Ντράγκι: Η ΕΕ χρειάζεται 100 δισ. ευρώ για επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη

Ντράγκι: Η ΕΕ χρειάζεται 100 δισ. ευρώ για επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη
epa05651009 President of the European Central Bank (ECB) and chairman of the European systemic risk Board, Mario Draghi, during a hearing by the European Parliament Committee on Economic and Monetary Affairs in Brussels, Belgium, 28 November 2016. EPA/OLIVIER HOSLET
Ο πρώην πρόεδρος της ΕΚΤ προειδοποιεί για το κόστος των υψηλότερων επιτοκίων, ζητά μεταρρυθμίσεις για την ανάπτυξη και προτείνει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για υποδομές AI.
  • Μάριο Ντράγκι: Η ΕΕ χρειάζεται έως 100 δισ. ευρώ για επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη.
  • Η ανάπτυξη είναι, σύμφωνα με τον Ντράγκι, ο βασικός παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει η Ευρώπη για τη βιωσιμότητα του χρέους.
  • Η Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπορούσε να προσθέσει έως 0,4 ποσοστιαίες μονάδες στην αύξηση της παραγωγικότητας την επόμενη δεκαετία.
  • Ο πρώην πρόεδρος της ΕΚΤ υπογραμμίζει την ανάγκη για σταθερότητα των τιμών και προσεκτική επικοινωνία της νομισματικής πολιτικής.
  • Τα υψηλότερα επιτόκια πλήττουν την Ευρώπη, ενώ τα οφέλη από την επενδυτική ώθηση της AI καταγράφονται μέχρι σήμερα περισσότερο στις ΗΠΑ. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται να επιταχύνει τις επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη, να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις και να διατηρήσει υπό έλεγχο τα δημόσια οικονομικά της, σε ένα περιβάλλον όπου τα επιτόκια παραμένουν υψηλότερα και η ανάπτυξη της Ευρωζώνης υστερεί έναντι των ΗΠΑ.

Αυτό ήταν ένα από τα βασικά μηνύματα του Μάριο Ντράγκι, στην ομιλία που πραγματοποιήθηκε στη μνήμη του οικονομολόγου Karl Brunner στην Ελβετία.

Ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έθεσε στο επίκεντρο τη σχέση μεταξύ πληθωρισμού, επιτοκίων, δημόσιου χρέους και ανάπτυξης, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει την παραγωγικότητά της προκειμένου να αντιμετωπίσει τις δημοσιονομικές πιέσεις των επόμενων ετών.

Πρώτη προτεραιότητα η σταθερότητα των τιμών

Ο Ντράγκι υπογράμμισε ότι η απόλυτη προτεραιότητα της νομισματικής πολιτικής πρέπει να είναι ο έλεγχος του πληθωρισμού.

Όπως εξήγησε, όταν επιδεινώνεται η δυναμική του δημόσιου χρέους, οι αγορές αρχίζουν να δοκιμάζουν την αξιοπιστία της κεντρικής τράπεζας. Εάν δημιουργηθεί η αντίληψη ότι η σταθερότητα των τιμών υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη χρηματοδότησης του Δημοσίου, τότε μπορεί να αυξηθούν οι πληθωριστικές προσδοκίες και το κόστος δανεισμού.

Ο ίδιος περιέγραψε έναν πιθανό φαύλο κύκλο: η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών ενισχύει τις προσδοκίες ότι το χρέος θα μπορούσε κάποια στιγμή να «νομισματοποιηθεί». Αυτό αυξάνει τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό, οδηγεί σε υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης και επιβαρύνει εκ νέου τα δημόσια οικονομικά.

Ο Ντράγκι έδωσε ιδιαίτερη έμφαση και στον ρόλο της επικοινωνίας της νομισματικής πολιτικής, ειδικά σε μια περίοδο όπου οι οικονομικοί κραδασμοί είναι συχνοί και σύνθετοι.

Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να αναλάβει άμεσα την ευθύνη για την ανάπτυξη όταν αντιμετωπίζει πληθωριστικά σοκ. Μπορεί, όμως, να διασφαλίσει ότι τα επιτόκια δεν θα κινηθούν πέρα από το επίπεδο που απαιτείται για τη σταθεροποίηση του πληθωρισμού μεσοπρόθεσμα.

Ο πρώην πρόεδρος της ΕΚΤ σημείωσε επίσης ότι οι αγορές δεν αποτιμούν ένα και μοναδικό πιθανό μονοπάτι για τα επιτόκια. Αντίθετα, αξιολογούν διαφορετικά σενάρια και τις πιθανότητές τους. Επομένως, η σαφής επικοινωνία των αντιδράσεων μιας κεντρικής τράπεζας σε διαφορετικά σενάρια αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Υψηλότερα επιτόκια, χαμηλότερη ανάπτυξη στην Ευρώπη

Σύμφωνα με τον Ντράγκι, δύο παράγοντες βρίσκονται πλέον σε λειτουργία και δεν μπορούν —ή δεν θα πρέπει— να αντιμετωπιστούν άμεσα από την ευρωπαϊκή νομισματική πολιτική.

Ο πρώτος αφορά την άνοδο των μακροπρόθεσμων επιτοκίων στην Ευρωζώνη. Όπως ανέφερε, οι αποδόσεις έχουν κινηθεί σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί εδώ και περίπου 15 χρόνια και ακολουθούν σε σημαντικό βαθμό την πορεία των αμερικανικών κρατικών ομολόγων.

Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται, σύμφωνα με τον ίδιο, σε μια ευρύτερη τάση συγχρονισμού των μακροπρόθεσμων αποδόσεων στις ανεπτυγμένες οικονομίες.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η χαμηλότερη ανάπτυξη της Ευρωζώνης σε σχέση με την ώθηση που καταγράφεται στις ΗΠΑ από τα υψηλότερα δημοσιονομικά ελλείμματα και τις επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη.

«Η Ευρώπη υφίσταται πλήρως την αύξηση των επιτοκίων, αλλά μόνο ένα μέρος της ανάπτυξης» ήταν το βασικό μήνυμα του Ντράγκι.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το πρόβλημα του ευρωπαϊκού χρέους

Η άνοδος του κόστους δανεισμού δεν έχει αποτυπωθεί ακόμη πλήρως στο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, καθώς σημαντικό μέρος του χρέους που εκδόθηκε την προηγούμενη δεκαετία εξακολουθεί να έχει χαμηλά κουπόνια.

Ο Ντράγκι ανέφερε ότι το μέσο επιτόκιο που καταβάλλουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βρίσκεται περίπου στο 2,25%, ενώ η ονομαστική ανάπτυξη κινείται περίπου στο 3,5%.

Η εικόνα αυτή, ωστόσο, μπορεί να μεταβληθεί όσο αναχρηματοδοτείται το υφιστάμενο χρέος με υψηλότερο κόστος.

Παράλληλα, εάν οι κυβερνήσεις χρηματοδοτήσουν την αύξηση των δαπανών χωρίς πρόσθετα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής ή μεταρρυθμίσεις, ο μέσος λόγος χρέους προς ΑΕΠ στην Ευρώπη θα μπορούσε, σύμφωνα με την εκτίμηση που παρουσίασε ο Ντράγκι, να φτάσει στο 130% έως το 2040. Με στάθμιση βάσει του μεγέθους των οικονομιών, η αναλογία θα μπορούσε να διαμορφωθεί στο 155%.

Για τον Ντράγκι, η δημοσιονομική προσαρμογή είναι αναπόφευκτη, αλλά η επίτευξή της αποκλειστικά μέσω περικοπών δαπανών και αυξήσεων φόρων δεν αρκεί για να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις.

Στο επίκεντρο βάζει τις υπερεθνικές μεταρρυθμίσεις, με στόχο την ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Όπως υποστήριξε, ένα μεγάλο μέρος των απαιτούμενων παρεμβάσεων περιλαμβάνεται ήδη στον ευρωπαϊκό οδικό χάρτη για την ανταγωνιστικότητα. Η εφαρμογή του, σύμφωνα με τον ίδιο, θα μπορούσε παράλληλα να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη χρηματοδότηση επενδύσεων στους τομείς της τεχνολογίας, της καθαρής ενέργειας και της άμυνας, σε μια περίοδο δημοσιονομικών περιορισμών.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα

Σε αυτό το πλαίσιο, η Τεχνητή Νοημοσύνη αποκτά κεντρικό ρόλο στην αναπτυξιακή στρατηγική της Ευρώπης.

Ο Ντράγκι εκτίμησε ότι η ταχεία υιοθέτηση της AI θα μπορούσε να προσθέσει έως και 0,4 ποσοστιαίες μονάδες στην αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής την επόμενη δεκαετία.

Παράλληλα, οι εσωτερικές μεταρρυθμίσεις και η εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς θα μπορούσαν, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, να προσθέσουν περίπου ακόμη 0,5 ποσοστιαία μονάδα ανάπτυξης τον χρόνο.

Η αύξηση της ανάπτυξης αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη βιωσιμότητα του χρέους. Ο Ντράγκι σημείωσε ότι μια επιπλέον ανάπτυξη κατά μισή ποσοστιαία μονάδα ετησίως έως το 2040, με μέρος των πρόσθετων εσόδων να κατευθύνεται στην αποταμίευση, θα κάλυπτε περίπου το ένα τρίτο της απόστασης που απαιτείται για μια βιώσιμη πορεία του χρέους.

Το πιο συγκεκριμένο μήνυμα της παρέμβασης Ντράγκι αφορά την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση υποδομών Τεχνητής Νοημοσύνης.

Η πρόσβαση σε επαρκή υπολογιστική ισχύ αποτελεί, σύμφωνα με τον ίδιο, προϋπόθεση για να μπορέσουν οι ευρωπαϊκές οικονομίες να αξιοποιήσουν την AI. Ωστόσο, η προσπάθεια γίνεται πιο δύσκολη όταν κάθε χώρα κινείται μεμονωμένα.

Για τον λόγο αυτό, ο Ντράγκι υποστήριξε ότι περίπου 100 δισ. ευρώ δημόσιας χρηματοδότησης, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του επενδυτικού κινδύνου, αποτελούν υποψήφια δαπάνη για χρηματοδότηση μέσω του προϋπολογισμού της ΕΕ.

Το ποσό, όπως σημείωσε, αντιστοιχεί περίπου στο 5% του επόμενου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, ο οποίος βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση, και δεν θα επιβάρυνε τους εθνικούς προϋπολογισμούς σε μια περίοδο κατά την οποία οι κυβερνήσεις επιχειρούν να περιορίσουν τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα.

Η πρόταση συνδέει έτσι την ευρωπαϊκή δημοσιονομική πολιτική με τις επενδύσεις στην AI, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το παραγωγικό και ανταγωνιστικό χάσμα της Ευρώπης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: