Είναι δικαιολογημένοι οι φόβοι των επενδυτών για τη Συρία;

REUTERS

Οι επενδυτές φοβούνται ότι οι ΗΠΑ θα παγιδευτούν σε έναν πόλεμο που θα έχει αρνητική επίδραση στην παγκόσμια οικονομία και στις ροές πετρελαίου. 

 

του Σάιρους Σανάτι

Οι αγορές δεν ήταν τόσο χαρούμενες να διαβάσουν την προηγούμενη Δευτέρα ότι οι ΗΠΑ ίσως ετοιμάζονται για μία στρατιωτική επίθεση στη Συρία. Ο δείκτης Dow Jones Industrial έχασε περίπου 200 μονάδες, ενώ οι τιμές του πετρελαίου άγγιξαν το υψηλότερο επίπεδό τους από τον Φεβρουάριο του 2012. Οι χρηματιστές ανησυχούν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εμπλακούν πάλι σε έναν πόλεμο που θα αναχαιτίσει την ανάπτυξη και θα απορροφήσει πολύτιμο ρευστό. Επίσης, φαίνονται προβληματισμένοι κατά πόσο μία τέτοια εμπλοκή θα μπορούσε να αποβεί εις βάρος της ροής πετρελαίου έξω από τη Μέση Ανατολή.

Οι αγορές αντιδρούν λες και οι ΗΠΑ ετοιμάζονται για μία μεγάλης κλίμακας εισβολή και κατοχή της χώρας, όμως κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να συμβαίνει. Οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ δεν κάνουν ποτέ πρόχειρα τη δουλειά τους. Αν πράγματι προετοιμάζονταν για το είδος της εισβολής που φοβούνται οι αγορές, τότε θα είχαν μεταφέρει πολυάριθμα στρατεύματα στη γειτονική Ιορδανία.

Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος στρατιωτικός αναλυτής για να καταλάβει ότι οι ΗΠΑ προετοιμάζονται για μία περιορισμένη αεροπορική επίθεση χωρίς χρήση επίγειων δυνάμεων. Η Αμερική και οι σύμμαχοί της επιδιώκουν να τιμωρήσουν τις συριακές δυνάμεις για τη χρήση χημικών όπλων εκ μέρους τους και όχι να ανατρέψουν το καθεστώς.

Το πιθανότερο είναι ότι η όποια στρατιωτική επέμβαση θα συνίσταται σε μικρές επιθέσεις χειρουργικής ακριβείας στο χημικό οπλοστάσιο της Συρίας, αποφεύγοντας άλλους στρατιωτικούς στόχους. Αν και τέτοιες επιθέσεις είναι και σοβαρές και τρομακτικές, δεν έχουν καμία σχέση με τις τακτικές «σοκ και δέος» που οδήγησαν στην καταστροφική και οικονομικά εξαντλητική κατάληψη του γειτονικού Ιράκ το 2003, και είναι απίθανο να έχουν αρνητική επίπτωση στην παγκόσμια οικονομία.

Διαβάστε ακόμη: Ομπάμα: Επέμβαση των ΗΠΑ στη Συρία μετά την έγκριση του Κογκρέσου

Σε επιστολή του προς την Επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας, στις 19 Ιουλίου, το Πεντάγωνο αποτύπωσε δύο πιθανά σενάρια. Το Σενάριο Α’ αφορά την στόχευση αποκλειστικά του χημικού οπλοστασίου της Συρίας και τη διατήρηση μιας ζώνης απαγόρευσης πτήσεων, ενώ το Σενάριο Β’ θα σήμαινε πλήγματα σε ένα μεγαλύτερο εύρος στόχων, με σκοπό την εξουδετέρωση της ικανότητας της συριακής κυβέρνησης να πολεμήσει τον εμφύλιο πόλεμο.

Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι ΗΠΑ κλίνουν προς τη μεριά του Σεναρίου Α’ και πρόκειται να στοχεύσουν αποκλειστικά τις μονάδες παραγωγής χημικών όπλων της Συρίας. Το Σενάριο Α’ είναι πολύ φτηνότερο του Σεναρίου Β’, καθώς η διατήρηση μιας ζώνης απαγόρευσης πτήσεων κοστίζει μόλις 1 δισ. δολάρια το μήνα, σε σχέση με τα πολλά δισ. που χρειάζονται για μία ολοκληρωτική ανατροπή της συριακή κυβέρνησης.

Σε καμία περίπτωση δεν είναι το Σενάριο Α’ ένας απλός περίπατος. Είναι απίθανο, ωστόσο, να μπορέσει η Συρία να αμυνθεί αποτελεσματικά έναντι των εκατοντάδων πυραύλων cruise που θα εκτοξευθούν από τα έξι πολεμικά πλοία που βρίσκονται ήδη στην Ανατολική Μεσόγειο, ή έναντι των stealth βομβαρδιστικών Β-2 που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν βόμβες εναντίον καταφυγίων για να καταστρέψουν υπόγειες αποθήκες χημικών όπλων σε ολόκληρη τη χώρα.

Διαβάστε ακόμη: Πόσο κοστίζουν και ποιος κατασκευάζει τα όπλα που «σημαδεύουν» τη Συρία

Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση Ομπάμα διστάζει να παγιδευτεί σε άλλη μία σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, ιδιαίτερα σε μία χώρα με ελάχιστους φυσικούς πόρους, όπως π.χ. πετρέλαιο. Επιπλέον, μία συνολική εισβολή θα απαιτήσει την υποστήριξη της Ρωσίας, εφόσον αυτή διατηρεί στενούς δεσμούς με την τωρινή κυβέρνηση της Συρίας.

Η Ρωσία είναι ο στενότερος σύμμαχος της Συρίας έξω από τη Μέση Ανατολή, και διατηρεί μία ναυτική βάση στη χώρα. Στο σημείο αυτό, η Ρωσία δεν φαίνεται διατεθειμένη να υποστηρίξει μία αλλαγή του καθεστώτος. Κι αυτό καθιστά δύσκολη για πολλές ευρωπαϊκές χώρες την πρόσδεση στο άρμα των ΗΠΑ, εφόσον φοβούνται μήπως κάτι τέτοιο πλήξει τη σχέση τους με τον μεγαλύτερο γείτονά τους, τη Ρωσία.

Εν τω μεταξύ, και οι φόβοι για συριακά αντίποινα φαίνονται προς το παρόν υπερβολικοί. Οι Σύριοι δεν θα είναι εύκολο να αντεπιτεθούν εναντίον των γειτόνων τους -Ισραήλ- ή των ΗΠΑ, εφόσον μία τέτοια αντίδραση απλώς θα αποδυνάμωνε περαιτέρω τη θέση της κυβέρνησης έναντι της συριακής αντιπολίτευσης. Η Συρία δεν έχει αντιδράσει σε διάφορες περιορισμένες επιθέσεις του Ισραήλ στο έδαφός της τα τελευταία δύο χρόνια, αφού γνωρίζει ότι η οποιαδήποτε αντεπίθεση θα έχει αρνητικές συνέπειες γι’ αυτήν.

Διαβάστε ακόμη:  «Είναι η οικονομία ηλίθιε»… ακόμη και στην πολύπαθη Συρία

Το Ιράν, από την άλλη, δεν μπορεί να ασκήσει οικονομική πίεση για να αποτρέψει μία επίθεση εις βάρος της Συρίας, αφού οι ΗΠΑ και η Ευρώπη τηρούν ήδη ένα αυστηρό εμπάργκο πετρελαίου εναντίον του. Βεβαίως, η Τεχεράνη θα μπορούσε να απειλήσει ότι θα σταματήσει να πουλά πετρέλαιο στις διεθνείς αγορές, οδηγώντας προς τα πάνω τις τιμές του πετρελαίου σε όλο τον κόσμο, όμως και πάλι δεν φαίνεται η απειλή να «πιάνει τόπο».

Το Ιράν δεν αντέχει να χάσει ούτε ένα σεντ εσόδων από πετρέλαιο, ιδιαίτερα αφότου η Δύση έκανε πιο αυστηρές τις κυρώσεις πέρυσι. Τα χρήματα αυτά τα χρειάζεται για να υποστηρίξει τις επιδοτήσεις στις οποίες έχουν συνηθίσει οι Ιρανοί, ακόμα κι αν αυτές καθηλώνουν οικονομικά τη χώρα. Η οποιαδήποτε περικοπή θα μπορούσε να τροφοδοτήσει μία λαϊκή εξέγερση μέσα στο Ιράν, ενδεχόμενο που φοβούνται οι ηγέτες του.

Η συριακή κυβέρνηση κρέμεται από ένα καρφί, το οποίο έχει αρχίσει να σκουριάζει και είναι έτοιμο να πέσει. Μία επίθεση των ΗΠΑ στο απόθεμα χημικών όπλων της θα εξουδετερώσει έναν αστάθμητο παράγοντα μέσα σε ένα σκληρό εμφύλιο πόλεμο. Βεβαίως, η Συρία και οι ΗΠΑ θα προσπαθήσουν να εκφοβίσουν η μία την άλλη τις επόμενες ημέρες, κάνοντας λόγο για μεγάλες επιθέσεις και αντεπιθέσεις, όμως οι αγορές θα έπρεπε να ξέρουν καλύτερα.

Διαβάστε ακόμη: Business με το Πεντάγωνο