Νταβός: Οικονομική επιβάρυνση ή όφελος το μεταναστευτικό;

Η μεταναστευτική κρίση στο μικροσκόπιο του ΔΝΤ.

 

Ιδού μια άλλη όψη της συζήτησης που έχει ανάψει για την προσφυγική κρίση στην Ευρώπη: η εισροή τους θα πλήξει μια οικονομία που είναι ακόμα σε ανάκαμψη ή θα ενισχύσει την οικονομική δραστηριότητα βοηθώντας να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της γήρανσης του πληθυσμού;

Σε έκθεση που δημοσιοποιήθηκε την Τετάρτη, οι εμπειρογνώμονες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) παρουσιάζουν κάποιες απαντήσεις για τη «γρήγορη» ενσωμάτωση των προσφύγων στην αγορά εργασίας, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζουν το μέγεθος της προσπάθειας αυτής.

«Με το ποσοστό της ανεργίας να είναι υψηλό σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η ενσωμάτωση των προσφύγων (…) θα μπορούσε να διαρκέσει περισσότερο χρόνο απ’ ό,τι αλλού», προβλέπει η έκθεση που θα παρουσιαστεί επισήμως αργότερα σήμερα από την επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός.Το θέμα είναι πιεστικό: περισσότερο από ένα εκατομμύριο αιτούντες άσυλο, εκ των οποίων σχεδόν οι μισοί είναι Σύροι, έφθασαν στην Ευρώπη το 2015 και η ροή τους δεν έχει ανακοπεί παρότι έχει μπει ο χειμώνας.

Βραχυπρόθεσμα, αυτό το μεταναστευτικό κύμα, που δεν έχει προηγούμενο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο θα έχει ανάμικτη επίδραση σύμφωνα με το ΔΝΤ: οι κρατικές δαπάνες που αφορούν την υποδοχή των προσφύγων θα μεταφραστούν αυτόματα σε μια «μέτρια» επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά αντίστοιχα θα επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά.

Φέτος, αυτό το κόστος αναμένεται να είναι ελάχιστο για τη Γαλλία (0,06% του ΑΕΠ) αλλά πιο ουσιαστικό για την Αυστρία (0,31%) και για τη Γερμανία (0,35%), μια βασική χώρα υποδοχής στην Ευρώπη, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Ταμείου.

Παραδόξως, το Ταμείο δεν προχωρά σε εκτίμηση για την Ελλάδα, η οποία βλέπει, ωστόσο, τους πρόσφυγες να πλημμυρίζουν τα παράλιά της και πρέπει σε κάθε περίπτωση να τηρήσει τους αυστηρούς δημοσιονομικούς στόχους που έχουν καθοριστεί από τους διεθνείς πιστωτές της.

Νομικά εμπόδια

Μεσοπρόθεσμα, ο οικονομικός αντίκτυπος αυτού του προσφυγικού κύματος θα εξαρτηθεί «σε μεγάλο βαθμό» από την ικανότητα των προσφύγων να βρουν δουλειά και να καταβάλλουν φόρους και κοινωνικές εισφορές, επισημαίνει το ΔΝΤ. Στη χθεσινή παρουσίαση των παγκόσμιων οικονομικών προβλέψεων, το ΔΝΤ εμφανίστηκε περισσότερο απαισιόδοξο αναφερόμενο σε «σοβαρό πρόβλημα» στην ικανότητα απορρόφησης των αγορών εργασίας στην Ευρώπη.

Η έκθεσή του εμφανίζεται περισσότερο αισιόδοξη κρίνοντας ότι είναι «πιθανόν» οι νεοεισερχόμενοι στην Ευρώπη να είναι καλύτερα καταρτισμένοι και εκπαιδευμένοι από τους προκατόχους τους στις ίδιες χώρεςΤο ένα πέμπτο των Σύρων προσφύγων που έφθασε μεταξύ του 2013 και του 2014 στη Γερμανία ακολούθησε στη συνέχεια ανώτατες σπουδές, ένα ποσοστό πολύ κοντά σε αυτό της χώρας υποδοχής τους.

Ωστόσο, δεν λείπουν και τα εμπόδια: το εμπόδιο της γλώσσας, τα προβλήματα ισοτιμίας των διπλωμάτων αλλά επίσης και η απαγόρευση σε όσους αιτούνται άσυλο να εργάζονται όταν εξετάζεται η υπόθεσή τους.Το ΔΝΤ προτείνει να «ελαχιστοποιηθούν» αυτοί οι περιορισμοί και να προωθηθεί η ιδέα, που ενέχει πολιτικό ρίσκο, του να αρθεί «προσωρινά» η υποχρέωση προς τους εργοδότες να καταβάλλουν τον κατώτατο μισθό όταν απασχολούν αιτούντες άσυλο. Το Ταμείο επισημαίνει πάντως ότι η επιλογή αυτή πρέπει «να εξεταστεί με προσοχή» ώστε να μην υπάρξει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων.

Θα μπορούσε εξίσου να τροφοδοτήσει ένα αίσθημα δυσαρέσκειας απέναντι στους μετανάστες, καθιστώντας τους «ανταγωνιστές» στην αγορά εργασίας, υπογραμμίζει η έκθεση, η οποία διαβεβαιώνει αλλού ότι η εισροή ανειδίκευτων μεταναστών θα μπορούσε να βλάψει τους εργαζόμενους στις κατώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας.

Η επαγγελματική ενσωμάτωση των προσφύγων είναι πάντως ζωτικής σημασίας για να μπορέσουν να συνεισφέρουν στους φόρους και να μειώσουν την οικονομική επιβάρυνση για τις χώρες υποδοχής, περιορίζοντας τον κίνδυνο του «κοινωνικού αποκλεισμού», επισημαίνει το ΔΝΤ.

Αναφερόμενο σε ιστορικά προηγούμενα, η έκθεση επιβεβαιώνει ότι η μετανάστευση παράγει γενικά ένα «ελαφρύ» θετικό αντίκτυπο στα οικονομικά μια χώρας υποδοχής, αλλά το Ταμείο επιφυλάσσεται της εκτίμησής του για τις συνέπειες της σημερινού κύματος.

«Υπάρχει μια σημαντική αβεβαιότητα για τον επερχόμενο αριθμό και την προέλευση των μελλοντικών προσφύγων, σε ό,τι αφορά το ποσοστό που θα επιτρέπεται (και θα θελήσουν) να εγκατασταθούν μακροπρόθεσμα, και στην επιτυχία τους στην ενσωμάτωσή τους στην αγορά εργασίας», σημειώνει το Ταμείο.