Morgan Stanley: Η Ελλάδα περνά σε νέα επενδυτική εποχή με «όπλα» ανάπτυξη και Χρηματιστήριο
- 13/05/2026, 13:00
- SHARE
- Η Morgan Stanley προβλέπει ανάπτυξη 2,1% για την Ελλάδα το 2026 και 2% το 2027.
- Ο οίκος εκτιμά ότι η οικονομία μπορεί να αντέξει το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης χωρίς «cliff effect».
- Η αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου Αθηνών σε ανεπτυγμένη αγορά θεωρείται καταλύτης νέων κεφαλαίων.
- Οι ελληνικές τράπεζες και η ΔΕΗ αναμένεται να είναι οι βασικοί ωφελημένοι των παθητικών εισροών.
- Η Morgan Stanley βλέπει περιθώριο ανόδου 27% για την ελληνική αγορά λόγω βελτίωσης του country risk και των αποτιμήσεων.
Η Morgan Stanley εμφανίζεται ιδιαίτερα αισιόδοξη τόσο για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας όσο και για τη δυναμική του ελληνικού χρηματιστηρίου, εκτιμώντας ότι η χώρα εισέρχεται σε μια «σπάνια φάση μετάβασης» ανάμεσα στις αναδυόμενες και τις ανεπτυγμένες αγορές.
Σύμφωνα με τις νέες εκθέσεις του αμερικανικού οίκου, η Ελλάδα συνεχίζει να υπεραποδίδει μακροοικονομικά, με βασικούς μοχλούς την ιδιωτική κατανάλωση, τις επενδύσεις και τη βελτίωση του χρηματοπιστωτικού περιβάλλοντος.
Η Morgan Stanley προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 2,1% για το 2026 και 2% για το 2027, υποστηρίζοντας ότι το ελληνικό «story» δεν έχει εξαντληθεί. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, η Ελλάδα «τρέχει ακόμη μαραθώνιο», παρά τις ανησυχίες για την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και τις διεθνείς ενεργειακές πιέσεις.
Ο οίκος θεωρεί ότι η εσωτερική ζήτηση θα συνεχίσει να στηρίζει την οικονομία, ακόμη κι αν οι καθαρές εξαγωγές λειτουργήσουν επιβαρυντικά τα επόμενα χρόνια. Η σημαντική αύξηση του κατώτατου μισθού και η ενίσχυση των αμοιβών έχουν ήδη οδηγήσει σε αύξηση της κατανάλωσης κατά 15,5% από το 2019 έως το 2025, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται κατά περίπου 1,5% την περίοδο 2026-2027.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η Morgan Stanley στο επενδυτικό σκέλος της οικονομίας. Αν και το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώνεται τυπικά το 2026, ο οίκος δεν βλέπει απότομη επιβράδυνση των επενδύσεων. Αντιθέτως, εκτιμά ότι μέρος των πόρων θα συνεχίσει να διοχετεύεται στην οικονομία και τα επόμενα χρόνια, ενώ η Ελλάδα θα αξιοποιήσει εντονότερα άλλα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως τα προγράμματα Συνοχής.
Παράλληλα, η Morgan Stanley θεωρεί ότι η χώρα διαθέτει πλέον ισχυρή δημοσιονομική άμυνα απέναντι σε πιθανές ενεργειακές κρίσεις. Παρότι η Ελλάδα παραμένει σχετικά εκτεθειμένη σε ενεργειακά σοκ λόγω της εξάρτησης από εισαγόμενη ενέργεια, ο οίκος εκτιμά ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα προσφέρουν σημαντικά περιθώρια κρατικής παρέμβασης.
Οι προβλέψεις της κάνουν λόγο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,7% φέτος και 3,3% το 2027, ενώ το δημόσιο χρέος αναμένεται να υποχωρήσει στο 137,8% του ΑΕΠ και ακολούθως στο 131,5%.
Το δεύτερο μεγάλο στοίχημα για την Ελλάδα αφορά το Χρηματιστήριο Αθηνών και την επικείμενη αναβάθμισή του σε κατηγορία ανεπτυγμένων αγορών από τη MSCI. Η Morgan Stanley θεωρεί ότι η μετάβαση αυτή μπορεί να αποτελέσει σημαντικό καταλύτη εισροών, όχι μόνο λόγω της τεχνικής αναβάθμισης, αλλά και επειδή η ελληνική αγορά αποκτά πλέον διαφορετικό επενδυτικό προφίλ διεθνώς.
Ο οίκος εκτιμά ότι οι καθαρές παθητικές εισροές από τη μετάβαση στους δείκτες MSCI θα μπορούσαν να φτάσουν περίπου τα 0,5 δισ. δολάρια. Ωστόσο, το πιο σημαντικό στοιχείο είναι ότι πολλοί επενδυτές αναδυόμενων αγορών εμφανίζονται διατεθειμένοι να διατηρήσουν έκθεση στην Ελλάδα ακόμη και μετά την αναβάθμιση.
Οι βασικοί ωφελημένοι αναμένεται να είναι οι τραπεζικές μετοχές και η ΔΕΗ. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Morgan Stanley, η Εθνική Τράπεζα θα μπορούσε να προσελκύσει καθαρές παθητικές εισροές περίπου 264 εκατ. δολαρίων, η Eurobank περίπου 216 εκατ., η Τράπεζα Πειραιώς 202 εκατ., η Alpha Bank 126 εκατ. και η ΔΕΗ περίπου 75 εκατ. δολάρια.
Η έμφαση στις τράπεζες δεν είναι τυχαία, καθώς ο τραπεζικός κλάδος αντιπροσωπεύει πάνω από το 77% του MSCI Greece, έναντι μόλις 13,7% στον MSCI Europe.
Παράλληλα, η Morgan Stanley υπογραμμίζει ότι η εικόνα κινδύνου της Ελλάδας έχει αλλάξει σημαντικά. Οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων κινούνται πλέον κοντά σε αυτές χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, ακόμη και χαμηλότερα από την Ιταλία σε ορισμένες περιπτώσεις, ενώ οι ελληνικές τράπεζες έχουν περιορίσει δραστικά τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα στο 3,6%.
Ωστόσο, ο οίκος επισημαίνει ότι το κόστος ιδίων κεφαλαίων της ελληνικής αγοράς παραμένει ακόμη υψηλότερο από τον ιστορικό μέσο όρο σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Εάν το premium κινδύνου αποκλιμακωθεί προς τα ιστορικά επίπεδα, η Morgan Stanley εκτιμά ότι η ελληνική αγορά θα μπορούσε να εμφανίσει περιθώριο ανόδου έως και 27%.
Στο πολιτικό μέτωπο, ο οίκος αναγνωρίζει ότι οι εξελίξεις γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ έχουν τροφοδοτήσει σενάρια πρόωρων εκλογών, ωστόσο οι δημοσκοπήσεις εξακολουθούν να δείχνουν προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας, ακόμη κι αν ενδεχομένως απαιτηθούν κυβερνητικές συνεργασίες μετά τις επόμενες εκλογές.
Συνολικά, η Morgan Stanley περιγράφει μια οικονομία που έχει μετακινηθεί από τη φάση της κρίσης σε μια νέα περίοδο θεσμικής και επενδυτικής αναβάθμισης, με βασικά στηρίγματα τη δημοσιονομική σταθερότητα, τις επενδύσεις, την τραπεζική εξυγίανση και την αυξανόμενη διεθνή επενδυτική εμπιστοσύνη.