Ποιος θα είναι ο αντίπαλος του Μητσοτάκη;

Ποιος θα είναι ο αντίπαλος του Μητσοτάκη;
(ΞΕΝΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ) Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μιλάει στην Ολομέλεια της Βουλής, στη συζήτηση για την υλοποίηση των πρωτοβουλιών της κυβέρνησης για την ανασυγκρότηση των περιοχών της Θεσσαλίας και του Έβρου αλλά και την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, Αθήνα, Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2023. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ Photo: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Νικητής στη μάχη της δεύτερης θέσης θα είναι αυτός, που θα καταφέρει να δημιουργήσει ένα ρεαλιστικό εναλλακτικό αφήγημα εξουσίας.

Εδώ και μερικές εβδομάδες, από τότε που έγινε σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διαλύεται σε ζωντανή μετάδοση και πως έχει χάσει την κυβερνητική προοπτική, αναζητούμε το δεύτερο κόμμα. Το ποιος δηλαδή θα πάρει τη δεύτερη θέση στις ευρωεκλογές, το ποιος θα είναι ο αντίπαλος του Μητσοτάκη και το ποιο θα είναι το αντίβαρο στην κυβερνητική εξουσία. Θα είναι λογικά και το πολιτικό διακύβευμα του επόμενου εξαμήνου μέχρι τις κάλπες του Ιουνίου. Το προφανές είναι να σκεφτεί κανείς πως τη θέση αυτή θα την καταλάβει το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλάκης. Ακόμη κι αν αυτό ισχύει, είναι κρίσιμο να σκεφτούμε τις συνθήκες, μέσα στις οποίες θα διαμορφωθεί το νέο πολιτικό τοπίο.

Πρώτον, στην τρέχουσα δεκαετία, αυτήν που ο Πρωθυπουργός χαρακτήρισε χθες στο Λονδίνο ως τη φάση του «ενάρετου κύκλου», οι κοινωνικές συνθήκες στο εσωτερικό είναι διαφορετικές. Η χώρα δεν ζει στη κρίση, η αύξηση του ΑΕΠ δημιουργεί συνθήκες κοινωνικής ευημερίας και παρά τα σοβαρά προβλήματα που φέρνει η ακρίβεια, η κυβέρνηση έχει δώσει λύσεις με τα διάφορα, επιδοματικού τύπου βοηθήματα, στα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα. Άρα η ισοπεδωτική αντιπολίτευση του στυλ «καταστροφική κυβερνητική πολιτική» είναι ένα έργο που δεν κόβει πια εισιτήρια.

Δεύτερον, ζούμε σε μια φάση «μεταπολιτικής», όπου οι κομματικές δεσμεύσεις μοιάζουν πολύ πιο χαλαρές, οι πολίτες ψηφίζουν με όρους διαχειριστικής επάρκειας και γοητεύονται από νέες επικοινωνιακές τεχνικές. Κάθε πολιτικός σχηματισμός – ακόμη και το ΚΚΕ το έχει αντιληφθεί αυτό – δεν μπορεί να απέχει από τις πλατφόρμες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης κι από τον σύγχρονο πολιτικό λόγο. Άρα το «δεύτερο κόμμα» δεν μπορεί να αρνηθεί την νέα πραγματικότητα που κουβαλάει η εποχή μας. Και σίγουρα δεν μπορεί να παραμένει κλεισμένο στα δωμάτια ηχούς, τα echo chamber, που δημιουργούν τα σύγχρονα μέσα – αρκεί να δει κανείς τι έπαθε ο ΣΥΡΙΖΑ πριν τις εκλογές του Μαΐου, όπου όλοι πίστευαν πως η διαφορά των δυο κομμάτων «έπαιζε» στα όρια του στατιστικού λάθους.

Τρίτον, όποιος κι’ αν είναι ο αρχηγός θα πρέπει να πλαισιωθεί από μια ηγετική ομάδα, που μπορεί να δώσει τη μάχη στα τηλεοπτικά παράθυρα, στα σόσιαλ αλλά και στις γειτονιές και την επαρχία. Η πολιτική δεν έπαψε ποτέ να είναι ένα παιχνίδι προσωπικής επαφής και ενδιαφέροντος. Ο ψηφοφόρος πρέπει να αισθανθεί πως υπάρχουν εκεί έξω άνθρωποι που νοιάζονται, μια πολιτική οργάνωση που έχει τα αυτιά της ανοιχτά και τα βλέμματα στραμμένα στον κόσμο και όχι στο παιχνίδι νομής της κρατικής εξουσίας.

Τέταρτον και σημαντικότερο: νικητής στη μάχη της δεύτερης θέσης θα είναι αυτός, που θα καταφέρει να δημιουργήσει ένα ρεαλιστικό εναλλακτικό αφήγημα εξουσίας. Που θα καταφέρει να πείσει τους ψηφοφόρους πως κατανοεί τα προβλήματα – όχι μόνο την ακρίβεια, αλλά και μια σειρά σύγχρονων ζητημάτων, όπως το θέμα της στέγασης, του πλαισίου για τις πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, για το κυκλοφοριακό και τις επιπτώσεις στην καθημερινότητα, για την υγεία και την παιδεία. Αλλά και πιο σύνθετα, όπως το μεταναστευτικό, που ορίζει σε μεγάλο βαθμό την ταυτότητα των κοινωνιών μας, την κλιματική κρίση, που καθορίζει το μέλλον μας, αλλά και την εξάπλωση των τεχνολογικών καινοτομιών με όρους συμπερίληψης.

Ο δυνητικός αντίπαλος του Μητσοτάκη θα πρέπει να κατανοήσει πως σε όλα τα παραπάνω ο σημερινός Πρωθυπουργός είναι ήδη 2-3 βήματα μπροστά. Και πως, ο χρονικός ορίζοντας – με βάση τα σημερινά πολιτικά και δημοσκοπικά δεδομένα – είναι μακρύς. Όμως ο άλλος δρόμος, η επιλογή του «ώριμου φρούτου», της στείρας αντιπολίτευσης, του βρώμικου πολέμου στα σόσιαλ και της κατασκευής ενός φαντασιακού εχθρού έχει αποτύχει πλήρως. Αν κάποιος αμφιβάλλει, ας ρωτήσει τον Τσίπρα. Μια συνταγή που έπιασε το 2015, δεν θα ισχύσει για την Ελλάδα του 2027.

ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: