Κάρτες σίτισης: Μια αγορά που μεγαλώνει με κανόνες του 2004

Κάρτες σίτισης: Μια αγορά που μεγαλώνει με κανόνες του 2004
Photo: Shutterstock
Περίπου 845.000 εργαζόμενοι λαμβάνουν σήμερα διατακτικές σίτισης, την ώρα που το αφορολόγητο ημερήσιο όριό τους παραμένει στα 6 ευρώ. Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα του συγκριτικού ευρωπαϊκού δείγματος που δεν έχει αναπροσαρμόσει το όριο, παρά τη σημαντική αύξηση του κόστους ζωής.

Με το κόστος ζωής να πιέζει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις να αναζητούν πιο ευέλικτους τρόπους ενίσχυσης του εισοδήματος των εργαζομένων, οι διατακτικές σίτισης εξελίσσονται σε μία από τις σημαντικότερες μη μισθολογικές παροχές της αγοράς. Για τους εργαζόμενους αποτελούν μια ουσιαστική ενίσχυση της καθημερινότητας, ενώ για τις επιχειρήσεις ένα ισχυρό εργαλείο προσέλκυσης και διατήρησης ανθρώπινου δυναμικού.

Η διείσδυσή τους στην ελληνική αγορά εργασίας αποτυπώνεται πλέον και στους αριθμούς, επιβεβαιώνοντας ότι οι κάρτες σίτισης έχουν αποκτήσει ισχυρή παρουσία στις πολιτικές παροχών των επιχειρήσεων. Σήμερα, περίπου 845.000 εργαζόμενοι στην Ελλάδα λαμβάνουν διατακτικές σίτισης, αριθμός που αντιστοιχεί σχεδόν στο 20% του εργατικού δυναμικού και περίπου στο ένα τρίτο των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα.

Την ίδια στιγμή, όμως, το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη συγκεκριμένη παροχή παραμένει αμετάβλητο εδώ και δύο δεκαετίες. Το αφορολόγητο ημερήσιο όριο των διατακτικών σίτισης εξακολουθεί να διαμορφώνεται στα 6 ευρώ, παρά τις πληθωριστικές πιέσεις των τελευταίων ετών και τις διαδοχικές αναπροσαρμογές που έχουν υιοθετήσει οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που βρίσκεται στη διάθεσή του το Fortune Greece και έχει τεθεί υπόψη του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης, η Ελλάδα αποτελεί τη μοναδική χώρα του συγκριτικού ευρωπαϊκού δείγματος που δεν έχει αναπροσαρμόσει το σχετικό όριο από το 2004.

Το φορολογικό καθεστώς

Η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει ότι οι διατακτικές σίτισης απαλλάσσονται από φόρο εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές έως του ποσού των 6 ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα. Το όριο αυτό θεσπίστηκε το 2004 και αποτελεί μέχρι σήμερα τη βάση του φορολογικού καθεστώτος που διέπει τη συγκεκριμένη παροχή.Στο ίδιο διάστημα, όμως, οι οικονομικές συνθήκες άλλαξαν ριζικά. Η ελληνική οικονομία βίωσε μια ισχυρή δημοσιονομική κρίση, ακολούθησε η υγειονομική κρίση και στη συνέχεια αλλεπάλληλα κύματα πληθωρισμού που αύξησαν σημαντικά το κόστος βασικών αγαθών και υπηρεσιών.

Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι μια ενδεχόμενη αναπροσαρμογή του ορίου θα μπορούσε να διευρύνει περαιτέρω τη χρήση της συγκεκριμένης παροχής, δίνοντας τη δυνατότητα σε περισσότερες επιχειρήσεις να την εντάξουν στις πολιτικές παροχών τους και ενισχύοντας το όφελος για τους εργαζομένους, χωρίς να μεταβάλλει τον χαρακτήρα της ως μη μισθολογικής παροχής.

Τι δείχνει η μελέτη

Η ανάλυση της μελέτης που βρίσκεται στη διάθεση του οικονομικού επιτελείου εξετάζει το ισχύον καθεστώς στην Ελλάδα σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καταγράφοντας τις αλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια στα αντίστοιχα αφορολόγητα όρια και συνεκτιμώντας τις μεταβολές του κόστους ζωής και της αγοράς εργασίας.

Στη Γαλλία η ημερήσια παροχή αυξήθηκε από 10,76 ευρώ σε 14,36 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 33%, στην Ιταλία από 5,29 ευρώ σε 8 ευρώ (+51%), στην Ισπανία από 9 ευρώ σε 11 ευρώ (+22%), στην Πορτογαλία από 7,23 ευρώ σε 9,60 ευρώ (+33%), στην Τσεχία από 4,96 ευρώ σε 8,54 ευρώ (+72%), στη Σλοβακία από 3,38 ευρώ σε 8,30 ευρώ (+146%), ενώ τη μεγαλύτερη μεταβολή κατέγραψε η Ρουμανία, όπου η ημερήσια παροχή αυξήθηκε από 1,94 ευρώ σε 8,04 ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 314%. Αντίθετα, στην Ελλάδα το σχετικό όριο δεν μεταβλήθηκε καθόλου την ίδια περίοδο.

Η μελέτη εξετάζει επίσης τη σχέση της παροχής σίτισης με τον κατώτατο μισθό, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση του συγκριτικού δείγματος. Ενώ στις ευρωπαϊκές χώρες η μηνιαία παροχή αντιστοιχεί κατά μέσο όρο περίπου στο 20%-21% του κατώτατου μισθού, στην Ελλάδα η αντίστοιχη αναλογία περιορίζεται στο 13,6%. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Πορτογαλία η παροχή αντιστοιχεί περίπου στο 22% του κατώτατου μισθού, στη Γαλλία στο 18%, ενώ σε ορισμένες χώρες προσεγγίζει ακόμη και το 25%.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ορισμένα κράτη έχουν επιλέξει να προσαρμόζουν το ύψος της παροχής. Η Τσεχία, για παράδειγμα, εφαρμόζει μηχανισμό αυτόματης αναπροσαρμογής, αυξάνοντας την ονομαστική αξία των διατακτικών όταν ο πληθωρισμός υπερβαίνει συγκεκριμένο όριο, με στόχο να διατηρείται η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.

Η ανάλυση υποστηρίζει ότι η αναπροσαρμογή του αφορολόγητου ορίου δεν συνδέεται μόνο με την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, αλλά και με ευρύτερες επιπτώσεις στην οικονομία. Μεταξύ άλλων, εκτιμά ότι μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων στην προσέλκυση και διατήρηση προσωπικού, να αυξήσει την ικανοποίηση των εργαζομένων, να στηρίξει την κατανάλωση στην αγορά τροφίμων και την εστίαση και να λειτουργήσει ως συμπληρωματικό εργαλείο ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος, χωρίς να υποκαθιστά τον μισθό. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνικές επιχειρήσεις ανταγωνίζονται για ανθρώπινο δυναμικό όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και με εργοδότες του εξωτερικού, τα ανταγωνιστικά πακέτα παροχών αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία.

Όφελος για εργαζομένους και επιχειρήσεις

Η αυξανόμενη διείσδυση των διατακτικών σίτισης στην ελληνική αγορά εργασίας αποτυπώνεται και στα ευρήματα πρόσφατης έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, η οποία καταγράφει τη διπλή λειτουργία της συγκεκριμένης παροχής: ως μέσο ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και ταυτόχρονα ως εργαλείο διατήρησης και προσέλκυσης προσωπικού για τις επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με την έρευνα, περίπου ένας στους τέσσερις εργαζόμενους λαμβάνει σήμερα παροχή σίτισης από τον εργοδότη του, ενώ τρεις στους τέσσερις αξιολογούν τη συγκεκριμένη παροχή ως αρκετά ή πολύ σημαντική για την καθημερινότητά τους. Περισσότεροι από τους μισούς δηλώνουν ότι τους επιτρέπει να διαθέτουν περισσότερα χρήματα για την αγορά τροφίμων, ενώ ένας στους δύο αναφέρει ότι συμβάλλει στη μείωση του άγχους για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών του.

Από την πλευρά των επιχειρήσεων, η στήριξη της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων αποτελεί τον βασικό λόγο χορήγησης της παροχής (62,5%), ενώ ακολουθούν τα φορολογικά κίνητρα (54,2%), η διατήρηση του προσωπικού (40%) και η ενίσχυση της εταιρικής κουλτούρας και της κοινωνικής ευθύνης (39,2%). Παράλληλα, σχεδόν επτά στις δέκα επιχειρήσεις εκτιμούν ότι οι διατακτικές σίτισης λειτουργούν ως παράγοντας προσέλκυσης ή και διατήρησης προσωπικού.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός ότι το 71,3% των επιχειρήσεων που σήμερα δεν προσφέρουν παροχή σίτισης δηλώνουν ότι θα επανεξέταζαν τη στάση τους εφόσον θεσπίζονταν πρόσθετα φορολογικά κίνητρα, ενώ το 91,7% όσων ήδη χορηγούν τη συγκεκριμένη παροχή αντιμετωπίζουν θετικά το ενδεχόμενο αύξησης του αφορολόγητου ορίου. Τα ευρήματα αυτά, σύμφωνα με τη ΓΣΕΒΕΕ, αναδεικνύουν ότι η συζήτηση για το φορολογικό καθεστώς των διατακτικών σίτισης δεν αφορά μόνο την ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων, αλλά και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και τη λειτουργία της αγοράς εργασίας συνολικά.

Να σημειωθεί ότι και ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, Γιώργος Καββαθάς, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το θέμα αυτό, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι: «κάθε πρωτοβουλία που στηρίζει τους εργαζόμενους, χωρίς να προσθέτει νέα βάρη στις επιχειρήσεις, κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση και μπορεί να έχει πολλαπλά οφέλη για την εργασία, την επιχειρηματικότητα και την οικονομία συνολικά». Στο πλαίσιο αυτό, η ΓΣΕΒΕΕ έχει καταθέσει πρόταση να αυξηθεί από τα 6 στα 10 ευρώ ημερησίως το αφορολόγητο όριο των διατακτικών σίτισης, υποστηρίζοντας ότι δεν ανταποκρίνεται πλέον στο αυξημένο κόστος ζωής.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: