Πώς και πόσο επηρεάζονται οι ελληνοτουρκικές σχέσεις από τον πόλεμο Ισραήλ – Χαμάς;

Πώς και πόσο επηρεάζονται οι ελληνοτουρκικές σχέσεις από τον πόλεμο Ισραήλ – Χαμάς;
(Ξένη Δημοσίευση) Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης (Α) συνομιλεί με τον Πρόεδρο της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν (Δ), κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους, την Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019, στο περιθώριο των εργασιών της 74ης Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, στη Νέα Υόρκη. Στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ βρίσκεται ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης για να συμμετάσχει στη Σύνοδο Κορυφής του ΟΗΕ για το Κλίμα και στις εργασίες της 74ης Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη, ενώ θα έχει στο περιθώριο σειρά σημαντικών διμερών συναντήσεων. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ Photo: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Ο πόλεμος στην Γάζα και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις…  

To πώς και το πόσο επηρεάζονται οι ελληνοτουρκικές σχέσεις από τον πόλεμο Ισραήλ – Hamas αναφέρεται ο Γερμανός ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ, Dr. Ronald Maynardous.

Eιδικότερα, σύμφωνα με τον Maynardous, «Ο κύριος στόχος της έντονης διπλωματίας της Ουάσινγκτον αυτές τις μέρες είναι η αποτροπή της εξάπλωσης του πολέμου στη Γάζα.

Η Ελλάδα και η Τουρκία συμφωνούν με αυτόν τον στόχο. Ωστόσο, θεμελιώδεις στρατηγικές διαφορές χωρίζουν Αθήνα και Άγκυρα όσον αφορά την πολιτική στη Μέση Ανατολή. Φυσικά, και οι δύο κυβερνήσεις συμφωνούν ότι η λύση των δύο κρατών πρέπει να παραμένει ο στόχος για την Παλαιστίνη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ωστόσο, το αίτημα αυτό είναι πλέον εξίσου μη ρεαλιστικό, όσο η ιδέα ότι το Ισραήλ θα εγκαταλείψει τα κατεχόμενα εδάφη. Κατά τα άλλα, Αθήνα και Άγκυρα βρίσκονται σε διαφορετικά στρατόπεδα στο ζήτημα των Παλαιστινίων, το οποίο διχάζει ολοένα και περισσότερο τον κόσμο: ο Ερντογάν με τη φιλική προς τη Χαμάς ρητορική του, μετατρέπει τον εαυτό σε ηγέτη του αντι-ισραηλινού μετώπου. Η ελληνική κυβέρνηση στέκεται σταθερά στο πλευρό του Ισραήλ. Ένα ερώτημα που τίθεται αυτές τις μέρες, ειδικά στην Ελλάδα, είναι:

Τι επιπτώσεις έχει ο πόλεμος στη Γάζα για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις; Η θετική απάντηση – που ίσως εκπλήσσει εκ πρώτης όψεως – είναι ότι ο πόλεμος δεν έχει ακόμη επηρεάσει αρνητικά τις διμερείς σχέσεις. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτό θα παραμείνει έτσι.

Ο “οδικός χάρτης” που συμφωνήθηκε μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας, ο οποίος αναμένεται να κορυφωθεί με μια νέα συνάντηση κορυφής μεταξύ Erdogan και Μητσοτάκη στις αρχές Δεκεμβρίου στη Θεσσαλονίκη, προχωρά ομαλά.

Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης εξήρε το “εξαιρετικά παραγωγικό κλίμα” των σχέσεων σε πρόσφατη συνέντευξη. Εξίσου θετικοί είναι Τούρκοι διπλωμάτες για το θέμα.

Αθήνα και Άγκυρα θέλουν να διαφυλάξουν το καλό διμερές κλίμα

Όλα δείχνουν ότι Αθήνα και Άγκυρα ενδιαφέρονται να προφυλάξουν τη διμερή προσέγγιση από την αναταραχή του πολέμου στη γειτονιά τους.

Το αν αυτή η προσπάθεια θα έχει διάρκεια εξαρτάται από διάφορους παράγοντες – και σε μεγάλο βαθμό από τη στάση του Τούρκου προέδρου.

Το παρελθόν μας διδάσκει ότι ο Erdogan είναι ικανός να προβεί σε ριζικές πολιτικές αλλαγές σε σύντομο χρονικό διάστημα. Έχουμε δει αυτή την μεταβλητότητα και στην πολιτική της Άγκυρας απέναντι στην Ελλάδα.

Ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεωρούνταν “persona non grata” για τον Τούρκο πρόεδρο πριν από λίγο καιρό, το “Μητσοτάκης γιοκ” έχει πλέον δώσει τη θέση του σε έναν εποικοδομητικό διάλογο.

Η πολιτική της Άγκυρας στη Μέση Ανατολή είναι επίσης κάθε άλλο παρά σταθερή. Αυτές τις μέρες βλέπουμε μια επιστροφή στη ριζοσπαστική ρητορική της εποχής της “αραβικής άνοιξης”, όταν ο Ερντογάν αναδείχτηκε σε υπέρμαχο των λαϊκών εξεγέρσεων.

Η εμφανής συναδέλφωση με τους ισλαμιστές οδήγησε σε ρήξη με τους αυταρχικούς κυβερνήτες στη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Αίγυπτο.

Η Αθήνα εκμεταλλεύτηκε τη διπλωματική περιθωριοποίηση της Άγκυρας στον αραβικό κόσμο για να θέσει σε νέα στρατηγική βάση τις δικές της σχέσεις σε αυτό το μέρος του κόσμου – όπου και παραμένουν μέχρι σήμερα.

Το 2020, ο Erdogan προσπάθησε να επανακτήσει το χαμένο διπλωματικό έδαφος με τη λεγόμενη επίθεση γοητείας. Αυτή περιελάμβανε επίσης την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων με το Ισραήλ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Νετανιάχου και ο Ερντογάν συναντήθηκαν για πρώτη φορά προσωπικά. Έγινε λόγος για μια άνοιξη στις ισραηλινοτουρκικές σχέσεις. Ωστόσο, το πνεύμα αισιοδοξίας έλαβε απότομο τέλος με τον πόλεμο στη Γάζα:

“Ο Netanyahu δεν είναι κάποιος με τον οποίο μπορούμε να μιλήσουμε, τον έχουμε ξεγράψει”, δήλωσε πρόσφατα ο Erdogan.

Ο πόλεμος στη Γάζα θα κυριαρχήσει στην τουρκική εξωτερική πολιτική τις επόμενες εβδομάδες και μήνες.

Ο Ιρανός πρόεδρος αναμένεται στην Τουρκία στα τέλη Νοεμβρίου και ο Erdogan θα προωθήσει το σχέδιό του για ένα διεθνές σύστημα εγγυήσεων για την Παλαιστίνη στη σύνοδο κορυφής των ισλαμικών κρατών στη Σαουδική Αραβία.

Οι επόμενες εβδομάδες θα δείξουν αν ο Erdogan θα επαναλάβει το λάθος του 2011 προσβάλλοντας τους μετριοπαθείς Άραβες, συμπεριλαμβανομένων των Σαουδαράβων και των Αιγυπτίων, με το να είναι υπερβολικά κοντά στους ισλαμιστές.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι επιθέσεις του Erdogan κατά της Δύσης και του Ισραήλ δεν ανταποκρίνονται στην πολιτική πρακτική.

Στο αποκορύφωμα της κρίσης, ο Erdogan έδωσε το πράσινο φως για την ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ. Παρόλο που η Άγκυρα ανακάλεσε τον πρεσβευτή της από το Ισραήλ, δεν διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις που μόλις είχαν και πάλι ξεκινήσει.

“Η πλήρης διακοπή των διπλωματικών σχέσεων δεν είναι δυνατή, ειδικά στη διεθνή διπλωματία”, εξήγησε ο Ερντογάν μιλώντας για την αυτοσυγκράτηση που επέδειξε.

Αυτά είναι τα λόγια ενός πραγματιστή που γνωρίζει πολύ καλά ότι θα υπάρξει μια επόμενη μέρα και ότι το Ισραήλ θα συνεχίσει να παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανατολική Μεσόγειο.

Προς το παρόν αυτός ο πραγματισμός φαίνεται να καθορίζει και την πολιτική του Ερντογάν απέναντι στην Ελλάδα. Για την Άγκυρα οι καλές σχέσεις με την Αθήνα αποτελούν γέφυρα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Και για οικονομικούς λόγους, ο Erdogan δεν θέλει να καταστρέψει αυτή τη γέφυρα. Πρόκειται για ένα ατού που η ελληνική διπλωματία οφείλει να χειριστεί με περίσκεψη».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:

Πηγή: Deutsche Welle