Ο κύβος ερρίφθη για αυξήσεις μισθών – Οι κοινωνικοί εταίροι και ο πήχης

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Στον υπουργό Εργασίας η ευθύνη για το ύψος της αύξησης – Άμεσα η εκκίνηση της διαδικασίας – Εισηγήσεις ετοιμάζουν οι κοινωνικοί εταίροι – Για σημαντική αύξηση μίλησε ο πρωθυπουργός – Το βασικό σενάριο.

Την άμεση έναρξη της διαδικασίας που θα οδηγήσει από 1η Μαΐου σε νέα σημαντικότερη αύξηση του κατώτατου μισθού, από τα 663 ευρώ που διαμορφώθηκε την 1η Ιανουαρίου, ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός καλλιεργώντας προσδοκίες στους εργαζομένους σε μια περίοδο που είναι αντιμέτωποι με αυξημένες δαπάνες διαβίωσης.

Στόχος της κυβέρνησης, που προωθεί ταυτόχρονα δέσμη μέτρων για τη στήριξη των επιχειρήσεων, είναι να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις από το κύμα ανατιμήσεων και να …«φρενάρουν».

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου στον Αντένα χθες το βράδυ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε το χρονοδιάγραμμα για την υλοποίηση της νέας αύξησης.

Αν και δεν έδωσε συγκεκριμένες πληροφορίες για το ύψος της, οι πληροφορίες τοποθετούν τον πήχη στο 6% (έναντι 2% αυτής του Ιανουαρίου) ή 703 ευρώ. Η αντιπολίτευση πάντως θεωρεί ότι ο πήχης πρέπει να μπει ακόμη υψηλότερα. «Σήμερα είναι αναγκαία η άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού στα 800 ευρώ, η στήριξη συνολικά των μισθών των εργαζομένων και η κατάργηση του νόμου Χατζηδάκη και όλων των αντεργατικών ρυθμίσεων της κυβέρνησης», σημείωνε, μεταξύ άλλων, σε ανακοίνωσή του ο ΣΥΡΙΖΑ σχολιάζοντας την κίνηση της κυβέρνησης.

Με τον πληθωρισμό να ξεπερνά το 5% (στο 5,1% διαμορφώθηκε τον Δεκέμβριο σύμφωνα με την χθεσινή ανακοίνωση της Ελλ.Στατ.) και τις τιμές σε ενεργειακά αγαθά και τρόφιμα να «καλπάζουν» η κυβέρνηση είναι αντιμέτωπη με ένα οξύ πρόβλημα. Η αβεβαιότητα για την εξέλιξη της παγκόσμιας κρίσης στην εφοδιαστική αλυσίδα και την αγορά ενέργειας προσθέτει αγνώστους στην εξίσωση.

Ο πρωθυπουργός επιχείρησε χθες να δώσει την πολιτική κατεύθυνση αναφορικά με το θέμα του κατώτατου μισθού, η αύξηση του οποίου θα λειτουργήσει υποστηρικτικά σε μια συγκυρία που τα εισοδήματα σε πολλές κατηγορίες πολιτών δεν επαρκούν για δαπάνες πέραν των βασικών. Διατυπώνονται ωστόσο και προβληματισμοί, όπως από μέλη της ΕΣΕΕ, για τις επιπτώσεις της αύξησης του κατώτατου μισθού στη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Εξάλλου στις θέσεις της ΕΣΕΕ τον Μάϊο του 2021 είχε επισημανθεί ότι οι Ευρωπαϊκές Εργοδοτικές Οργανώσεις έχουν αμφισβητήσει την πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για «επαρκείς κατώτατους μισθούς» υπογραμμίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η συγκυρία δεν προσφέρεται για διόγκωση του κόστους εργασίας.

Η διαδικασία

Σε συνέχεια των αναφορών του πρωθυπουργού ο υπουργός Εργασίας, Κωστής Χατζηδάκης, έχει λάβει εντολή να εκκινήσει άμεσα τη διαδικασία για την αύξηση του κατώτατου μισθού. Καθώς τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει το θεσμοθετημένο σύστημα την ευθύνη έχει ο υπουργός. Με βάση το νόμο 4172/2013 προβλέπεται έκδοση από τον υπουργό Εργασίας απόφασης καθορισμού του κατώτατου μισθού και του κατώτατου ημερομισθίου με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργικού Συμβουλίου. Σε σχετική διαβούλευση συμμετέχουν επιστημονικά ινστιτούτα και φορείς, μεταξύ των οποίων η Τράπεζα της Ελλάδος, η Ελληνική Στατιστική Αρχή, ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ, το Ινστιτούτο Εμπορίου και Υπηρεσιών της ΕΣΕΕ, το Ινστιτούτο του ΣΕΤΕ, το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) κ.α..

Ετοιμάζουν προτάσεις οι κοινωνικοί εταίροι

Συνδικαλιστικοί φορείς και εγοδοτικές οργανώσεις, όπως αναφέρουν στο Fortune Greece στελέχη τους, προετοιμάζονται για τη συμμετοχή τους στην παραπάνω διαδικασία, σε συνέχεια των ανακοινώσεων του πρωθυπουργού.

Ενδεικτικά σημειώνεται από στελέχη της ΓΣΕΕ ότι έχει τεκμηριωθεί μέσω του Ινστιτούτου Εργασίας της το αίτημα για άμεση επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ και στη συνέχεια προσαρμογής του στο 60% του διαμέσου ακαθάριστου μισθού πλήρους απασχόλησης, δηλαδή στα 809 ευρώ, με την υπογραφή Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.

Επίσης, κατά πάγια θέση της ΓΣΕΒΕΕ πρέπει να επανέλθει ο καθορισμός του κατώτατου μισθού στο πρότερο του 2013 καθεστώς διότι θεωρεί πως ο καθορισμός του κατώτατου μισθού είναι αποτελεσμα – ως ευρωπαϊκό κεκτημένο – μιας συλλογικής διαπραγμάτευσης μεταξύ κοινωνικών εταίρων και δεν πρέπει να είναι απλά υπόθεση του υπουργού εργασίας. Όπως εξηγεί στο Fortune Greece ο Γιώργος Καββαθάς, πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, η εμπειρία της περιόδου 2019-2010, με τις αυξήσεις 11% των μισθών στην έναρξη της οικονομική κρίσης, δίνει όλα τα εχέγγεια ότι με αυτή τη διαδικασία ο κατώτατος μισθός αποβαίνει αξιοπρεπής και ταυτόχρονα καλύπτει το μισθολογικό κόστος, τη δυνατότητα δηλαδή των επιχειρήσεων να τον καταβάλλουν. Η ΓΣΕΒΕΕ υπερασπίζεται τη συλλογική διαπραγμάτευση για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού. Θεωρεί ότι στην ατομική σύμβαση το ασθενές μέρος είναι ο εργαζόμενος, με το τρέχον καθεστώς να δημιουργεί επιπλέον αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ ομοειδών επιχειρήσεων.

Ενδεικτικά σημειώνεται επίσης ότι με βάση τις πάγιες θέσεις του ΣΕΒ εξίσου σημαντική με την αύξηση του κατώτατου μισθού είναι και η μείωση του μη μισθολογικού κόστους, η οποία προωθείται ήδη με τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και των φόρων. Θεωρείται ότι αυτός είναι ένας βιώσιμος τρόπος ενίσχυσης των εισοδημάτων, καθώς αφήνει χρήματα στην τσέπη του εργαζόμενου. Εξάλλου, σε αυτό το θέμα συμφωνούν και οι εκπρόσωποι φορέων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που κατεξοχήν έχουν ενδιαφέρον για την αύξηση του κατώτατου μισθού, δεδομένου ότι απασχολούν την μεγαλύτερη μερίδα ανειδίκευτων και χαμηλόμισθων εργαζομένων.