Το Δέλτα του πετρελαίου

REUTERS

Κλοπές, πολιτική αστάθεια, απελευθερωτικά κινήματα...τίποτα δεν είναι ικανό να διώξει τις πετρελαϊκές από τη Νιγηρία.

Η Shell,  η μεγαλύτερη εταιρεία στον κόσμο και η μεγαλύτερη παράλληλα παραγωγός πετρελαίου στη Νιγηρία, ανέφερε ότι  την περασμένη εβδομάδα υπέστη ζημιά 700 εκατ. δολαρίων στη Νιγηρία από κλοπές και όχι μόνο, ενώ η αντίστοιχη ζημιά για την ιταλική Eni, ήταν 30.000 βαρέλια ημερησίως το πρώτο εξάμηνο του έτους.

Οι κλοπές πετρελαίου, η δράση των συμμοριών και η πολιτική  αβεβαιότητα, σε συνδυασμό με το κύμα των υπό σχεδιασμό πωλήσεων περιουσιακών στοιχείων κολοσσών όπως των Shell, Chevron, Eni και Total, ενίσχυσαν τις φήμες ότι οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες σχεδιάζουν τελικώς να αποχωρήσουν από το Δέλτα του Νίγηρα.

Στην πραγματικότητα ωστόσο, αναφέρουν πηγές της βιομηχανίας, δεν προτίθενται να πάνε πουθενά. Οι εταιρείες το πιθανότερο είναι να πουλήσουν μερικά επίγεια περιουσιακά τους στοιχεία, που δεν τους αποδίδουν ικανοποιητικά έσοδα και γίνονται συχνά στόχος και των ληστών, αλλά κινδυνεύουν και με απαλλοτρίωση από την κυβέρνηση που πιέζει για περισσότερο έλεγχο των ντόπιων επιχειρήσεων.

Από την άλλη, όμως, οι ξένες πολυεθνικές θα διατηρήσουν τις μεγάλες εγκαταστάσεις παραγωγής, την εκμετάλλευση των τεράστιων κοιτασμάτων, τους βασικούς αγωγούς και τα τέρμιναλ των εξαγωγών, πράγμα που διασφαλίζει ότι η διακίνηση της παραγωγής από την εσωχώρια εξόρυξη προς τις διεθνείς αγορές θα παραμείνει στον έλεγχο τους.

Πώς αλλάζει ο παγκόσμιος ενεργειακός χάρτης;

Τα «παράπονα» των πετρελαϊκών ότι η κυβέρνηση της Νιγηρίας δεν κάνει αρκετά για να καταπολεμήσει την κλοπή του πετρελαίου είναι μεν βάσιμα, αλλά μάλλον δεν αποτελούν ικανό λόγο για να εγκαταλείψουν μια χώρα που τους αποφέρει πλούσια κέρδη. Τουναντίον, «τα υπαρκτά πράγματι προβλήματα μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως διαπραγματευτικό χαρτί στις συνομιλίες με την κυβέρνηση για τις άδειες εξόρυξης και την φορολογία τους και να αποτελέσουν», όπως εκτιμά ο ειδικός αναλυτής της Standard Chartered, Ραζία Χαν «βασικό στοιχείο της διαδικασίας βελτίωσης του χαρτοφυλακίου των εταιρειών».

Η παραγωγή πετρελαίου στη Νιγηρία, που κυμαίνεται από 2 έως 2,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα, είναι μάλλον απίθανο να επηρεαστεί μεσοπρόθεσμα από τις όποιες πωλήσεις πετρελαϊκών περιουσιακών στοιχείων και είναι πιθανό να αυξηθεί στο μέλλον, εφόσον μικρότερες εταιρείες εντείνουν τις δραστηριότητες εξόρυξης, βελτιώνοντας και τις συνθήκες ασφάλειας των τοπικών κοινωνιών.

Όπως είπαν στο Reuters, οι μεγιστάνες Τόνι Ελουμέλου και Γουέιλ Τινούμπου -διευθύνοντες σύμβουλοι της αφρικανικής ενεργειακής εταιρείας Oando, που διαπραγματεύονται αγορά περιουσιακών στοιχείων των πετρελαϊκών- ίσως είναι πιο εύκολο για επιχειρηματίες από τη Νιγηρία να διαχειριστούν τις τεταμένες σχέσεις με τους ντόπιους, αν και η καταπολέμηση της κλοπής πετρελαίου από τους αγωγούς-που επισήμως εκτιμάται ότι φθάνει τα 250.000 βαρέλια την ημέρα- είναι έτσι κι αλλιώς μια πολύ δύσκολη υπόθεση.

Τις περισσότερες φορές στις κλοπές εμπλέκονται ένοπλες συμμορίες, αλλά οι περισσότερες ποσότητες αργού πετρελαίου βγαίνουν λαθραία από την χώρα με μεγάλα βυτιοφόρα, γεγονός που σημαίνει ότι στο δίκτυο μετέχουν και αξιωματούχοι.

Η πολιτική αβεβαιότητα και οι χειρισμοί της κυβέρνησης είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας για τους ξένους κολοσσούς. Το σχετικό νομοσχέδιο -παρότι βρίσκεται σε διαβούλευση εδώ και πέντε χρόνια- μπορεί να αλλάξει τους όρους για τις ξένες εταιρείες.

Η Shell, η Chevron, η Eni και η Total, έχουν εμπλακεί χρόνια τώρα σε αδιέξοδες διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση για την ανανέωση των αδειών τους σε πολλά εσωχώρια κοιτάσματα, αλλά και κοντά στις ακτές της χώρας. Ωστόσο, η Shell για παράδειγμα ανακοίνωσε πρόσφατα την διάθεση κονδυλίου 3,9 δισ. δολαρίων για «εξερεύνηση» κοιτασμάτων φυσικού αερίου και βελτιώσεις σε έναν από τους πιο σημαντικούς αγωγούς της χώρας.

Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι σκοπεύει όχι μόνο να παραμείνει, αλλά και να επεκτείνει τις δραστηριότητες της στη Νιγηρία που διαθέτει τα ένατα μεγαλύτερα κοιτάσματα φυσικού αερίου παγκοσμίως, μεγάλο μέρος των οποίων παραμένουν ανεκμετάλλευτα.

Διαβάστε ακόμη: Μία «παγωμένη» ενεργειακή κούρσα

Σχετικά άρθρα