε στο Fortune ο David Silverman, συνεργάτης στην ομάδα Συγχωνεύσεων & Εξαγορών της Cooley. «Η συμμετοχή σε αυτό το club δημιουργεί μοναδικές επιχειρηματικές ευκαιρίες, ενώ ενισχύει σημαντικά και το προσωπικό επιχειρηματικό προφίλ του ιδιοκτήτη».

Ο Silverman, ο οποίος συμμετείχε στη συναλλαγή των Celtics, εξηγεί ότι η πραγματική αξία αρχίζει να αποκαλύπτεται από τη στιγμή που αποκτά κανείς πρόσβαση στο συγκεκριμένο δίκτυο σχέσεων. «Υπάρχουν πολλοί επιτυχημένοι διαχειριστές ιδιωτικών κεφαλαίων. Ο Bill Chisholm, όμως, δεν είναι πλέον απλώς ο ιδρυτής της Symphony. Είναι ο άνθρωπος που ελέγχει τους Boston Celtics. Αυτή η ιδιότητα δημιουργεί νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες, είτε μέσω των επαφών που αποκτά είτε μέσω της προβολής που συνοδεύει έναν ιδιοκτήτη ενός τόσο ιστορικού οργανισμού».

Οι πολυετείς συμφωνίες για τα εθνικά τηλεοπτικά δικαιώματα έχουν σταθεροποιήσει τα έσοδα της ομάδας, επιτρέποντας σε πολλά franchises να παραμένουν κερδοφόρα ανεξάρτητα από τη διακύμανση της προσέλευσης των φιλάθλων σε κάθε αγώνα.

Την ίδια στιγμή, οι καταναλωτές στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε εμπειρίες φυσικής παρουσίας, τάση που ευνοεί ιδιαίτερα τον αθλητισμό έναντι άλλων μορφών ψυχαγωγίας.

Αν εξετάσει κανείς τις δαπάνες για ψυχαγωγία και τη ζήτηση για εμπειρίες στον πραγματικό κόσμο, ο αθλητισμός συγκεντρώνει σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά που αναζητούν οι καταναλωτές», επισημαίνει.

Ως αποτέλεσμα, οι αποτιμήσεις των αθλητικών franchises αυξάνονται με ρυθμούς που ελάχιστες άλλες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων μπορούν να ακολουθήσουν σε βάθος χρόνου.

Παρά τη σημαντική άνοδο των αποτιμήσεων, οι ιδιοκτήτες εξακολουθούν να απολαμβάνουν ισχυρά φορολογικά κίνητρα. Μέσω αποσβέσεων σε περιουσιακά στοιχεία όπως τα δικαιώματα μετάδοσης, τα συμβόλαια των αθλητών και οι αθλητικές εγκαταστάσεις, μπορούν να μειώσουν αισθητά τη φορολογική τους επιβάρυνση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τι απαιτείται για την εξαγορά μιας ομάδας

Όταν ένα κορυφαίο franchise βγαίνει στην αγορά, η σπανιότητα λειτουργεί ως βασικός μοχλός αύξησης της αξίας του. «Αν κάποιος βασιζόταν αποκλειστικά σε μια ανάλυση προεξοφλημένων ταμειακών ροών, πιθανότατα δεν θα πλησίαζε καν το τελικό τίμημα. Οι επενδυτές γνωρίζουν, όμως, ότι πρόκειται για μια μοναδική ευκαιρία: αν δεν αποκτήσουν σήμερα μια τέτοια ομάδα, ενδέχεται να μην έχουν ξανά αυτή τη δυνατότητα.»

Ο David Silverman σημείωσε ότι αυτή η χρηματοδοτική δομή εφαρμόστηκε και στην εξαγορά των Celtics, η οποία, κατά τον χρόνο ολοκλήρωσής της, αποτέλεσε τη μεγαλύτερη συμφωνία στην ιστορία του NBA. Μέρος του τιμήματος καλύφθηκε μέσω μιας σταδιακής αποχώρησης ορισμένων υφιστάμενων μετόχων, οι οποίοι διατήρησαν προσωρινά τη συμμετοχή τους, αντί ο Chisholm να χρειαστεί να χρηματοδοτήσει εξ ολοκλήρου την εξαγορά με ίδια κεφάλαια από την πρώτη ημέρα.

Αυτό συμβαίνει τώρα σε ολόκληρο τον κλάδο του επαγγελματικού αθλητισμού, είπε ο Silverman. Η Apollo Global Management φέρεται να εξετάζει επένδυση ύψους περίπου 3 δισ. δολαρίων στην εταιρεία συμμετοχών της οικογένειας Steinbrenner, η οποία ελέγχει τους New York Yankees και διατηρεί παράλληλα μειοψηφικά μερίδια στις AC Milan, New York City FC και Legends Hospitality. Δεδομένου ότι οι κανονισμοί του Major League Baseball περιορίζουν το ποσοστό ελέγχου που μπορεί να αποκτήσει απευθείας μια εταιρεία ιδιωτικών κεφαλαίων σε ομάδα, η επένδυση της Apollo εκτιμάται ότι θα δομηθεί μέσω συνδυασμού δανειακής χρηματοδότησης και συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο της μητρικής εταιρείας και όχι μέσω άμεσης απόκτησης μεριδίου στους Yankees.

Ο Silverman εκτιμά ότι η συγκεκριμένη δομή προσφέρει σε μια οικογένεια με πολυγενεακή παρουσία, όπως οι Steinbrenners, τη δυνατότητα να εξασφαλίσει ρευστότητα χωρίς να χάσει τον έλεγχο του οργανισμού, ενώ παράλληλα επιτρέπει στην Apollo να αποκτήσει την επενδυτική έκθεση που επιδιώκει. «Η Apollo υιοθετεί μακροπρόθεσμη επενδυτική στρατηγική, τοποθετώντας κεφάλαια σε ευκαιρίες όπου μπορεί να μην υπάρχει άμεση δυνατότητα εξόδου, αλλά υπάρχουν σημαντικές προοπτικές δημιουργίας υπεραξίας σε βάθος χρόνου», ανέφερε.

Η ίδια επενδυτική λογική επεκτείνεται πλέον και στο ποδόσφαιρο. Το Παγκόσμιο Κύπελλο ανέδειξε την απόδοση πολυετών επενδύσεων που έχουν πραγματοποιήσει ιδιώτες χρηματοδότες στο αμερικανικό ποδόσφαιρο. Ο Silverman ανέφερε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη χρηματοδότηση από τον ιδιοκτήτη των Atlanta Falcons, Arthur Blank, της νέας έδρας της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου των ΗΠΑ στην Ατλάντα, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μια περίπτωση όπου η φιλανθρωπία και η επιχειρηματική στρατηγική δύσκολα διαχωρίζονται. «Ως επενδυτής στους Falcons και στην ομάδα MLS της Ατλάντα, γνωρίζει ότι η ανάπτυξη του αμερικανικού ποδοσφαίρου μπορεί να το καταστήσει πιο εμπορικό, να διευρύνει τη βάση των φιλάθλων και τελικά να ενισχύσει την αξία του franchise», δήλωσε ο Silverman.

Κατά τον ίδιο, η ίδια λογική πιθανότατα καθοδήγησε και τον δισεκατομμυριούχο Ken Griffin στις προσπάθειές του να πείσει τον Mauricio Pochettino να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της εθνικής ομάδας ανδρών των ΗΠΑ. «Πάντα υπάρχει ένα στοιχείο αλτρουισμού. Πιστεύω ότι υπάρχει γνήσιο ενδιαφέρον και πραγματική διάθεση στήριξης του εγχειρήματος. Ταυτόχρονα, αυτού του είδους η φιλανθρωπική δράση συνδέεται άμεσα με τα επιχειρηματικά συμφέροντα των επενδυτών και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη του αθλήματος, κάτι που θεωρώ πραγματικά καταπληκτικό», ανέφερε.

Ο Silverman προσέθεσε ότι αυτή η μορφή μακροπρόθεσμης στήριξης αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που ωθεί ολοένα και περισσότερους ισχυρούς επιχειρηματίες να διεκδικούν την ιδιοκτησία αθλητικών οργανισμών. Η πρωτοβουλία του Ken Griffin να στηρίξει την επιλογή του Mauricio Pochettino ενδέχεται ήδη να έχει συμβάλει στην αγωνιστική αναβάθμιση της εθνικής ομάδας.

«Το Παγκόσμιο Κύπελλο ήταν μια συναρπαστική διοργάνωση. Η προσέλευση των φιλάθλων υπήρξε εντυπωσιακή και αποδεικνύει πόσο μεγάλη πολιτισμική βαρύτητα έχει αποκτήσει το τουρνουά», ανέφερε. «Όλοι παρακολουθούσαν την εθνική ομάδα των ΗΠΑ και η πορεία της ήταν εξαιρετική. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακό να τη βλέπει κανείς να φτάνει μέχρι τη φάση των “16”».

Ωστόσο, ο αθλητισμός παραμένει μια βαθιά συναισθηματική υπόθεση και θα μπορούσε να αποτελεί εξίσου ισχυρό κίνητρο με τα οικονομικά οφέλη για ορισμένους ανθρώπους. «Αν αγαπάς πραγματικά το μπάσκετ και θέλεις να συμμετάσχεις σε αυτή την ευκαιρία, τότε η διαδικασία δεν περιορίζεται απλώς στην υποβολή μιας προσφοράς με βάση έναν πολλαπλασιαστή αποτίμησης», κατέληξε ο Silverman.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:

Πηγή: Fortune.com