Ποιοι κλάδοι «σηκώνουν» την ελληνική οικονομία και ποιοι έχουν τις υψηλότερες αποδόσεις – Οι δύο ταχύτητες των επιχειρήσεων

Ποιοι κλάδοι «σηκώνουν» την ελληνική οικονομία και ποιοι έχουν τις υψηλότερες αποδόσεις – Οι δύο ταχύτητες των επιχειρήσεων
Photo: Shutterstock
Πού παράγεται ο πλούτος στην Ελλάδα και πού μένουν τα κέρδη.
  • Το εμπόριο και η μεταποίηση παράγουν τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία στην ελληνική επιχειρηματική οικονομία.
  • Οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και τα ακίνητα προηγούνται όταν η σύγκριση γίνεται με βάση την παραγωγικότητα σε σχέση με το κόστος εργασίας και το λειτουργικό περιθώριο.
  • Η μέση ετήσια δαπάνη προσωπικού ξεπερνά τα 50.000 ευρώ στην ενέργεια και στα χρηματοοικονομικά, ενώ στα καταλύματα και στην εστίαση βρίσκεται κοντά στα 10.000 ευρώ.

Οι κλάδοι που συνεισφέρουν τα περισσότερα στην ελληνική επιχειρηματική οικονομία δεν είναι απαραίτητα εκείνοι με τα υψηλότερα λειτουργικά περιθώρια. Τα στοιχεία της Eurostat για το 2024 δείχνουν μια έντονη διαφορά ανάμεσα στο μέγεθος μιας δραστηριότητας και στην απόδοσή της: το εμπόριο και η μεταποίηση κυριαρχούν σε παραγόμενη αξία, ενώ τα χρηματοοικονομικά και τα ακίνητα ξεχωρίζουν στους δείκτες παραγωγικότητας και λειτουργικού πλεονάσματος.

Πρόκειται για διαφορετικές όψεις της οικονομίας, που χρειάζεται να διαβάζονται μαζί. Η προστιθέμενη αξία δείχνει πόση αξία δημιουργεί συνολικά ένας κλάδος. Η παραγωγικότητα προσαρμοσμένη στο μισθολογικό κόστος συγκρίνει την αξία που παράγεται με τη δαπάνη προσωπικού. Ο ακαθάριστος λειτουργικός δείκτης αποτυπώνει το λειτουργικό πλεόνασμα ως ποσοστό του τζίρου· δεν ταυτίζεται με το καθαρό κέρδος μιας επιχείρησης.

Εμπόριο και μεταποίηση παράγουν τη μεγαλύτερη αξία

Οι επιχειρήσεις χονδρικού και λιανικού εμπορίου, μαζί με την επισκευή οχημάτων, παρήγαγαν το 2024 προστιθέμενη αξία άνω των 22 δισ. ευρώ. Ακολουθεί η μεταποίηση, με περίπου 20 δισ. ευρώ.

Στην τρίτη θέση βρίσκονται οι χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες, με περίπου 13 δισ. ευρώ, ενώ τα καταλύματα και η εστίαση συνεισφέρουν περίπου 10 δισ. ευρώ. Έπονται οι επαγγελματικές και επιστημονικές υπηρεσίες, οι μεταφορές και η αποθήκευση, καθώς και η πληροφορική και οι επικοινωνίες.

Η κατάταξη αυτή περιγράφει το συνολικό οικονομικό αποτύπωμα κάθε κλάδου. Δεν λέει, από μόνη της, πόσο υψηλή είναι η απόδοση σε σχέση με το εργατικό κόστος ή τι μέρος του τζίρου απομένει ως λειτουργικό πλεόνασμα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η παραγωγικότητα αλλάζει την κατάταξη

Στην παραγωγικότητα προσαρμοσμένη στο μισθολογικό κόστος, οι χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες ξεπερνούν το 330%, έναντι περίπου 160% για το σύνολο της επιχειρηματικής οικονομίας. Οι δραστηριότητες ακινήτων ακολουθούν με περίπου 275% και η ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο με περίπου 240%.

Ο δείκτης δεν σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος στον χρηματοοικονομικό τομέα εργάζεται «διπλάσια» από έναν εργαζόμενο αλλού. Συγκρίνει την προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο με το μέσο κόστος προσωπικού και βοηθά να συγκρίνονται κλάδοι με διαφορετική σύνθεση απασχόλησης. Στην εικόνα κάθε δραστηριότητας παίζουν ρόλο επίσης τα κεφάλαια, οι υποδομές και ο τρόπος λειτουργίας της.

Πάνω από τον γενικό μέσο όρο βρίσκονται ακόμη οι τέχνες και η ψυχαγωγία, η μεταποίηση και οι κατασκευές. Χαμηλότερες τιμές εμφανίζουν, μεταξύ άλλων, η εκπαίδευση, οι επισκευές ηλεκτρονικών και οικιακών συσκευών και οι λοιπές προσωπικές υπηρεσίες.

Από τα 10.000 έως τα 50.000 ευρώ η δαπάνη προσωπικού

Η διαφορά φαίνεται και στη μέση ετήσια δαπάνη προσωπικού ανά μισθωτό. Στην ενέργεια και στις χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες υπερβαίνει τα 50.000 ευρώ. Στην πληροφορική και τις επικοινωνίες κινείται κοντά στα 36.000 ευρώ, ενώ στη μεταποίηση, στις μεταφορές και στις επαγγελματικές και επιστημονικές δραστηριότητες βρίσκεται περίπου μεταξύ 25.000 και 27.000 ευρώ.

Ο μέσος όρος της επιχειρηματικής οικονομίας διαμορφώνεται κοντά στα 20.000 ευρώ. Στα καταλύματα και την εστίαση η αντίστοιχη δαπάνη είναι περίπου 10.000 ευρώ. Η διαφορά αποτυπώνει τις αποκλίσεις στο κόστος εργασίας μεταξύ δραστηριοτήτων, αλλά δεν αποτελεί σύγκριση καθαρών μισθών: πρόκειται για δαπάνη της επιχείρησης ανά μισθωτό, ενώ ο δείκτης επηρεάζεται και από τη σύνθεση της απασχόλησης κάθε κλάδου.

Σχεδόν 50% το λειτουργικό περιθώριο στα χρηματοοικονομικά

Η μεγαλύτερη απόσταση καταγράφεται στον ακαθάριστο λειτουργικό δείκτη. Στις χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες πλησιάζει το 50%. Στα ακίνητα βρίσκεται περίπου στο 35% και στην υγεία και κοινωνική μέριμνα κοντά στο 27%, έναντι περίπου 14% για το σύνολο της επιχειρηματικής οικονομίας.

Στο εμπόριο, παρότι παράγει τη μεγαλύτερη συνολική προστιθέμενη αξία, ο δείκτης κινείται κοντά στο 6%. Αυτό δείχνει γιατί ο μεγάλος τζίρος δεν συνεπάγεται εξίσου μεγάλο λειτουργικό περιθώριο. Η εξόρυξη είναι η μόνη κατηγορία της συγκεκριμένης κατάταξης με αρνητικό λειτουργικό δείκτη το 2024.

Έτσι προκύπτουν οι δύο ταχύτητες: κλάδοι με μεγάλο συνολικό αποτύπωμα και πολλές θέσεις εργασίας στηρίζουν τον όγκο της ελληνικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, ενώ άλλοι, μικρότεροι σε έκταση, εμφανίζουν υψηλότερη απόδοση στους συγκεκριμένους οικονομικούς δείκτες. Η σύγκριση φωτίζει τη δομή της οικονομίας, αρκεί το μέγεθος, το κόστος εργασίας και το λειτουργικό περιθώριο να μη συγχέονται μεταξύ τους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: