Kύριες συντάξεις: Έρχονται αυξήσεις έως και 120 ευρώ – Ποιοι κερδίζουν

Φωτ. Προσωπικού Αρχείου

Οι αυξήσεις θα προκύψουν από αλλαγές των συντελεστών στον Νόμο Κατρούγκαλου, που επεξεργάζεται το υπουργείο Εργασίας.

Αλλαγές στον νόμο Κατρούγκαλου φαίνεται πως ετοιμάζει η ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας, από τις οποίες θα προκύψουν αυξήσεις σε συντάξεις από 3% έως και 7%.

Σύμφωνα με τον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής, από την αλλαγή των συντελεστών και ανάλογα με τα τελικό σχέδιο που θα προκριθεί στο νέο νόμο, θα προκύψουν αυξήσεις συντάξεων από 20 ευρώ για όσους αποχωρούν με μισθό 1.000 ευρώ, ως και 95 ευρώ για όσους αποχωρούν με μισθό 2.000 ευρώ. Στους υψηλότερους μισθούς δε, πάνω από 2.500 ευρώ, οι αυξήσεις φτάνουν και στα 120 ευρώ.

Συγκεκριμένα, το υπουργείο Εργασίας εξετάζει δυο βασικά σενάρια για παρεμβάσεις στα ποσοστά αναπλήρωσης του νόμου 4387/2016.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα της εφημερίδας, το ένα σενάριο είναι να αυξηθούν οι σημερινοί συντελεστές του νόμου Κατρούγκαλου κατά 8% ή 10% μετά τα 28 έτη ασφάλισης, όπου και παρατηρούνται οι μεγαλύτερες μειώσεις συντάξεων ανεξαρτήτως μισθού, σε σχέση με τα ποσά συντάξεων πριν από το νόμο 4387/2016.

Το δεύτερο σενάριο είναι να αυξηθούν ίσως και πάνω από 10% οι συντελεστές αναπλήρωσης μετά τα 33-35 έτη ή και μετά τα 37 έτη, ώστε να υπάρξει κίνητρο για μεγάλη σύνταξη μεν, αλλά με ανάλογη αύξηση των ετών εργασίας.

Στους κερδισμένους είναι 4 κατηγορίες:

  • Οι εν συνταξιούχοι που έχουν προσωρινή σύνταξη και θα πάρουν την τελική τους σύνταξη με αυξημένο ποσό, από τη στιγμή που ισχύσουν οι βελτιώσεις στα ποσοστά αναπλήρωσης.
  • Οι υποψήφιοι συνταξιούχοι για «έξοδο» από το 2020 που θα λάβουν απευθείας τα νέα αυξημένα ποσά της ανταποδοτικής σύνταξης.
  • Οι συνταξιούχοι που αποχώρησαν με το νόμο Κατρούγκαλου από 13/5/2016 ως 2019 στους οποίους θα εφαρμοστούν τα νέα αυξημένα ποσοστά με το νέο νόμο, όχι όμως αναδρομικά αλλά μετά την ισχύ του νέου νόμου.
  • Οι παλαιοί συνταξιούχοι, πριν το νόμο Κατρούγκαλου, στους οποίους θα γίνει εκ νέου επανυπολογισμός και θα έχουν μεγαλύτερη ανταποδοτική σύνταξη και μικρότερη προσωπική διαφορά.