Όλα όσα μάθαμε στα πρώτα debate των Δημοκρατικών

Σίγουρα τα debate έδειξαν ότι η συζήτηση στους κόλπους του κόμματος έχει αλλάξει άρδην σε σχέση με πριν από τέσσερα χρόνια.

Τα πρώτα debate των υποψηφίων για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2020 πέτυχαν κάτι σημαντικό: ξεκαθάρισαν το τοπίο των υποψηφίων, έδωσαν μία σαφή εικόνα για το ποιοι υποψήφιοι θέλουν να σπρώξουν το κόμμα πιο αριστερά και ποιοι να το ωθήσουν προς το κέντρο. Αποκάλυψαν επίσης ότι το βασικό θέμα, που διχάζει τα δύο αυτά στρατόπεδα είναι ο χαρακτήρας της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και ο βαθμός εμπλοκής του κράτους σε αυτήν, ενώ ανέδειξαν ακόμη ζητήματα (στα οποία καταγράφεται μεγαλύτερη συμφωνία) ως προτεραιότητες των Δημοκρατικών- τον έλεγχο της οπλοκατοχής και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Ωστόσο η διαδικασία άφησε και ένα μεγάλο αναπάντητο ερώτημα: Βοήθησε το διήμερο debate στον κοινό στόχο του κόμματος να κερδίσει και πάλι την εμπιστοσύνη της εργατικής τάξης, την οποία έχει ανάγκη εάν θέλει να κερδίσει τον Ντόναλντ Τραμπ; Ή έκανε ακριβώς το αντίθετο;

Σίγουρα τα debate έδειξαν ότι η συζήτηση στους κόλπους του κόμματος έχει αλλάξει άρδην σε σχέση με πριν από τέσσερα χρόνια. Πολλοί από τους συνολικά 20 υποψηφίους (που διασταύρωσαν τα ξίφη τους ανά 10 σε δύο βραδιές) έδειξαν πρόθυμοι να εξετάσουν προτάσεις πολιτικής, που έως και πριν από λίγο καιρό θεωρούνταν υπερβολικά ριζοσπαστικές για να «χωρέσουν» στο mainstream πολιτικό σύστημα: ένα αποκλειστικά κρατικά ελεγχόμενο Medicare για όλους, αποποινικοποίηση της παράτυπης μετανάστευσης, ριζική αλλαγή της ενεργειακής πολιτικής, εξάλειψη εμποδίων στις αμβλώσεις.

Η αριστερή πτέρυγα του κόμματος πιστεύει ότι η δυσφορία για τις ανισότητες, η απέχθεια απέναντι στο «κατεστημένο», η οποία οδήγησε τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο, εξακολουθεί να είναι έντονη στην κοινή γνώμη, με μεγάλο μέρος της όμως να αναζητεί πολύ διαφορετικές απαντήσεις από αυτές που έδωσε την τελευταία τετραετία ο Αμερικανός πρόεδρος. Η Ελίζαμπεθ Γουόρεν, η πιο «αριστερή» φωνή της πρώτης βραδιάς, διεκήρυξε ότι το «οικονομικό σύστημα της χώρας έχει σταματήσει να λειτουργεί για τους πολλούς. Τα πηγαίνει περίφημα για ένα ολοένα και μικρότερο κομμάτι στην κορυφή» και φάνηκε πολλοί από τους συνυποψηφίους της να συμφωνούν, χωρίς να συμμερίζονται απολύτως τις λύσεις, που προτείνει. Ο Μπέρνι Σάντερς, ο κυριότερος εκπρόσωπος του αριστερού στρατοπέδου κατά το δεύτερο ντιμπέιτ, το έθεσε πιο απλά: «Έχουμε ένα εντελώς νέο όραμα για την Αμερική».

Ο πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, ωστόσο, «επικεφαλής» του κεντρώου στρατοπέδου, ξεκαθάρισε πως θέλει πιο σταδιακές αλλαγές. Επέκταση του Obamacare για παράδειγμα και όχι πλήρη κατάργηση του σημερινού συστήματος προκειμένου να στηθεί ένα με αποκλειστικά δημόσιο χαρακτήρα. Στο ίδιο μήκος κύματος οι Έιμι Κλομπουτσαρ, Τζον Χίκενλουπερ και Μάικλ Μπένετ.

Διαφορετική γραμμή και από τα δύο στρατόπεδα φάνηκε να επιδιώκει να χαράξει η Καμάλα Χάρις, η οποία και είχε μία από τις δυνατές εμφανίσεις στη δεύτερη βραδιά. Εστίασε περισσότερο την κριτική της στις πρακτικές και πολιτικές του Τραμπ, αποφεύγοντας τον «ιδεολογικό» πόλεμο, που δεν φαίνεται να συγκινεί πολλούς Αμερικανούς. Παρουσίασε δε προτάσεις με στόχο τη στήριξη κατά κύριο λόγο της μεσαίας και εργατικής τάξης.