Όταν η Λαχαναγορά απέκτησε τα δικά της «Μεζεκλίκια»

Γαστρονομικά «διαμάντια» βρίσκουν θέση στην κεντρική λαχαναγορά του Ρέντη.

Τι κοινό μπορεί να έχουν το χρηματιστήριο, η εστίαση και τα γκουρμέ ελληνικά προϊόντα; Εκ πρώτης όψεως τίποτα. Όμως στην περίπτωση του Γιάννη Χριστόπουλου με θητεία άνω των τριών δεκαετιών στην χρηματιστηριακή αγορά έχουν στενή σχέση αφού είναι ο άνθρωπος πίσω από τα «Μεζεκλίκια της Λαχαναγοράς» στην Κεντρική Λαχαναγορά του Ρέντη.

Δίχως να αφήσει την ιδιότητα του χρηματιστηριακού συμβούλου – μέσα στο συγκρότημα του Οργανισμού Κεντρικών Αγορών και Αλιείας, εξακολουθεί και «τρέχει» το υποκατάστημα της Solidus Χρηματιστηριακή- αποφασίζει από κοινού με τον συνέταιρό του Πέτρο Μαρτσούκο, να δημιουργήσουν ένα παντοπωλείο-εστιατόριο εντός της Λαχαναγοράς του Ρέντη, όπου οι καταναλωτές μπορούν να βρουν «ψαγμένα» προϊόντα από διάφορα μέρη της ελληνικής γης.

Η Κεντρική Αγορά, η οποία δημιουργήθηκε το 1955 με χρήματα του σχεδίου Μάρσαλ και στέγαζε έως το 2000 την κεντρική κρεαταγορά της χώρας, πήρε ξανά ζωή το 2010 με το άνοιγμα καταστημάτων που απευθύνονται σε κοινό λιανικής. Μάλιστα δεν ήταν λίγοι όσοι έσπευσαν να επενδύσουν για να «κλειδώσουν» τη θέση τους σε μια αγορά τροφίμων που χτιζόταν από την  αρχή. Αναγνωρίζοντας λοιπόν τις ευκαιρίες που δημιουργούσε αυτή η νέα ταυτότητα της Λαχαναγοράς, οι δύο συνεργάτες άνοιξαν τον Δεκέμβριο του 2018 τα «Μεζεκλίκια της Λαχαναγοράς».

«Αντιληφθήκαμε ότι η δυναμική του χώρου της αγοράς του καταναλωτή ήταν μεγάλη. Ήδη ο τωρινός Γραμματέας Γενικού Εμπορίου Πάνος Σταμπουλίδης, όταν ήταν πρόεδρος του ΟΚΑΑ είχε κάνει κινήσεις ώστε να δημιουργηθεί ένα ισχυρό επιχειρηματικό οικοσύστημα που θα εξυπηρετεί τους καταναλωτές της λιανικής και της χονδρικής, δίνοντας άλλη πνοή στην περιοχή» τονίζει στο fortunegreece.com ο Γιάννης Χριστόπουλος.

Η επένδυση της τάξης των 150.000 ευρώ πραγματοποιήθηκε σε μια δύσκολη χρονικά οικονομική συγκυρία για τη χώρα, όμως όπως συμβαίνει και στις μετοχές το limit down διαδέχεται το limit up, και η απόδοση είναι θέμα χρόνου.

Περισσότεροι από 1.300 κωδικοί προϊόντων βρίσκονται σήμερα στα ράφια του καταστήματος, το οποίο ξεχωρίζει, μεταξύ άλλων, για τα περίφημα αλλαντικά και τυριά του. Κοινώς δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από μια salumeria του εξωτερικού. Ο καταναλωτής μπορεί να επιλέξει από μια μεγάλη ποικιλία αλλαντικών που παράγονται από διάφορες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, ενώ έχει τη δυνατότητα να γευτεί ιδιαίτερα αλλαντικά από την Πάρμα της γειτονικής Ιταλίας.

Κρασιά, και παλαιωμένα τσίπουρα, ιδιαίτερες σάλτσες από λαχανικά, ούζα, μέλια, χειροποίητα ζυμαρικά, παξιμάδια, μανιτάρια και μαρμελάδες από την Κάσο μέχρι την Αλεξανδρούπολη περιμένουν να τα δοκιμάσετε.

«Το κατάστημα λειτουργεί ως ένας χάρτης πατριδογνωσίας με όχημα τη γεύση. Τα περισσότερα προϊόντα έχουν κερδίσει βραβεία στα great taste awards κάτι που μας κάνει να θεωρούμε ότι συνεργαζόμαστε με την αφρόκρεμα των Ελλήνων παραγωγών. Για εμάς η καλύτερη συμβουλή προμηθειών είναι ίδιοι οι πελάτες. Μας λένε τι καλό έχουν δοκιμάσει σε διάφορα μέρη της Ελλάδας κι εμείς ψάχνουμε να βρούμε αγαθά με πλούσια γεύση για να τα εντάξουμε στο portfolio των προϊόντων μας. Κριτήριο παραμένει η ποιότητα των πρώτων υλών όπως επίσης οι άνθρωποι και η φιλοσοφία που διέπει την παραγωγή τους» λέει χαρακτηριστικά.

Τον χαροποιεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι σημειώνονται πολύ καλά δείγματα γραφής από Έλληνες παραγωγούς στο λάδι, τα τυριά και γενικότερα σε delicatessen προϊόντα τα οποία ανταγωνίζονται επάξια αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Επίσης, τεράστια είναι η πρόοδος που γίνεται στα προϊόντα σάλτσας και στα χειροποίητα ζυμαρικά.

«Είναι ενθαρρυντικό να βλέπεις νέους ανθρώπους να μπαίνουν δυναμικά στον πρωτογενή τομέα. Η οικονομική κρίση των προηγούμενων ετών και η υψηλή ανεργία, οδήγησαν  προς αυτή την κατεύθυνση. Μπήκε «φρέσκο αίμα» σε έναν παραδοσιακό κλάδο και πλέον οι επαγγελματίες διαθέτουν και την κατάλληλη γνώση αλλά και την φιλοδοξία να εξελίξουν τα ελληνικά προϊόντα. Πάρτε για παράδειγμα τα ελληνικά αλλαντικά. Είναι τόσο προσεγμένα που δεν έχουν πολλά λίπη, παράγονται από καθαρή πρώτη ύλη και το κρέας είναι, όσο το δυνατόν, πιο κοντά στην πρωταρχική του μορφή. Είναι γεγονός πως υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός στο χώρο του τρόφιμου και μόνο όσοι επενδύσουν στην καινοτομία και την ποιότητα θα μπορέσουν να επιβιώσουν και να διακριθούν».

Για τα «Μεζεκλίκια της Λαχαναγοράς» το 2021 πρωταρχικός στόχος είναι η σύναψη νέων συνεργασιών με φιλόδοξος παραγωγούς. Παράλληλα έμφαση θα δοθεί στην δημιουργία e-Shop για να μπορούν οι καταναλωτές να πραγματοποιούν ηλεκτρονικά τις αγορές τους.

«Το ηλεκτρονικό εμπόριο είναι μία τάση που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Πιστεύω όμως ότι η ανάγκη της ανθρώπινης επαφής και η παρουσία στο φυσικό κατάστημα δεν θα αντικατασταθούν από αυτή την νέα εμπειρία. Moto μας είναι ότι ο καταναλωτής πρέπει να παίρνει ότι βλέπει. Σαφώς και δεν κλείνουμε τα μάτια στην νέα πραγματικότητα για αντιλαμβανόμαστε ότι η ψηφιοποίηση της οικονομίας οδηγεί και στην ψηφιοποίηση των μέσων συναλλαγής».

Η πανδημία τσάκισε την εστίαση

Ο κ. Χριστόπουλος παραδέχεται πως η πανδημία επηρέασε, όπως ήταν φυσικό, και την δική του επιχείρηση, αν και σε περιορισμένο βαθμό, διότι έχει περιορισμένη έκθεση στο κομμάτι του HO.RE.CA. Στην πραγματικότητα τα κλειστά εστιατόρια οδήγησαν τον Έλληνα στο να επενδύσει μεγαλύτερα ποσά στην ποιοτική διατροφή.

«Ο καταναλωτής έχοντας περιορίσει πιθανούς τρόπους διάθεσης του εισοδήματος του και περνώντας περισσότερο χρόνο στο σπίτι προτίμησε να δαπανήσει περισσότερα χρήματα για την απόκτηση ποιοτικών προϊόντων. Ήθελε να τρώει σαν βασιλιάς στο σπίτι του και θεωρώ ότι αυτή η στροφή προς την ποιότητα είναι κάτι που θα μείνει και μετά την πανδημία» επισημαίνει.

Σχολιάζοντας τη γενικότερη κατάσταση των επιχειρήσεων του ΟΚΑΑ, κάποιες εκ των οποίων είναι leader στον κλάδο τους, ο κ. Χριστόπουλος αναφέρει πως η πανδημία τσάκισε τον τζίρο της εστίασης και δημιούργησε τρύπες στους ισολογισμούς εύρωστων επιχειρήσεων. Εξηγεί πως η κεντρική λαχαναγορά, αν κατάφερε να απορροφήσει τους κραδασμούς της υγειονομικής κρίσης, ήταν γιατί λειτουργεί ως ένα ανοιχτό mall που τηρεί όλα τα υγειονομικά πρωτόκολλα. Ο κόσμος ένιωθε ασφάλεια για να πραγματοποιήσει τις αγορές του, ενώ το φαγητό και η προμήθειά του ήταν και μία αφορμή για να βγει από το σπίτι.

Σαν επιχειρηματίας, αλλά και σαν χρηματιστής έχει μάθει να ερμηνεύει τα σημάδια και να προβαίνει σε ασφαλείς προβλέψεις. Το 2021 θα είναι, όπως λέει, ένα δύσκολο έτος και απαιτεί γερό στομάχι.

«Είμαι φύσει αισιόδοξος αλλά θέση απαισιόδοξος. Μιλάμε για μία εξίσωση στην οποία περιλαμβάνονται παράγοντες όπως η υγεία, η οικονομία και η πολιτική. Είναι δύσκολο αυτά τα τρία να συμβαδίσουν μεταξύ τους γιατί είναι σύνηθες το ένα
“καπελώνει” το άλλο. Η ελληνική οικονομία χρειάζεται μεγάλες αντοχές. Δεν αρκεί το οξυγόνο που δίνουν οι κεντρικές τράπεζες με την εκτύπωση χρήματος. Το πρόβλημα δυστυχώς παραμένει και μπαίνει κάτω από το χαλί. Ο λογαριασμός που θα κληθούμε στο τέλος να πληρώσουμε θα είναι πολύ μεγάλος. Μην ξεχνάτε ότι πάνω από μία δεκαετία βρισκόμαστε σε μνημόνια και κρίσεις. Ο δομικός μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας δεν έχει πραγματοποιηθεί και εκτιμώ ότι μέσα στην τρέχουσα χρονιά θα δούμε αρκετές χρεοκοπίες ελληνικών επιχειρήσεων» καταλήγει.