Ιδού η επιχειρηματική λογική υπέρ των επενδύσεων στη βιοποικιλότητα

Ιδού η επιχειρηματική λογική υπέρ των επενδύσεων στη βιοποικιλότητα
Photo: pixabay.com
Το μισό του παγκόσμιου ΑΕΠ βασίζεται στη φύση - αλλά αυτή εξαλείφεται

Του Nick Studer

Οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής στη συζήτηση για το κλίμα, αλλά η βιολογική ποικιλότητα του πλανήτη συρρικνώνεται τόσο γρήγορα που απειλεί να υπονομεύσει την ευρύτερη ατζέντα για το κλίμα.

Χωρίς ουσιαστική αλλαγή, θα υπάρξουν βαθιές συνέπειες όχι μόνο για την ευημερία των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, αλλά και για την παγκόσμια οικονομία, τις επιχειρήσεις και τα χρηματοοικονομικά.

Ωστόσο, η μείωση της βιοποικιλότητας δημιουργεί επίσης ευκαιρίες για τις εταιρείες και τους επενδυτές που είναι πρόθυμοι να αναλάβουν δράση για να αντιστρέψουν την τάση – και ορισμένοι από τους πρώτους αρχίζουν να τις εκμεταλλεύονται.

Ένα αλληλένδετο σύστημα

Η βιοποικιλότητα είναι απλώς η ποικιλία των μορφών ζωής σε μια δεδομένη περιοχή – μεταξύ αυτών ζώα, φυτά, μύκητες και μικροοργανισμοί. Όταν τα δάση εκχερσώνονται ή τα ζώα εξαφανίζονται, οι επιπτώσεις διαχέονται όχι μόνο στα οικοσυστήματα αλλά και στην οικονομία. Οι κοραλλιογενείς ύφαλοι και τα μαγκρόβια προστατεύουν από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας και των καταιγίδων. Τα δάση και οι υγρότοποι μειώνουν τον κίνδυνο πλημμυρών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η μείωση αυτών των μορφών ζωής είναι μαζική: Συνολικά, ο κόσμος έχει χάσει το 69% των πληθυσμών της άγριας πανίδας τον τελευταίο μισό αιώνα, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση του Παγκόσμιου Ταμείου για τη Φύση με τίτλο Living Planet (Ζωντανός Πλανήτης).

Ακόμα χειρότερα, αναδύεται ένας φαύλος κύκλος στον οποίο η απώλεια της βιοποικιλότητας συμβάλλει στην αύξηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Για παράδειγμα, η αποψίλωση των δασών – η κοπή των δέντρων με μηχανήματα που λειτουργούν κυρίως με ντίζελ – αντιπροσωπεύει το 11% των παγκοσμίων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, περισσότερο από τις αεροπορικές μεταφορές και την παραγωγή τσιμέντου, σύμφωνα με έρευνα της Glasgow Financial Alliance for Net Zero.

Αυτό όχι μόνο αυξάνει την ποσότητα του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, αλλά εξαλείφει και τους φυσικούς καθαριστές άνθρακα. Τα χερσαία και θαλάσσια οικοσυστήματα δεσμεύουν πάνω από το ήμισυ του άνθρακα που προκαλείται από τον άνθρωπο, σύμφωνα με τη Natural England. Με απλά λόγια, δεν υπάρχει καμία ελπίδα να επιτευχθεί ο στόχος των καθαρών μηδενικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα έως το 2050 χωρίς να σταματήσει και να αντιστραφεί η αποψίλωση των δασών. 

Η μείωση της βιοποικιλότητας θα μπορούσε επίσης να επηρεάσει τη δημιουργία πλούτου από την ίδια τη φύση. Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ εκτιμά ότι περισσότερο από το μισό του παγκόσμιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, περίπου 44 τρισεκατομμύρια δολάρια, βασίζεται σε κάποιο βαθμό στη φύση. Τρεις μόνο τομείς – οι κατασκευές, η γεωργία και τα τρόφιμα και ποτά – παράγουν σχεδόν 8 τρισεκατομμύρια δολάρια ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, δηλαδή περίπου το διπλάσιο του μεγέθους της γερμανικής οικονομίας. Ωστόσο, η Ασία έχει χάσει το 55% του φυσικού της κεφαλαίου τα τελευταία 50 χρόνια, σύμφωνα με τη WWF.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Εν ολίγοις, υπάρχουν ισχυρές επιχειρηματικές και επενδυτικές βάσεις για να αντιστραφεί η μείωση της βιοποικιλότητας. Στις συζητήσεις μας με τους πελάτες μας έχω εντυπωσιαστεί από το επίπεδο δέσμευσης των ηγετών επιχειρήσεων και οικονομικών φορέων. Όλο και περισσότερο συνειδητοποιούν ότι χωρίς ταχεία ανάληψη δράσης, ο κίνδυνος που προκύπτει από την απώλεια της βιοποικιλότητας θα μπορούσε να εμφανιστεί σε επίπεδο εταιρείας ή χαρτοφυλακίου.

Πρωτοπόροι

Ίσως αυτό εξηγεί το πρόσφατο ενδιαφέρον για τα ταμεία βιοποικιλότητας. Εκτιμούμε ότι το 2022 συγκεντρώθηκαν τουλάχιστον 12 δισεκατομμύρια δολάρια από ταμεία που επικεντρώνονται σε επενδύσεις στη γεωργία, τη δασοκομία και τη βιοποικιλότητα. Ακριβώς όπως οι επενδυτές βρήκαν ευκαιρίες για να βγάλουν χρήματα από τη μετάβαση στο καθαρό μηδέν, ορισμένοι εξετάζουν τώρα πώς να επωφεληθούν από τις δαπάνες για τη βιοποικιλότητα. Πιστεύουμε επίσης ότι τα credits άνθρακα είναι μια αγορά που πρόκειται να γνωρίσει άνθιση. Επιπλέον, οι επενδυτές σχηματίζουν συνασπισμούς για την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και την ανάπτυξη πλαισίων.

Πρέπει να πάμε παραπέρα. Οι δαπάνες για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας ήταν μεταξύ 124 και 143 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2019, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Paulson, το The Nature Conservancy και το Cornell Atkinson Center for Sustainability του Πανεπιστημίου Cornell. Αυτό άφηνε ένα χρηματοδοτικό κενό περίπου 700 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, λένε. Οι δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν στην COP15 τον περασμένο μήνα για τη συγκέντρωση 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως έως το 2030 θα ήταν μια χρήσιμη αρχή. 

Επόμενα βήματα

Μόνο το 3% των παγκόσμιων επενδύσεων για το κλίμα το 2017-18 κατευθύνθηκε προς τη γεωργία, τη δασοκομία και άλλες χρήσεις γης και τη διαχείριση των φυσικών πόρων, σύμφωνα με τη Partnership of Biodiversity and Finance. Μέρος του προβλήματος είναι ότι οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να αποδώσουν οικονομική αξία στη βιοποικιλότητα. «Η Wall Street έχει συνειδητοποιήσει ότι τιμολογεί τα φυσικά περιουσιακά στοιχεία τα τελευταία 150 χρόνια στο μηδέν», υποστηρίζει ο David Craig, συμπρόεδρος της Taskforce for Nature-Related Financial Disclosures. 

Βρισκόμαστε ακόμη στα πρώτα στάδια – και πολλές από τις επιλογές δεν είναι μαύρες ή άσπρες. Χρειαζόμαστε ένα πνεύμα επείγοντος πειραματισμού, με στόχο να διασφαλίσουμε ότι οι προσπάθειες αυτές είναι συμπληρωματικές, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα τον μετριασμό του κλίματος και τη βιοποικιλότητα.

Τρία στοιχεία μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά

Η καταγραφή των δυνητικών οικονομικών επιπτώσεων της απώλειας της βιοποικιλότητας αποτελεί πρόκληση. Χρειαζόμαστε καλύτερα δεδομένα και εργαλεία για τη μέτρηση των επιπτώσεων και τη διαχείριση του κινδύνου. Η βελτίωση των μετρήσεων μέσω μη επανδρωμένων αεροσκαφών, δορυφορικών απεικονίσεων, αισθητήρων εδάφους και όχι μόνο, αποτελεί μια ευκαιρία ανάπτυξης.

Ωστόσο, δεν υπάρχει συναίνεση σχετικά με τον τρόπο που θα γίνει αυτό ή ένα κοινό σύνολο μέτρων – και δεδομένων των συνεχιζόμενων συζητήσεων αναφορικά με σχετικά απλές μετρήσεις όπως τα εταιρικά κέρδη, αυτό το ταξίδι θα είναι μακρύ. Τα ενοποιημένα πλαίσια θα μπορούσαν να βοηθήσουν τις επιχειρήσεις εν μέσω ενός αυξανόμενου φάσματος καθοδήγησης και κανονισμών.

Το σπουδαίο έργο που προκύπτει από τη συνεργασία στην Taskforce for Nature-Related Financial Disclosures χρειάζεται περισσότερη υποστήριξη. Η υποβολή εκθέσεων μπορεί και πρέπει να βασισθεί σε υφιστάμενες πρωτοβουλίες για το κλίμα και τον άνθρακα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να διερευνήσουν καινοτόμους μηχανισμούς για να «ξεκλειδώσουν» τη χρηματοδότηση για το conservation και τις λύσεις που βασίζονται στη φύση. Τα credits άνθρακα θα μπορούσαν να βοηθήσουν, ιδίως αν δίνουν υψηλότερη αξία για μεγαλύτερη βιοποικιλότητα. Μηχανισμοί όπως το νέο Ταμείο Περιβαλλοντικής Προστασίας Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, που επενδύει στην αναδάσωση σε ευάλωτες από το κλίμα περιοχές προσφύγων, είναι ένα νέο παράδειγμα. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα μπορούσαν επίσης να θεσπίσουν πολιτικές για την αποψίλωση των δασών που να συνάδουν με τον στόχο του μηδενισμού των παγκόσμιων εκπομπών μέχρι το 2050.

Η κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού απαιτεί από τις κυβερνήσεις να δώσουν κίνητρα για επενδύσεις, εκτός από τις παραδοσιακές δράσεις πολιτικής. Τα μπλε ομόλογα – ομολογιακά εργαλεία που χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση θαλάσσιων έργων που παρέχουν περιβαλλοντικά οφέλη, όπως η διατήρηση των κοραλλιών – αποτελούν μια εξαιρετική αρχή. Οι κυβερνήσεις θα δαπανήσουν περισσότερα τα επόμενα χρόνια για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής – θα πρέπει να δαπανήσουν περισσότερα και για τη βιοποικιλότητα.

Η βιοποικιλότητα είναι το επόμενο οικονομικό σύνορο. Ήρθε η ώρα οι ηγέτες των επιχειρήσεων, οι επενδυτές και οι κυβερνήσεις να πάνε με τόλμη εκεί που δεν έχουν πάει μέχρι τώρα.

Ο Nick Studer είναι διευθύνων σύμβουλος της παγκόσμιας εταιρείας συμβούλων διοίκησης επιχειρήσεων Oliver Wyman Group.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:

Πηγή: Fortune