«Μαγνήτης» η Ελλάδα εκτός σεζόν: Πώς «κλείδωσε» το Top 5 των υπερατλαντικών ταξιδιωτών
- 15/10/2026, 17:21
- SHARE
- Η Ελλάδα συγκεντρώνει το 15% των προτιμήσεων από επτά υπερπόντιες αγορές, παραμένοντας στους κορυφαίους προορισμούς της Νότιας Ευρώπης για το φθινόπωρο του 2026.
- Η γενικότερη πρόθεση για ταξίδια προς την Ευρώπη υποχωρεί στο 34% (από 38% πέρυσι), με την ακρίβεια να αποτελεί τον κύριο ανασταλτικό παράγοντα.
- Το 53% των ταξιδιωτών θα επισκεφθεί την Ευρώπη για πρώτη φορά, στρέφοντας το ενδιαφέρον από το μοντέλο «ήλιος και θάλασσα» στον πολιτισμό, τα city breaks και τη φύση.
Σημαντικές προκλήσεις αλλά και ισχυρές ευκαιρίες για την ουσιαστική επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου αναδεικνύει η νέα έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ταξιδίων (ETC). Παρά τη γενικότερη κάμψη του ενδιαφέροντος για ταξίδια προς τη Γηραιά Ήπειρο λόγω του αυξημένου κόστους, η Μεσόγειος αντέχει, με την Ελλάδα να διατηρείται σταθερά στην κορυφαία πεντάδα των επιλογών για τους ταξιδιώτες από μακρινές αγορές το φετινό φθινόπωρο.
Η ακτινογραφία της ζήτησης και η θέση της Ελλάδας
Σύμφωνα με τα ευρήματα του Long-Haul Travel Barometer 3/2026 της ETC, που εξετάζει τις προθέσεις επτά μεγάλων αγορών (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Βραζιλία, Κίνα, Ιαπωνία, Νότια Κορέα), η Νότια και Μεσογειακή Ευρώπη παραμένει ο απόλυτος πρωταγωνιστής. Συγκεκριμένα, το 67% των υποψήφιων επισκεπτών σχεδιάζει να ταξιδέψει σε τουλάχιστον μία χώρα της περιοχής κατά το διάστημα Σεπτεμβρίου – Δεκεμβρίου.
Μέσα σε αυτό το άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, η Ελλάδα καταλαμβάνει την πέμπτη θέση, συγκεντρώνοντας ποσοστό προτίμησης 15%. Προηγούνται παραδοσιακές δυνάμεις του ευρωπαϊκού τουρισμού, με τη Γαλλία να κυριαρχεί (52%) και τις Ιταλία (35%), Ισπανία (25%) και Πορτογαλία (19%) να ακολουθούν.
Ο πληθωρισμός «ροκανίζει» τις μετακινήσεις
Το ταξιδιωτικό κλίμα στις μακρινές αγορές εμφανίζει σημάδια επιδείνωσης. Η πρόθεση για υπερατλαντικά ταξίδια προς την Ευρώπη περιορίζεται φέτος στο 34%, έναντι 38% το 2025.
Το υψηλό ταξιδιωτικό κόστος, και ειδικότερα οι τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων, παραμένει το μεγαλύτερο «αγκάθι». Ωστόσο, παρατηρείται μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: ενώ η συνολική ζήτηση μειώνεται, όσοι αποφασίζουν να ταξιδέψουν είναι πιο αποφασισμένοι. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 52% των υποψήφιων επισκεπτών έχει ήδη κλείσει αεροπορικά εισιτήρια, καταγράφοντας αύξηση 10 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με πέρυσι. Η Κίνα παραμένει η σημαντικότερη δεξαμενή ταξιδιωτών (54%), αν και αισθητά μειωμένη από το 69% του 2025, ενώ στον αντίποδα η Ιαπωνία καταγράφει το χαμηλότερο ενδιαφέρον (12%).
Νέες τάσεις: Multi-destination ταξίδια και First-Timers
Η έρευνα αναδεικνύει μεταβολές στον τρόπο με τον οποίο οργανώνουν τα ταξίδια τους οι τουρίστες από μακρινές αγορές, διαμορφώνοντας νέα δεδομένα για τον κλάδο:
- Συνδυασμός προορισμών: Μόλις το 34% προγραμματίζει ταξίδι σε μία μόνο χώρα. Το εντυπωσιακό 66% σχεδιάζει να επισκεφθεί τουλάχιστον δύο ευρωπαϊκές χώρες (με μέσο όρο τις 2,7), καθιστώντας την αεροπορική (low-cost και παραδοσιακές) και σιδηροδρομική συνδεσιμότητα κρίσιμο παράγοντα επιλογής.
- Η δυναμική των νέων επισκεπτών: Περισσότεροι από τους μισούς (53%) έρχονται στην Ευρώπη για πρώτη φορά. Το ποσοστό αυτό εκτοξεύεται στο 61% για τους Κινέζους και στο 57% για τους Αμερικανούς, δημιουργώντας ευκαιρίες για την καθιέρωση νέων τουριστικών συνηθειών.
- Μετατόπιση κινήτρων: Για το φθινόπωρο, το παραδοσιακό μοντέλο «ήλιος και θάλασσα» περνάει σε δεύτερη μοίρα. Το ενδιαφέρον στρέφεται έντονα προς τον πολιτισμό (36%) και τη φύση (35%), τάση που ευνοεί άμεσα τον ελληνικό τουρισμό και την ανάπτυξη εναλλακτικών προορισμών.
Το στοίχημα της επόμενης περιόδου
Η αντοχή της Μεσογείου απέναντι στην ακρίβεια προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία για την Ελλάδα. Με τη μέση διάρκεια ταξιδιού να αγγίζει τις 11 διανυκτερεύσεις και το ημερήσιο budget να κυμαίνεται για την πλειοψηφία μεταξύ 100 και 200 ευρώ ανά άτομο, το ζητούμενο είναι η μετάβαση από τη θεωρητική ζήτηση στην πράξη.
Η Ελλάδα καλείται να αξιοποιήσει τη θέση της στο Top 5, προσφέροντας ανταγωνιστικά πακέτα και πλούσιες εμπειρίες πολιτισμού και γαστρονομίας, αποδεικνύοντας ότι το τουριστικό της προϊόν παραμένει εξίσου ελκυστικό –αν όχι ελκυστικότερο– μετά τη δύση του καλοκαιριού.